Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ


kion1Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ*

 

Γρηγόρης Τσούνης

Βιολόγος

 

Τ’ αφιερώνω στο φίλο μου Stanley Cramp, μεγάλο Φυσιοδίφη-Ορνιθολόγο.

 που έφυγε για πάντα από κοντά μας.

 

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγειρα, μια μικρή πόλη στη βορειοανατολική πλευρά της Χαλκιδικής.

Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα του Β’, πατέρα του Φιλίππου. Σύμφωνα με τον Σουίδα, ο πατέρας του Αριστοτέλη είχε γράψει έξι ιατρικά βιβλία και ένα βιβλίο φυσικής.

Πολλοί βιογράφοι του αποδίδουν την κλίση του στη βιολογία και τις φυσικές επιστήμες στις εντυπώσεις της πρώτης παιδικής του ηλικίας. Αν ο Αριστοτέλης ζούσε με τον πατέρα του στα ανάκτορα του Αμύντα του Β’, είναι φυσικό να έλαβε απ’ αυτόν τη μύηση σ’ ό, τι αφορά τις φυσικές επιστήμες.

Ο Αριστοτέλης όμως είχε την ατυχία να χάσει τον πατέρα του σε νεαρή ηλικία. Τη φροντίδα της ανατροφής του την ανέλαβε τότε ο φίλος του πατέρα του Πρόξενος. Κατά το 367 π.Χ., μόλις έγινε 17 χρόνων, ο κηδεμόνας του τον έστειλε να μαθητεύσει στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην Αθήνα.

Η μετάβασή του στην Αθήνα έγινε μετά από υπόδειξη του Μαντείου των Δελφών, ότι έπρεπε ν’ ακολουθήσει φιλοσοφικά μαθήματα εκεί (τοῦ Πυθοῖ θεοῦ χρήσαντος αὐτῷ φιλοσο­φεῖν Ἀθήνησι).

Ο Αριστοτέλης μαθήτευσε κοντά στον Πλάτωνα από το 17ο έως το 37ο έτος της ηλικίας του.

Τα μέλη όμως της Πλατωνικής Ακαδημίας δεν ήταν παθητικοί ακροατές. Ο Πλάτωνας έδινε πάντοτε την ευκαιρία σε όλους τους μαθητές του να αναπτύξουν τις ιδέες τους και τα ατομικά τους προτερήματα. Στην Ακαδημία ο Αριστοτέλης είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την ανάπτυξη πολλών επιστημονικών ερευνών. Είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την Αστρονομία, τα Μαθηματικά, τις Φυσικές Επιστήμες, τη Λογική και με οντολογικές και ρητορικές μελέτες. Με τη δημοσίευση των διαλογικών έργων του βοήθησε στη διάδοση των φιλοσοφικών αντιλήψεων της Ακαδημίας. Το 354 π.Χ. με τους διαλόγους «Ηθικά Ευδήμεια» και «Προτρεπτικός» εμφανίζει τις δικές του ιδέες και τους στοχασμούς. Μετά το θάνατο του Πλάτωνα (347), προέκυψε ζήτημα διαδοχής στη διεύθυνση της Ακαδημίας. Οι τρεις διακρινόμενοι μαθητές της Ακαδημίας ήταν ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης και ο Σπεύσιππος (γιος της αδελφής του Πλάτωνα). Απ’ αυτούς προτίμησαν τον Σπεύσιππο, μια και ήταν Αθηναίος. Ο Αριστοτέλης μαζί με τον Ξενοκράτη εγκατέλειψαν τότε την Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στην Άσσο της Μικράς Ασίας, απέναντι από τις ακτές της Λέσβου. Μαζί με τον Αριστοτέλη ήρθαν στην Άσσο ο ανιψιός του Καλλισθένης, ο Νελεύς και ο Θεόφραστος από την Ερεσσό της Λέσβου.

Συνέχεια

Advertisements

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ


kion1Οι αρχαίοι Έλληνες και η οικονομία

 

από τον Νικόλαο Φίλιππα, οικονομολόγο

 

Η συνεισφορά των αρχαίων Ελλήνων στην ανάπτυξη  ιδεών, στο θέατρο, στη φιλοσοφία, στον πολιτισμό, αλλά και στην οικονομική σκέψη είναι αδιαμφισβήτητη. Ακόμη και σήμερα μας εκπλήσσει η πρωτοπορία και η διορατικότητα της σκέψης των προγόνων μας. Η ενασχόληση των αρχαίων Ελλήνων με τα οικονομικά θέματα παρουσιάζεται κυρίως κατά τη διάρκεια της Κλασικής Περιόδου με τις πρωτοποριακές οικονομικές ιδέες του Ξενοφώντα (430-355 π.Χ.), του Πλάτωνα (427-347 π.Χ.) και του Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.), που σύμφωνα με κορυφαίους επιστήμονες, αποτέλεσαν πρόδρομο της μικροοικονομικής, της μακροοικονομικής και της νομισματικής πολιτικής. Πρώτος ο Σωκράτης συνέλαβε την ιδέα ότι τα οικονομικά αποτελούν επιστήμη -αυτό καταγράφηκε από τον Ξενοφώντα[1], ο οποίος ήταν και ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε σε σύγγραμμά του τον τίτλο «Οικονομικός», αναφερόμενος στη σωστή διαχείριση του οίκου[2]. Ο Αριστοτέλης στο έργο του κάνει αναφορά στο χρήμα, υιοθετώντας την αρχή ότι ένα αγαθό έχει ρόλο χρήματος λόγω της γενικής αποδοχής του ως μέσο συναλλαγών, η οποία επιβεβαιώνεται με την έκδοση νομισμάτων από τις κρατικές αρχές και όχι λόγω της πραγματικής του αξίας, και ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι η πραγματική αξία του χρήματος είναι ανεξάρτητη της αγοραίας αξίας του2.

Συνέχεια

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ


kion1Οι οικονομικές απόψεις των Σωκρατικών

στα έργα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλη και του Ξενοφώντος

 

  Δημήτριος Γ. Μαυρίδης

Προϊστάμενος του Τμήματος Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών

                                                                             στο ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας

 

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Νομίζω ότι δεν είναι υπερβολή αν ισχυρισθούμε ότι ο σημερινός συνάνθρωπος μας στην Ελλάδα θεωρεί ότι η «οικονομία» γενικά και τα της οικονομίας είναι «φρούτο» αποκλειστικά Δυτικοευρωπαϊκής προελεύσεως. Βέβαια σ’ αυτό δεν φταίει μόνο ο σύγχρονος Έλληνας, αλλά και όλη η σύγχρονη περιρέουσα κοινωνία μας και οι επιλογές του κοινωνικού-πολιτισμικού βίου της. Μεγαλύτερη κατάπληξη προκαλεί όμως το γεγονός, ότι το ίδιο πάνω – κάτω «λογισμικό» διακατέχει και εκείνους (εκτός κάποιων όντως λαμπρών εξαιρέσεων) από τους οποίους θα ανέμενε κανείς την ύπαρξη σχετικών αντισωμάτων ιστορικής επίγνωσης, δηλαδή από τους «διδασκάλους» μας. Με την ενασχόληση με τα προσφάτως πολύ της «μόδας» ερευνητικά πεδία της Γνώσης, της Καινοτομίας αλλά και της (Διανοητικής) Επιχειρηματικότητας ήρθαν στο προσκήνιο, σαν μια άλλη αρχαιολογική ανασκαφή, τα έργα κάποιων αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και διανοητών. Πρόκειται για τους Προσωκρατικούς (π.χ. τους Ελεάτες – Veli σήμερα κοντά στο Σαλέρνο της Ιταλίας – Παρμενίδη και Ζήνωνα), τους Σωκρατικούς Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Ξενοφώντα, αλλά και του ίδιο το Σωκράτη. Χωρίς αμφιβολία οι προαναφερθέντες είναι πασίγνωστοι σε όλο τον κόσμο, ως «φιλόσοφοι». Δεν είναι όμως γνωστοί για τις οικονομικές σκέψεις και τοποθετήσεις τους, δεν τους γνωρίζουμε δηλαδή σαν τους «οικονομολόγους» της αρχαιότητος και μάλιστα με κύρος και ισχύ επιχειρημάτων ως τις ημέρες μας. Όλοι τους είναι πρωτοπόροι στους τομείς της ευρύτερης οικονομικής σκέψης και καθένας από αυτούς έχει και την «πατρότητα» κάποιων συγκεκριμένων οικονομικών σκέψεων, δογμάτων και θεωριών. Γενικά μπορούν να θεωρηθούν όλοι τους τουλάχιστον ως οι πρώτοι «διδάξαντες» την «οικονομία», αν όχι ως οι «πατέρες της οικονομίας», όπως αυτό λέγεται για τον Αδάμ Σμιθ.

 

  Συνέχεια

ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟ ΤΙΜΑΙΟ


 

kion1Ερμηνεύοντας τον πλατωνικό Τίμαιο

 

(το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Β. Κάλφα

«ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ»)

 

Στη μνήμη του Γιώργου Γκουνταρούλη

 

Ξεκινώ με ένα προσωπικό σχόλιο.

Το ενδιαφέρον μου για τον πλατωνισμό ήταν κατ’ αρχήν το ενδιαφέρον του ιστορικού της επιστήμης, και μάλιστα του ιστορικού που προσπαθεί να αναλύσει τις συνιστώσες της επιστημονικής επανάστασης του 16ου και του 17ου αιώνα. Μελετώντας την πορεία των ιδεών από τον Κοπέρνικο στον Νεύτωνα, υπέθεσα ότι ο καλύτερος τρόπος για να αναλυθεί η πολύπλοκη αυτή συγκυρία ήταν να ειδωθεί ως διαμάχη αριστοτελισμού και πλατωνισμοί;: η ανάδυση της σύγχρονης επιστήμης είναι η βαθμιαία επικράτηση του Πλάτωνα επί του Αριστοτέλη, η μετάβαση από τον κλειστό κόσμο της ανθρώπινης εμπειρίας στο ανοικτό σύμπαν της μαθηματικής τάξης, η διάδοση της πεποίθησης ότι το βιβλίο της φύσης έχει γραφεί με γεωμετρικούς χαρακτήρες. Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής ο Τίμαιος αντιπροσώπευε το ευαγγέλιο του πλατωνισμού.

Γρήγορα ωστόσο αντιλήφθηκα ότι ο πλατωνισμός που με ενδιέφερε, ο πλατωνισμός του Γαλιλαίου και του Κέπλερ, ήταν ένας μόνο από τους πολλούς ιστορικούς πλατωνισμούς. Στον Τίμαιο βεβαίως βρήκα διατυπωμένη την οπτική που αναζητούσα. 0 πλατωνικός Δημιουργός του κόσμου είναι πάνω απ’ όλα ένας προικισμένος γεωμέτρης που εγκαθιστά μαθηματική τάξη σε ένα σύμπαν αταξίας και αναρχίας. Βρήκα όμως κατά κάποιο τρόπο και την άρνηση αυτής της οπτικής, όταν διαπίστωσα ότι αυτό που ο Πλάτων στον Τίμαιο περιγράφει ως αταξία, αναρχία και τύχη – ο χώρος δράσης της πλατωνικής «ανάγκης» – δεν είναι παρά το μηχανιστικό κοσμοείδωλο των φυσικών νόμων που με τόσο κόπο και τόσες αντιστάσεις προσπάθησαν να θεμελιώσουν 20 αιώνες αργότερα οι πρωταγωνιστές της επιστημονικής επανάστασης.

Συνέχεια

ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΩΝ ΜΙΛΗΣΙΩΝ


 

kion1Οι Θεωρίες των Μιλησίων

 

(το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του G.E.R. LLOYD

«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ» – ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΩΣ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ)

 

Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναλύθηκαν ο γενικός χαρακτήρας και η σημασία του στοχασμού των Μιλησίων. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε λεπτομερέστερα ορισμένες από τις συγκεκριμένες θεωρίες και εξηγήσεις που υποστήριζαν. Το υλικό μας χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: έχουμε, αφ’ ενός, θεωρίες που πραγματεύονται επιμέρους φαινόμενα ή προβλήματα, όπως είναι η φύση του κεραυνού και της αστραπής, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα άστρα ή το γιατί η Γη παραμένει ακίνητη και, αφ’ ετέρου, θεωρίες γενικού κοσμολογικού περιεχομένου. Το γεγονός ότι μας έχουν παραδοθεί τόσες θεωρίες της πρώτης κατηγορίας οφείλεται εν μέρει στα ενδιαφέροντα των δοξογραφικών πηγών στις οποίες βασιζόμαστε. Είναι, πάντως, βέβαιο ότι οι Μιλήσιοι έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σπάνια ή τα εντυπωσιακά φυσικά φαινόμενα. Αυτό μπορεί ως έναν βαθμό να οφείλεται στην επιθυμία τους να ερμηνεύσουν με φυσιοκρατικό τρόπο φαινόμενα που γενικά πιστευόταν ότι ελέγχονται από τους θεούς. Ο Ζευς εξουσίαζε τον κεραυνό και ο Ποσειδών τους σεισμούς, ενώ ο Άτλας κρατούσε τη Γη στους ώμους του. Αυτή η απόπειρα να δοθούν φυσιοκρατικές ερμηνείες θα κρίνονταν κυρίως από την επιτυχία ή την αποτυχία της να εξηγήσει φαινόμενα που γενικά αποδίδονταν στη δράση υπερφυσικών δυνάμεων. Έτσι ο Θαλής διατύπωσε, όπως είδαμε, τη θεωρία ότι οι σεισμοί παράγονται όταν η Γη κλυδωνίζεται πάνω στο νερό στο οποίο επιπλέει. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι οι κεραυνοί προκαλούνται από τον άνεμο και ότι οι αστραπές δημιουργούνται όταν τα σύννεφα σχίζονται στα δύο. Όσο απλοϊκές και αν ακούγονται αυτές οι ερμηνείες, η σημασία τους δεν έγκειται τόσο στο καθαυτό περιεχόμενό τους όσο στο ότι αποκλείουν τις αυθαίρετες βουλές και τα σχεδόν ανθρώπινα κίνητρα των ανθρωπόμορφων θεών.

Συνέχεια