ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ


kion1Σημειώσεις στην Ελληνική Ιστοριογραφία

  Συγκριτική Προσέγγιση των τριών ιστορικών της κλασικής περιόδου

 

Βασίλειος Λέων. Κωνσταντινόπουλος

 Λήψη του αρχείου

 Πρόλογος

      Σκοπός των ανά χείρας σημειώσεων είναι μια συνοπτική συγκριτική εξέταση της ιστοριογραφίας των κλασσικών χρόνων, που εκπροσωπείται από την «αφύσικη τριάδα της ελληνικής ιστοριογραφίας τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη και τον Ξενοφώντα. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στη δομή και τη γλώσσα των ιστορικών γιατί αυτές δημιουργούν τις προϋποθέσεις αξιόπιστης προσέγγισης του έργου τους. Είναι φυσικό η έκταση, η μορφή και το περιεχόμενο των σημειώσεων να έχουν επηρεαστεί από τη μαθησιακή διευκόλυνση των φοιτητών προς τους οποίους άλλωστε απευθύνονται.

 

  

1. Η Γένεση της Ιστοριογραφίας

  

    Η ιστοριογραφία ως είδος εμφανίζεται με τον Ηρόδοτο το β’ μισό του 5ου μ.Χ. Η αργοπορημένη αυτή εμφάνιση του είδους πρέπει να αναζητηθεί στην απόλυτη κυριαρχία της ποίησης, που με την τελευταία της μορφή, την  τραγωδία,   επιχειρούσε  να  ερμηνεύσει  κατά  τρόπο   αυθεντικό  και προνομιακό τα σύγχρονα ζητήματα, τόσο τα ιστορικά (βλ.  «Πέρσαι» του Αισχύλου), όσο και τα κοινωνικοπολιτικά (βλ. «Αντιγόνη» του Σοφοκλή). Κι όταν ακόμα ο πεζός λόγος αποδείχτηκε καταλληλότερος στην επεξεργασία και ανάλυση των νέων προβλημάτων που ανέδειξαν οι νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, η ιστοριογραφία σε αντίθεση με τη ρητορεία δεν διέθετε ισχυρά μέσα για τη διεκδίκηση της πνευματικής ηγεσίας στην πόλη.  Η  επιρροή  της  στην  πνευματική  ζωή  της πολιτικής  κοινότητας υπήρξε  η  μικρότερη   δυνατή,  καθώς  η  αδυναμία της  να  διαμορφώσει κανόνες που θα υπερβούν τις ατομικές θεωρήσεις και θα προβάλουν μια σημαντική προοπτική, υπονόμευσε τη δυνατότητά της να ζητήσει μερίδιο στην πνευματική ζωή της αρχαίας κοινωνίας. Έτσι έμεινε έξω από την επίσημη κρατική προστασία και σε αντίθεση με τη φιλοσοφία και τη ρητορεία η οπτική της ήταν προσκολλημένη στο παρελθόν, το οποίο είχε εμπεδωθεί ως πραγματικότητα με τα ποιητικά έργα.Τα μεγάλα έπη του Ομήρου δεν ήταν μόνο μέσα τέρψης ή παίδευσης κατά την κλασσική περίοδο αλλά λειτουργούσαν και ως πηγή ιστορικού υλικού. Όταν μάλιστα η αυστηρή κρίση του Θουκυδίδη δέχεται ως ιστορικό γεγονός τον Τρωικό Πόλεμο και μιλάει για τον Αγαμέμνονα σαν ιστορικό πρόσωπο, τότε παρά την αμφισβήτηση επιμέρους λεπτομερειών δηλώνεται απερίφραστα   η αξιοπιστία και το κύρος της επικής ποίησης.

    Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις δεν πρέπει καθόλου να θεωρείται παράξενο που η πρώιμη ιστοριογραφία, που εκπροσωπείται από τον Ηρόδοτο, δείχνει έκτυπα και σαφή ίχνη επίδρασης της ποίησης. Όσο κι αν κατά τον Αριστοτέλη (Ποιητ. 9, 1451 64 κε.) η ιστοριογραφία διαφέρει της ποίησης, γιατί αυτή αναφέρεται σε γεγονότα, δηλ. ασχολείται με το ειδικό, ενώ εκείνη με όσα θα μπορούσαν να συμβούν, δηλ. με το γενικό, η διάκριση αυτή δεν γινόταν εύκολα αντιληπτή από τους αρχαίους, αφού και τα έπη και η ιστοριογραφία είχαν αντικείμενο τους τα «κλέα ανδρών», παρά βέβαια τη διαφορετική σημασία της λέξης στα δύο είδη.

Η ποίηση επίσης πρώτη με τον τραγικό ποιητή Φρύνιχο στις αρχές του 5ου αι. εγκαινίασε την ιστορική θεματολογία. Οι πιο γνωστές του τραγωδίες Μιλήτου ἃλωσις και Φοίνισσαι αποτέλεσαν τομή στο είδος αφού για πρώτη φορά η τραγωδία αφήνοντας κατά μέρος το μύθο ασχολείται με σύγχρονα ιστορικά γεγονότα. Για την πρώτη άλλωστε ο ποιητής πλήρωσε και ένα βαρύ πρόστιμο, ενώ η δεύτερη που διδάχτηκε το 476 με χορηγό τον Θεμιστοκλή, επηρέασε τον μεγάλο τραγικό Αισχύλο στη σύνταξη της αρχαιότερης ακέραια σωζόμενης τραγωδίας με τον τίτλο Πέρσαι που διδάχτηκε το 472 με χορηγό τον Περικλή.

    Η ποίηση επομένως είχε και πάλι την πρωτοπορία στην έκθεση ιστορικών γεγονότων. Ωστόσο η βασικότερη διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και την ιστοριογραφία έγκειται, όπως σωστά επισημαίνει ο Λουκιανός (2ος αι. μ.Χ.) στο έργο του «Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν», στο ότι ο ιστορικός αισθάνεται περιορισμένος στην πραγμάτωση του ιστορικού υλικού, ενώ ο ποιητής έχει απεριόριστη ελευθερία στην παρουσίασή του κι εκεί ακόμα που οι παραδομένοι μύθοι έχουν παγιώσει μια συγκεκριμένη αντίληψη. Έτσι π.χ. οι τραγικοί ποιητές επεξεργάζονται διαφορετικά την εικόνα του Φιλοκτήτη με σκοπό να υπηρετήσουν το επιδιωκόμενο τραγικό αποτέλεσμα.

    Αυτό πάντως που χαρακτηρίζει το είδος, έτσι όπως προκύπτει από μια συγκριτική θεώρηση των ιστορικών έργων, είναι η έλλειψη συνοχής και κανόνων που διέπουν το είδος, τη διαχείριση του ιστορικού υλικού και η εξέλιξη του είδους εξαρτάται από τις επιλογές και τη σκοποθεσία του ιστορικού. Αποτελεί μάλιστα μοναδική περίπτωση είδους που η εξέλιξή του μετά από μια θεαματική πρόοδο (από τον Ηρόδοτο στον Θουκυδίδη) επιστρέφει, όσον αφορά την ιστορική αντίληψη, στην αφετηρία (με την ξενοφωντική ιστορική αντίληψη) βέβαια mutatis mutandis.

    Για λόγους εμβριθέστερης γνώσης και καλύτερης κατανόησης της λειτουργίας του είδους θα επιχειρήσουμε μια συγκριτική προσέγγιση των τριών κλασσικών ιστοριογράφων στην ιστορική αντίληψη, στους στόχους, τις μεθόδους, τη μορφή, τη διαστρωμάτωση το ύφος (διάλεκτο και δομή του έργου τους), καθώς και την παράδοση του κειμένου.

 

 

2. Η ιστορική αντίληψη (η αρχή της αιτιότητας)

 

2.1. Ηρόδοτος

 

    Όταν ο Ηρόδοτος αποφάσιζε να ασχοληθεί με τα έργα των ανθρώπων, για να μην τα σβήσει ο χρόνος έκανε σε σύγκριση με τους λογογράφους μια αποφασιστική τομή που δικαιολογημένα αναγνώρισε ο Κικέρωνας (De Leg.15) αποκαλώντας τον pater historiae. Γιατί το ενδιαφέρον των λογογράφων ήταν η συλλογή εθνογραφικού και γεωγραφικού υλικού χωρίς την εξιστόρηση γεγονότων που πρωταγωνιστές ήταν οι άνθρωποι, ενώ ο Ηρόδοτος χωρίς να αποκλείει αυτό το έργο της εθνογραφικής και γεωγραφικής αναφοράς – κάθε άλλο μάλιστα – έδωσε σαφή προτεραιότητα στα ανθρώπινα έργα.

    Γεννημένος στην Ιωνία και με στενούς δεσμούς με την Καρία και την Εγγύς Ανατολή ήταν φυσικό να δεχτεί επιδράσεις από την κοσμοθεωρία της Ανατολής, αλλά κυρίως από την επική και λυρική ποίηση, που άφησαν ευδιάκριτα ίχνη στο έργο του. Σημαντική ωστόσο υπήρξε η πνευματική κίνηση της Αθήνας, που καθόρισε ιδίως με την επίδραση της τραγωδίας την πνευματική του στάση απέναντι στα γεγονότα. Παρ’ όλο όμως ότι έζησε στην θυελλώδη κίνηση της σοφιστικής, η βιοθεωρία του παρέμεινε σταθερά προσηλωμένη στο προσοφιστικό αρχαιολογικό κοσμοείδωλο, έτσι όπως το βλέπουμε να εκπροσωπείται στον κύριο εκπρόσωπο της αττικής τραγωδίας, τον Σοφοκλή. Η κυρίαρχη πεποίθηση του Ηροδότου πως η ανθρώπινη δράση παραμένει θεοκυβέρνητη, παρ’ όλο που δεν εκφράζεται ως συστηματική βιοθεωρία, διαπερνά ολόκληρο το έργο του, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εσωτερική συνοχή του.

     Η Μοίρα αναγνωρίζεται ως η αποφασιστική παράμετρος των ανθρώπινων πράξεων, χωρίς ωστόσο να μειώνει την ανθρώπινη ευθύνη στη λήψη των αποφάσεων. Η Μοίρα επίσης δεν είναι τυφλή και πανίσχυρη δύναμη, αλλά οριοθετείται από τη θεότητα, χωρίς να προσδιορίζεται ακριβέστερα, όπως βλέπουμε στα ομηρικά έπη. Η συχνή αναφορά του Απόλλωνα σχετίζεται προφανώς με τη δράση της μαντικής και των χρησμών που έχουν σημαντικό μερίδιο στην εξέλιξη των γεγονότων.

Επιστημονικές αρχαιοελληνικές θρησκευτικές πεποιθήσεις ανάγονται από τον Ηρόδοτο σε βασικό εργαλείο εξήγησης του ιστορικού γίγνεσθαι.

    Η απληστία του Κροίσου π.χ. ενισχύθηκε από τον περιώνυμο χρησμό, που τον οδήγησε όμως στη συντριβή. Εδώ διαπιστώνουμε τη διπλή δράση της ανθρώπινης θέλησης, αλλά και της θεϊκής απόφασης στην κίνηση των γεγονότων. Η θεϊκή αιτιότητα για την εξέλιξη της ιστορικής δράσης έχει αποφασιστικό ρόλο στην αρχαιοελληνική σκέψη μέσα από το ζευγάρι ὓβρις-τίσις.

    Η περίπτωση της συντριβής του Ξέρξη στους Πέρσες του Αισχύλου αποτελεί εύγλωττο παράδειγμα πίστης σε μια μας μεταφυσική αιτιολογία που αποκαθιστά τη διασαλευθείσα από την αλαζονική συμπεριφορά τάξη. Αυτή η έννοια του μέτρου που εγγυάται την παγκόσμια τάξη υιοθετείται ως μέθοδος ερμηνείας της ιστορίας και από τον Ηρόδοτο.

    Μόνο που σ’ αυτόν η τίσις λαμβάνει έναν πιο απειλητικό χαρακτήρα μέσω της Νέμεσης, αφού η λέξη δηλώνει τη θεϊκή αγανάκτηση.

    Η πίστη γενικά πως οι θεοί έχουν αποφασιστικό λόγο στις πολεμικές εξελίξεις πιστοποιείται και στη νίκη των Ελλήνων ιδίως μέσα από τα λόγια του Θεμιστοκλή ότι οι θεοί και οι ήρωες και όχι οι άνθρωποι έσωσαν την Ελλάδα (8.109). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η πίστη απηχεί την άποψη του ίδιου του ιστορικού.

    Η θεϊκή αυτή αιτιότητα στην εξέλιξη της ιστορίας που κινείται μέσα στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής κοσμοθεωρίας φέρνει την ιστοριογραφία σε εκπληκτική γειτνίαση με την τραγωδία, από την οποία διαφέρει όχι τόσο στον καλυμμένο διδακτισμό, ούτε στη μορφή, αλλά στην προσπάθεια να παρουσιάσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τα γεγονότα. Η περίφημη αγγελική ρήση στους Πέρσες του Αισχύλου, με την οποία ανακοινώνεται στην Άτοσσα η καταστροφή του περσικού στόλου στη Σαλαμίνα, είναι μια ιστορική περιγραφή και μάλιστα αυθεντική, δεν είναι αυτός όμως επαρκής λόγος η όλη τραγωδία, αν και χαρακτηρίζεται ιστορική, να υπαχθεί στην ιστοριογραφία, επειδή το όλο πλαίσιο αποτελεί μια αληθοφανή επινόηση του ποιητή. Η προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας στο σύνολο και τις λεπτομέρειες δεν είναι μέσα στις προθέσεις του ποιητή. Ο διδακτισμός που υπηρετεί η τραγική ποίηση εντάσσει την καταστροφή σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο ηθικής συμπεριφοράς που η παράβασή του, όπως είπαμε, επιφέρει την τιμωρία και το σωφρονισμό.

    Είναι ένα άλλο σημείο επαφής με την ποίηση το γεγονός, ότι ο Ηρόδοτος επιθυμεί συνειδητά να εντάξει τις ανθρώπινες πράξεις μέσα σε καθορισμένο ηθικοθρησκευτικό πλαίσιο και να προσδώσει έτσι στο έργο του έναν υιοθετημένο από την ποίηση ηθικό διδακτισμό.

    Το ερώτημα βέβαια που αυθόρμητα ανακύπτει είναι αν μία τέτοια προσέγγιση της ανθρώπινης δράσης, που απονέμει στη θεότητα το σοβαρότερο μερίδιο της ιστορικής εξέλιξης, συνθέτει εικόνα ακρίβειας και αντικειμενικότητας, με άλλα λόγια, αν η φιλοσοφική αυτή αντίληψη εγγυάται ένα πλαίσιο γνήσιας ιστορικότητας.

    Το   ερώτημα  αυτό  γίνεται  βασανιστικότερο,  αν  κανείς  θελήσει  να αναλύσει τα χαρακτηριστικά της ιστοριογραφίας, έτσι όπως αυτά εξελίχτηκαν στη θουκυδιδική συγγραφή.

 

2.2. Θουκυδίδης

 

    Η ακμή του Θουκυδίδη συμπίπτει με το β’ μισό του 5ου αι., όπου η περικλεϊκή Αθήνα με τον πολύπτυχο δυναμισμό της θα αναδειχθεί σε πανελλήνιο πνευματικό κέντρο (π.β. II 41,1: Τήν πᾶσαν πόλιν παίδευσιν τῆς Ἑλλάδος εἶναι). Το πνευματικό κλίμα της Αθήνας με τις νεωτεροποιές ιδέες της σοφιστικής διαμόρφωσε τον πνευματικό του κόσμο και άφησε ανεξίτηλα σημάδια στο έργο του. Θρεμμένος από τις ιδέες της εποχής του ο Θουκυδίδης, μολονότι είχε αδιαμφισβήτητα ολιγαρχικές καταβολές ως συγγενής του Μιλτιάδη, του Κίμωνα και πιθανότατα του ηγέτη των ολιγαρχικών Θουκυδίδη, κράτησε επιφυλακτική στάση στην παράδοση επηρεασμένος βαθύτατα από τον ορθολογισμό της σοφιστικής. Όταν ο βιογράφος του Μαρκελίνος (§22) τον χαρακτηρίζει «ἀθεον ἠρέμα» ως μαθητή του Αναξαγόρα, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο έξω από τον ιστορικό ορίζοντα του Θουκυδίδη είχαν εξοστρακιστεί όλες οι μεταφυσικές δυνάμεις, που βλέπουμε να ρυθμίζουν τις εξελίξεις στον Ηρόδοτο.

    Την ίδια εποχή ο αγνωστικισμός του Πρωταγόρα έθετε τις βάσεις για μια ορθολογιστική ερμηνεία τον ανθρωπίνων πραγμάτων, αντίληψη με ανυπολόγιστες συνέπειες για την επιστημονική εξέλιξη της ιστοριογραφίας. Η θουκυδιδική ιστορική αντίληψη σε μια θεμελιώδη για την ανάπτυξη του είδους στροφή κλείνει ερμητικά την πόρτα στις υπερφυσικές δυνάμεις και την αρχή της αιτιότητας των γεγονότων προσπαθεί να εντοπίσει αποκλειστικά και μόνο στον άνθρωπο. Ακόμη και η αρχή της τυχαιότητας εξετάζεται από την οπτική της ορθολογιστικής ερμηνείας της ιστορίας που εφαρμόζεται σε ολόκληρο το θουκυδιδικό έργο. Επομένως η τύχη αποβάλλει τη μεταφυσική της αιτιολογία και από υπερφυσική δύναμη που επηρεάζει την εξέλιξη των γεγονότων μετατρέπεται απλά στον απρόβλεπτο παράγοντα που δεν μπορεί να υπολογίσει ο ανθρώπινος νους. Έτσι παρουσιάζεται η ιστορία ως αποτέλεσμα των ανθρώπινων σχεδιασμών και πράξεων των οποίων η διαλεκτική σχέση θα πρέπει να αναλυθεί σε βάθος, προκειμένου να αποκαλυφθούν οι δυνάμεις που τις κινούν. Τώρα η ιστοριογραφία δεν είναι μια απλή καταγραφή πράξεων του παρελθόντος, έστω και λεπτομερειακά ακριβής, αλλά αναβαθμίζεται σε μια προσπάθεια εμπεριστατωμένης αναζήτησης των δυνάμεων που δρουν πάντα στο βάθος των πραγμάτων.

    Αποφασιστική στην κατεύθυνση αυτή είναι η διάκριση ανάμεσα στα πραγματικά αίτια (ἀληθεστάτη πρόφασις) και τις αφορμές (αἱ ἐς τό φανερόν λεγόμεναι αἰτίαι), που αναγορεύεται από τον Θουκυδίδη σε σημαντικό εργαλείο ακριβούς ανάλυσης και αντικειμενικότητας. Το πόσο σημαντική είναι αυτή η διάκριση καταφαίνεται από την διακρίβωση των αιτιών του Πελοποννησιακού πολέμου, που ταξιθετούν τον ιστορικό στους πρωτοπόρους αναλυτές των διεθνών σχέσεων. Πράγματι η διαπίστωσή του πως το Ποτειδεατικό και το Κερκυραϊκό ήσαν αφορμές, ενώ η πραγματική αιτία ήταν η αύξηση της αθηναϊκής δύναμης που προκαλούσε φόβο στους Λακεδαιμόνιους, αναδεικνύει για πρώτη φορά μια σπουδαία διεθνολογική αρχή, την αρχή της ισορροπίας των δυνάμεων και την απορρέουσα από αυτή αρχή της άνισης ανάπτυξης.

    Επομένως αποκαλύπτοντας ο ιστορικός τα κίνητρα των ανθρωπίνων πράξεων φωτίζει ολόπλευρα και σε βάθος τα γεγονότα και προσδιορίζει τη διαλεκτική τους σχέση, θεμελιώνοντας έτσι την επιστημονική ιστοριογραφία. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης με την αρνητική κριτική που ασκεί στους προγενέστερους ποιητές και λογογράφους, στους οποίους προφανώς συγκαταλέγει και τον Ηρόδοτο, για την παραποίηση που επέφεραν στα γεγονότα είτε μέσω της μυθώδους διόγκωσής τους, είτε μέσω της επιδιωκόμενης διηγηματικής απόλαυσης, έχει τη βεβαιότητα ότι η πραγματική ιστοριογραφία εγκαινιάζεται με το έργο του, αφού αυτή συνεπάγεται παραίτηση από οποιοδήποτε στολίδι και προσήλωση στην ακρίβεια.

    Η ευλαβικά μάλιστα τηρούμενη αποφυγή διατύπωσης προσωπικών κρίσεων από τον Θουκυδίδη πρέπει να θεωρηθεί φυσιολογική συνέπεια της πρόθεσής του για αντικειμενική παράθεση των γεγονότων, αφού οι προσωπικές εκτιμήσεις υπονομεύουν σοβαρά την αυθεντικότητά τους.

    Όπου ωστόσο παρατηρούνται τέτοιου είδους παρεμβάσεις, όπως η κοινωνιολογική ανάλυση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα, η ονομαζόμενη Παθολογία του πολέμου, (ΙΙΙ 83) ή οι επιπτώσεις, του λοιμού (II 51), τότε ο ιστορικός, αναδεικνύοντας το φιλοσοφικό και κοινωνικό χαρακτήρα της ιστοριογραφίας, προσπαθεί να συναγάγει από το μερικό το συνολικό και από το ειδικό το γενικό, και έτσι να μεταδώσει σίγουρες γνώσεις για την ανθρώπινη φύση.

 

 

2.3. Ξενοφών.

 

    Αυτή   η   εντυπωσιακή   εξέλιξη   της   ιστοριογραφίας   που   μετά   την ηροδότεια  ηθογραφία  εξυψώνεται  σε  επιστημονική  διεθνολογία,  με  τον Θουκυδίδη δεν είχε την τύχη των άλλων ειδών, με την έννοια ότι ο άμεσος διάδοχος της επιστημονικής ιστορικής ανάλυσης του Θουκυδίδη, ο Ξενοφώντας, επιστρέφει στη διπλή αιτιότητα θεού και ανθρώπου. Όσο κι αν στα Ελληνικά του ο Ξενοφών προσπαθεί να ακολουθήσει το θουκυδιδικό ύφος γραφής, προσπάθεια  που  είναι  πιο  ευδιάκριτη στα πρώτα βιβλία του ιστορικού του έργου, η βασική ιστορική του αντίληψη αποτελεί υπαναχώρηση προς την ηροδότεια ιστοριογραφία σε τέτοιο βαθμό, που σε σύγκριση με το επίπεδο της επιστημονικής θουκυδιδικής ιστοριογραφίας καταντά αναχρονισμός. Ο Ξενοφών, όσο κι αν προσπαθεί    να ακολουθήσει τη θουκυδιδική ανάλυση των αιτιών, παραμένει δυστυχώς μόνο στην επιφάνεια των πραγμάτων, αδυνατώντας να συλλάβει   στην   πληρότητά   του,   το   παιχνίδι  των   δυνάμεων   και   να το αποδώσει έστω και ακροθιγώς. Ιδιαίτερα αισθητή είναι η μεροληπτική στάση που κρατάει για τη Σπάρτη με αποτέλεσμα ο ίσιος να υπονομεύει την αντικειμενικότητα του έργου του. Εκεί όμως που ο ιστορικός παρουσιάζει την πιο χτυπητή απόκλιση από τον Θουκυδίδη, είναι αδιαμφισβήτητα η αιτιότητα στην ιστορία, που για τον Ξενοφώντα αναζητείται πάντα στις θεϊκές αποφάσεις, που φροντίζουν πάντα να τιμωρούν τους παραβάτες. Έτσι η εύκολη αναγωγή της παρακμής της Σπάρτης στην οργή των θεών, γιατί παρέβη την υπόσχεσή της να αφήσει αυτόνομες τις ελληνικές πόλεις (Ελληνικά 5,4,1), παραπέμπει στην ίδια μεταφυσική αντίληψη με την οποία οι  Λακεδαιμόνιοι ερμήνευαν την πτωτική πορεία των κρατικών τους υποθέσεων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Λακεδαιμόνιοι θεωρούσαν ότι η προσβλητική συμπεριφορά τους προς τους πρέσβεις των Περσών ευθυνόταν γι’ αυτό και αποφάσισαν να στείλουν δύο εθελοντές για να εξευμενίσουν τους θεούς (Ηρόδ. VII 132 κε).

    Έτσι όμως εμποδίζεται η διερεύνηση των πραγματικών αιτιών των γεγονότων και συσκοτίζεται η ιστορική σκηνή. Ο Ξενοφών αποδεικνύεται   περισσότερο ένας πολεμικός ανταποκριτής παρά ένας ερευνητής της ανθρώπινης δράσης.

 

  

3. Οι στόχοι της ιστορικής συγγραφής

 

3.1. Ηρόδοτος

 

    Όταν ο Ηρόδοτος στην αρχή του έργου του προσπαθεί να αναγάγει την αιτία του πολέμου ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες στην κληρονομική έχθρα Ευρώπης-Ασίας, που άρχισε με τις αρπαγές γυναικών (Ιους, Ευρώπης, Μήδειας, Ελένης), τότε, παρά την προφανή σύνδεση του με τους μύθους, δίνει το προσωπικό του στίγμα, δηλώνοντας ότι θα αρχίσει με τον άνθρωπο που πρώτος αδίκησε τους Έλληνες, δηλ. τον Κροίσο.

    Αυτή ακριβώς η δήλωσή του, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την αποτίμηση της προσφοράς του ως ιστορικού, ότι δηλ. θα ασχοληθεί με τα έργα των ανθρώπων, καταγράφεται προγραμματικά στην εισαγωγή του έργου του:

«Ἠροδότου Ἁλικαρνασσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἦδε, ὡς μήτε τά γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἒργα μεγάλα τε καί θωμαστά, τά μέν Ἓλλησι, τά δέ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλεᾶ γένητα, τά τε ἂλλα καί δι΄ ἣν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι».

(Αυτή εδώ είναι η έκθεση της έρευνας του Ηρόδοτου από την Αλικαρνασσό, για να μη σβήσουν με τον καιρό όσα έγιναν από τους ανθρώπους, ούτε να χάσουν τη φήμη τους μεγάλα και αξιοθαύμαστα επιτεύγματα που έγιναν άλλα από Έλληνες κι άλλα από βαρβάρους κι ακόμη για ποια αιτία πολέμησαν μεταξύ τους).

    Στην εισαγωγή του έργου, που θυμίζει τα προοίμια της επικής ποίησης και την αποστολή τους να εξυμνήσουν τα κλέα ἀνδρών (πβ. μή άκλεᾶ γένηται), η φανερή δυσκολία του συγγραφέα να διατυπώσει ικανοποιητικά τους στόχους του με μια τριμέλεια αντανακλά στη νοηματική δυσκολία του χωρίου. Η σειρά που περιγράφει τους στόχους του ο συγγραφέας προφανώς προδίδουν μια ιεράρχηση που ο ίδιος έκανε, απονέμοντας έτσι στα ανθρώπινα έργα τη μεγαλύτερη αξία, έπειτα στα μεγάλα και αξιοθαύμαστα έργα και στο τέλος στην αιτία της σύγκρουσης. Το πρόβλημα που ανακύπτει εδώ είναι, αν περιορίσουμε εδώ τα έργα μόνο στις κατασκευές, όπως οι πυραμίδες της Αιγύπτου ή οι κήποι της Βαβυλώνας, ή αν μπορεί η φράση να θεωρηθεί μια εξειδίκευση της προηγούμενης και έτσι τα αξιοθαύμαστα έργα να περιλαμβάνουν και πράξεις Ελλήνων και βαρβάρων, ερμηνεία που είναι προτιμότερη. Άλλωστε η επόμενη φράση για την αιτία του πολέμου αποτελεί μια κορύφωση της πρώτης φράσης, αφού ο συγγραφέας περνάει από τα έργα των ανθρώπων σ’ αυτά των Ελλήνων και των βαρβάρων και στη συνέχεια στην αιτία του πολέμου μεταξύ τους.

Η σημαντικότερη ωστόσο διαφοροποίηση που του έδωσε και τον τίτλο του ιστορικού είναι η καταγραφή των ανθρωπίνων πράξεων για να μην περιπέσουν σε λήθη. Ο Ηρόδοτος προσδιορίζει έτσι την ιστοριογραφία ως θεραπαινίδα της συλλογικής μνήμης και σε περίπτωση πολέμου ως απλής μάρτυρος της αιτίας της σύρραξης, χωρίς αυτό να συνυποδηλώνει μια βαθύτερη διερεύνηση και ανάλυση των δυνάμεων που δρουν στο βάθος των γεγονότων.

 

3.2. Θουκυδίδης

 

    Όταν κανείς διαβάσει την εισαγωγική παράγραφο της θουκυδιδικής ιστορίας διαπιστώνει αμέσως την απόσταση που τη χωρίζει από την αντίστοιχη ηροδοτική.

    Η λιτότητα και η προσήλωση του ιστορικού στο θέμα (πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καί Ἀθηναίων, ὡς ἐπολέμησαν πρός ἀλλήλους), καθώς και η παράθεση αποδείξεων για τη σπουδαιότητα σε σύγκριση με τους προηγούμενους, δίνει ένα μέτρο κατανόησης της επιδιωκόμενης αυστηρότητας και ακρίβειας με την οποία προσεγγίζει τα γεγονότα. Το σημαντικότερο όμως χωρίο, που είναι αποκαλυπτικό του στόχου και του ρόλου που απομένει στην ιστοριογραφία βρίσκεται στο μεθοδολογικό του κεφάλαιο   (Ι 22).   Στο  χωρίο,   όπου  αναφέρεται   ότι   «όσοι  θελήσουν  να αποκτήσουν σαφή γνώση όσων έγιναν και όσων πρόκειται να γίνουν κατά τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση θα τους είναι αρκετό να θεωρήσουν αυτά ωφέλιμα. Γιατί το έργο έχει γραφεί για να χρησιμεύσει ως παντοτινό απόκτημα περισσότερο παρά να προκαλέσει μια πρόσκαιρη ευχαρίστηση σε διαγωνισμό», καταγράφεται μια αποφασιστική τομή στην ιστοριογραφική εξέλιξη. Η ιστορία από απλή καταγραφή πράξεων του παρελθόντος εξοπλίζει το μελετητή της με μια σίγουρη γνώση για να προβλέψει τις μελλοντικές εξελίξεις, αφού η ανθρώπινη φύση ως σταθερός παράγοντας των γεγονότων δεν αλλάζει και ενεργεί με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο σε παρόμοια γεγονότα. Αυτός ο συνειδητός διδακτισμός με τον οποίο εμπλουτίζει την ιστοριογραφία ο Θουκυδίδης έχει σωστά παρατηρηθεί πως δεν αποτελεί μια απλουστευμένη μορφή της φράσης historia vitae magistra, αλλά μια προσπάθεια μετάδοσης πολιτικών γνώσεων με ισχύ που η μονιμότητά της εξασφαλίζεται από την κατανόηση, νομοτελειών και δυνάμεων οι οποίες ενεργούν σαν σταθερές στο βάθος των γεγονότων. Έτσι ο μελετητής μπορεί να αντιμετωπίζει καλύτερα το μέλλον του και να αποφασίζει κατανοώντας τη δυναμική των γεγονότων και προβλέποντας την εξέλιξή τους.

    Η αναζήτηση του νομοτελειακού μέσα από το μεμονωμένο και του γενικού μέσα από το ειδικό, όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό, βρίσκεται στο βάθος της ελληνικής σκέψης, που προσπαθεί να συναγάγει κανόνες με μονιμότερη ισχύ παρατηρώντας τα επί μέρους. Ο Θουκυδίδης είχε επιδοθεί συστηματικά στην αναζήτηση της ακρίβειας των μεμονωμένων γεγονότων, για να μπορέσει να συλλάβει το γενικό. Έτσι η γνώση της ιστορίας βρίσκει το πραγματικό νόημα της όχι στην ξερή, έστω και ακριβή, αναπαράσταση των γεγονότων, αλλά στον εφοδιασμό του αναγνώστη με εκείνο το εργαλείο που θα τον βοηθήσει στην πρόβλεψη, κατανόηση, ανάλυση και επομένως πρόληψη όσων πρόκειται να γίνουν. Χαρακτηριστικά γι’ αυτή του την αντίληψη είναι η περιγραφή των συμπτωμάτων του λοιμού (II 48), ώστε, αν ποτέ ξαναεμφανιστεί, να μην τον αντιμετωπίσουν με άγνοια. Μπορεί δηλαδή ένα γεγονός να παραμείνει ανεπανάληπτο λόγω της ιδιαιτερότητάς του, τα γενικά όμως χαρακτηριστικά του μπορούν να επαναληφθούν, επειδή σταθερή παράμετρος σε όλα τα γεγονότα παραμένει ο άνθρωπος. Η ιστορία και ο διδακτισμός της βασίζεται στην εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων μέσα από μια εμπεριστατωμένη ανάλυση και ολόπλευρο φωτισμό των ανθρώπινων πράξεων.

 

3.3. Ξενοφών

 

    Ο σκοπός του Ξενοφώντα να αποτελέσει το έργο του συνέχεια της ημιτελούς ιστορίας του Θουκυδίδη και να συνδεθεί όσο γίνεται ομαλότερα με αυτήν (βλ. Μετὰ δὲ ταῦτα) κατέστησε εκ των πραγμάτων αδύνατη την παρουσία εισαγωγικού κεφαλαίου στα Ελληνικά του. Ωστόσο ούτε και η ολοφάνερη πρόθεσή του να ακολουθήσει τον τρόπο της θουκυδιδικής γραφής, προϋποθέτει την αποδοχή από αυτόν του σκοπού της ιστοριογραφίας, όπως αυτός εξελίχτηκε με τον Θουκυδίδη. Η παλινδρομική του μάλιστα κίνηση προς την ηροδότεια αντίληψη της αιτιότητας και η αποστασιοποίηση στη συνέχεια του έργου του από την αρχή της αντικειμενικότητας και της μετά βασάνου εύρεσης της αλήθειας, κάθε άλλο παρά οριοθετούν ένα πλαίσιο αν όχι εξέλιξης, τουλάχιστον διατήρησης του ιστοριολογικού κεκτημένου του Θουκυδίδη.

 

  

4. Η μεθοδολογία

 

 4.1. Ηρόδοτος

 

    Η εισαγωγική φράση του Ηρόδοτου «ἱστορίης ἀπόδειξις», δηλ. έκθεση της αναζήτησης, μαρτυρεί εύγλωττα τη μεθοδολογία που ακολούθησε για να δαμάσει ένα ετερόκλητο υλικό. Σ’ ένα χωρίο μάλιστα του αιγυπτίου λόγου οριοθετεί ακριβέστερα τη μέθοδο ανάλυσης του προσφερόμενου υλικού αναφέροντας τρία μέσα: την παρατήρηση (ὂψις), την κρίση (γνώμη) και την αναζήτηση (ἱστορίη). Ότι το σημαντικότερο στη μεθοδολογική αυτή τριάδα, είναι η κρίση του είναι αναμφίβολο και πιστοποιείται σε αρκετά χωρία, όπου η παράδοση συγκρούεται με διαφορετικές διηγήσεις.

    Απέναντι στην αντιφατική διήγηση π.χ. των Κυπρίων επών, ότι δηλ. ο Πάρης με την Ελένη  έφτασαν μετά τρεις μέρες στην Αίγυπτο,  και της Ιλιάδας (Ζ 290 κε.), ότι δηλ. έφτασαν στη Σιδώνα, ο Ηρόδοτος (ΙΙ 117 κε.) αποφαίνεται ότι ο Όμηρος δεν μπορεί να είναι ο συγγραφέας των Κυπρίων, αφού τόσο πολύ η διήγησή τους αντιφάσκει προς τα ομηρικά έπη, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό και ένα πρώτο δείγμα φιλολογικής κριτικής. Σ’ ένα άλλο χωρίο, στο VII 152 αναφέρει ότι είναι υποχρεωμένος να λέει αυτά που του διηγούνται, όχι όμως και να τα πιστεύει σε όλα τους τα σημεία και αυτό ισχύει για όλο του το έργο. Έτσι ο ίδιος εισάγει στο έργο του ένα στοιχείο αβεβαιότητας, αφού η υιοθέτηση των παραδόσεων δεν μπορούσε πάντα να ελεγχθεί αποφασιστικά. Χαρακτηριστική είναι η διήγηση της περίπτωσης των Πελασγών, όπου η μεθοδολογική του τριάδα αδυνατεί να προσφέρει μια αξιόπιστη προσέγγιση. Σύμφωνα δηλ. με τον Εκαταίο τους Πελασγούς       έδιωξαν οι Αθηναίοι από την Αττική και στο ερώτημα, αν αυτό έγινε δίκαια ή άδικα, ο Ηρόδοτος αδυνατεί να πάρει θέση (οὐκ ἔχω φράσαι) ανάμεσα στην άποψη που υποστηρίζει ο Εκαταίος, ότι δηλ. οι Πελασγοί εκδιώχτηκαν άδικα, και σ’ αυτήν που υποστήριζαν οι ίδιοι οι Αθηναίοι, ότι δηλ. αυτοί εκδιώχτηκαν δίκαια.

Η παρατήρηση και η αναζήτησή του σε συνδυασμό με την κρίση του είναι επίσης αποτελεσματική στον έλεγχο ανακριβειών που βρίθουν οι λαϊκές διηγήσεις. Στη Σάη π.χ. οι κάτοικοι διηγούνταν πως κάποια αγάλματα στήθηκαν χαρακτηρισμένα για να θυμίζουν ότι ορισμένες γυναίκες υπέστησαν την τιμωρία του ακρωτηριασμού των άνω άκρων. Ο Ηρόδοτος επισκέφτηκε τα αγάλματα και είδε τα χέρια να κείτονται σπασμένα μπροστά στα αγάλματα, οπότε έκρινε εύκολα πως όλο αυτό ήταν μια ευφάνταστη παραποίηση.

    Η στάση αυτή του Ηροδότου υπαγορευόταν από τη συνείδηση της αβεβαιότητας του υλικού που συγκέντρωνε. Ωστόσο η δήλωση του πως ήταν υποχρεωμένος να λέει αυτά που του διηγούνταν, όχι όμως και να τα πιστεύει (VII 152), δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως διαπιστευτήριο μιας πλουραλιστικής ιστοριογραφικής αντίληψης που μάλλον προσιδίαζε στη λογοτεχνία παρά στην ιστοριογραφία. Έτσι η προσπάθεια προσέγγισης των πραγματικών περιστατικών υποχωρούσε σοβαρά μπροστά στον αφηγηματικό υλισμό με τον οποίο είχε παραγεμίσει χάριν τέρψεως το έργο του.

 

 

4.2. Ο Θουκυδίδης

 

    Ο Θουκυδίδης αντίθετα είχε επίγνωση ότι η προσήλωση στο καθαυτό ιστορικό υλικό σήμανε παραίτηση από την εντύπωση και την τέρψη, και την άποψη αυτή η ιστοριογραφία, σαν κι εκείνη την απέριττη, λιτή και σοβαρή γυναίκα, την Αρετή, υπόσχεται στους αναγνώστες όχι τέρψη αλλά αλήθεια. Η ωριμότητα και η κορύφωση της ιστοριογραφίας, που επιτυγχάνεται με τον Θουκυδίδη, δεν οφείλεται μόνο στις διαφορετικές χρονικές, τοπικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, αλλά και στην ίδια την προσωπικότητα του ιστορικού. Αναθρεμμένος στο πνευματικό κλίμα της περικλεϊκής Αθήνας με όλη τη θυελλώδη κίνηση που η δημοκρατία, η θαλασσοκρατία και η σοφιστική είχαν δημιουργήσει, ο Θουκυδίδης διαμόρφωσε την πνευματική του στάση που αποτυπώθηκε κατά τρόπο αξεπέραστο στο ιστοριογραφικό του έργο. Η μεθοδολογία που ακολούθησε, όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο Ι 22, το λεγόμενο μεθοδολογικό κεφάλαιο, προδίδει την υπηρέτηση της ακρίβειας κάτω από τις νέες ορθολογιστικές αρχές της σοφιστικής. Αν αρχίζει όμως τη μεθοδολογική του ανάλυση με την αντικειμενική αποτύπωση των λόγων, αυτό οφείλεται στη σπουδαιότητα που αυτοί επιτελούν μέσα στο έργο που σκοπεύει να αποκαλύψει τις προθέσεις και τα σχέδια των πρωταγωνιστών. Ο Θουκυδίδης ομολογεί ότι του ήταν δύσκολο να απομνημονεύσει με ακρίβεια ακόμη και τους λόγους που ο ίδιος άκουσε, όπως επίσης ήταν δύσκολο και για τους άλλους να ξαναθυμηθούν με ακρίβεια τους λόγους που άκουσαν.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η ομολογία, που αναφέρεται στην αυτολεξεί απόδοση των λόγων, έχει διαφορετική εφαρμογή από περίπτωση σε περίπτωση. Η διαβεβαίωση του ιστορικού ότι τηρήθηκε η γενική ιδέα (δύμπασα γνώμη) των λόγων με το γεγονός ότι τους αναπαρίστανε σύμφωνα με τις απαιτήσεις των καταστάσεων (των αεί παρόντων τα δέοντα) περιόριζε τη δυνατότητα προσθήκης προσωπικών απόψεων, έδινε όμως τη δυνατότητα στη σύνθεση του λόγου να φωτίσει αυτά που ο ίδιος έκρινε ουσιώδη, χωρίς ωστόσο να υπονομεύει τη διαβεβαίωση του για τη γενική ιδέα του λόγου.

    Στην περίπτωση των λόγων του Περικλή είναι φυσικό να θεωρήσουμε ότι ο ιστορικός διέσωσε το πολιτικό λεξιλόγιο του πολιτικού, καθώς και τις κύριες γραμμές της πολιτικής του φιλοσοφίας.

    Άλλωστε δεν θα ήταν δυνατή από ένα σοβαρό ιστορικό η αλλοίωση των ιδεολογικών, πολιτικών και φρασεολογικών χαρακτηριστικών αθηναίων πολιτικών, που ήσαν ευρύτατα γνωστά στους Αθηναίους. Έτσι, οι λόγοι γίνονται εργαλεία ανάλυσης των δυνάμεων που επηρεάζουν τα γεγονότα. Ως προς τα τελευταία ο Θουκυδίδης, υπαινισσόμενος τον Ηρόδοτο, διαβεβαιώνει ότι τα έγραψε όχι βασιζόμενος σε τυχαίες πληροφορίες, ούτε όπως του άρεσαν, αλλά με την αυτοπρόσωπη παρουσία του και με επίπονο έλεγχο των μαρτυριών διασφάλισε την ακρίβεια των συμβάντων, επειδή οι αυτόπτες μάρτυρες επηρεάζονταν από τις προσωπικές τους συμπάθειες ή την ελλιπή τους μνήμη.

    Το πόσο αυτά διαμορφώνουν μια ψευδή εικόνα της πραγματικότητας αποδείχνει ο Θουκυδίδης διορθώνοντας την επικρατούσα αντίληψη ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων ήσαν τυραννοκτόνοι, αφού αυτοί δεν σκότωσαν τον Ιππία, που ήταν τύραννος, αλλά τον αδελφό του τον Ίππαρχο. Την ίδια διόρθωση κάνει και για την περίπτωση της διπλοψηφίας των Λακεδαιμονίων βασιλέων και για τον λόχο Πιτανάτη, που ποτέ όμως δεν υπήρξαν. Ο ιστορικός τονίζει εδώ ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να δέχονται τα έτοιμα και να μην προβαίνουν σε βασανιστικό έλεγχο της αλήθειας.

    Η βασανιστική επομένως αναζήτηση της αλήθειας, η ανεπηρέαστη από τα περιττά στολίδια, η διασταύρωση των μαρτυριών αποτελεί μια ριζική ρήξη με την αντίληψη μιας τερπνής ιστοριογραφίας. Πολύ περισσότερο αυτό γίνεται φανερό στην προσπάθεια του Θουκυδίδη να διακρίνει τα πραγματικά αίτια (ἀληθέστατη πρόφασις) από τις αφορμές (αἱ ἐς τὸ φανερὸν λεγόμενοι αἰτίαι) και να αναγάγει έτσι το ιστορικό γίγνεσθαι στην ανθρώπινη αιτιότητα. Με τον τρόπο αυτό συλλαμβάνει το νομοτελειακό και μόνιμο που υπάρχει πίσω από το τυχαίο και περιστασιακό, επειδή στο βάθος των πραγμάτων δρα η ανθρώπινη φύση, η οποία παραμένει η ίδια δια μέσου των αιώνων.

    Απέναντι στη μυθική παράδοση και τα γεγονότα του απώτερου παρελθόντος, ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί μέθοδο ορθολογιστικής προσέγγισης με το σοφιστικό επιχείρημα του εικότος. Έτσι η αρχηγία του Αγαμέμνονα στην Τρωική εκστρατεία οφείλεται στην ναυτική ισχύ του και όχι στους όρκους του Τυνδάρεου. Όλη μάλιστα η «Αρχαιολογία» (Ι 2-19) αποτελεί μια ορθολογιστική επαναδιήγηση του παρελθόντος, πιστοποιώντας με τον τρόπο αυτό, ότι κάτω από το πρίσμα αυτό η προσέγγιση ακόμη και του μύθου γίνεται ασφαλέστερη.

 

 

4.3. Ξενοφών

 

    Η επιδίωξη του Ξενοφώντα να συνεχίσει το ιστορικό έργο του Θουκυδίδη δεν φαίνεται να προδίδει επαρκή βαθμό συνειδητοποίησης των απαιτήσεων του εγχειρήματος, παρά το γεγονός ότι αυτό λογίζεται ως προαπαιτούμενο, ιδίως όταν τα Ελληνικά του συνδέονται με ένα «Μετά ταύτα» με το θουκυδιδικό έργο. Η αίσθηση αυτή της συνέχειας που επιθυμεί να επιτύχει ο Ξενοφών προϋποθέτει e silentio την από μέρους του αποδοχή της επιστημονικής μεθοδολογίας στην έρευνα και έκθεση των γεγονότων. Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Η σχετικά απρόσωπη διήγηση των γεγονότων με τη χρονολογική διάκριση σε θέρη και χειμώνες, καθώς και η μίμηση του θουκυδιδικού ύφους, που παρέχουν μια επίφαση αντικειμενικής ιστοριογραφίας, ανακόπτονται μετά το τέλος του πολέμου (2, 3, 9). Έτσι στα μεταπολεμικά γεγονότα παρουσιάζονται σημαντικές αποκλίσεις από τη μεθοδολογία των δύο πρώτων βιβλίων, καθώς η ανάμειξη προσωπικών απόψεων στην έκθεση των γεγονότων, η ανισομέρεια στην κατανομή της ύλης και η επανεμφάνιση της θεϊκής αιτιότητας στην εξέλιξη των γεγονότων, συνιστούν σοβαρή υποχώρηση από το επίπεδο της επιστημονικής ιστοριογραφίας, που θεμελίωσε ο Θουκυδίδης. Όταν δηλαδή την άνοδο και κυρίως την παρακμή της Σπάρτης την προσγράφει στη θέληση των θεών, τότε παραμελείται όλη η έρευνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει τους παράγοντες εκείνους που οδήγησαν σε πτώση την Σπαρτιατική ηγεμονία.

    Η προσωπική του συμπάθεια προς τη Σπάρτη είναι φυσικό να επηρεάζει την κρίση που επιβαρύνει μετά τη θεϊκή αιτιότητα περισσότερο την αντικειμενικότητα της ιστοριογραφίας του.

5. Η μορφή της ιστοριογραφίας 5.1. Ηρόδοτος

Ο Ηρόδοτος ως πρώτος ιστορικός, ήταν φυσικό να προσδιορίσει τη μορφή  της ιστοριογραφίας. Αυτή κατά κύριο λόγο είναι αφήγηση που βασίζεται στην έρευνα (ἱστορίης ἀπόδειξις) και διανθίζεται με εθνογραφικές και γεωγραφικές παρεκβάσεις, δημηγορίες, διάλογους και   μυθικές διηγήσεις. Η συγκατοίκηση τόσο ετερόκλητων στοιχείων δικαιολογείται από την πρωιμότητα της προσπάθειας ιστορικής συγγραφής πάνω σ’ ένα έδαφος με μυθικό γεωγραφικό και εθνογραφικό υπόστρωμα. Οι λογογράφοι και ιδιαίτερα ο Ἑκαταῖος είχαν δημιουργήσει το προστάδιο αυτό που χρησιμοποίησε και ξεπέρασε ο Ηρόδοτος, αφού τώρα κύριο θέμα του έργου  του είναι τα ανθρώπινα γεγονότα, και όχι τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά ή οι συνθήκες των λαών. Η κριτική επίσης διάθεση με την οποία χρησιμοποιεί τον Εκαταίο, θέτει ένα νέο πλαίσιο προσέγγισης και ερμηνείας, όπως δείχνει το χωρίο 2, 21, που απορρίπτει τη συσχέτιση των πλημμύρων του Νείλου με τον Ωκεανό. Στη χρήση πάντως γεωγραφικών αναλύσεων ο Ηρόδοτος σε αντίθεση με τον Εκαταίο, προσπαθεί να συνδυάσει το φυσικό περιβάλλον με κοινωνικές και οικονομικές ανθρώπινες ομάδες. Η λογογραφία και η γεωγραφία ήταν φυσικό να έχει επηρεάσει τον Ηρόδοτο, πολύ περισσότερο όταν η αφήγηση της επέκτασης του περσικού κράτους φέρνει στο προσκήνιο λαούς για τους οποίους ο αναγνώστης πρέπει να ενημερωθεί. Το πρόβλημα βέβαια έγκειται στην έκταση αυτών των παρεκβάσεων και το περιεχόμενο με τις περιγραφές παραδόξων γεγονότων που επιδιώκουν την τέρψη του ακροατηρίου. Σ’ αυτό συμβάλλει αποφασιστικά και η γοητεία που ασκεί η ανεπιτήδευτη απλότητα της ηροδότειας τεχνικής στην αφήγηση γεγονότων και προσώπων. Η παράθεση των ποικίλων συμβάντων και νουβελών είναι τέτοια, ώστε επιτυγχάνει τη δέσμευση του ενδιαφέροντος των ακροατών ή αναγνωστών, όπως ακριβώς συνέβαινε και με τα ομηρικά έπη. Αυτή η αφηγηματική πολυχρωμία, που δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό, καθώς ο χρόνος για τον Ηρόδοτο είναι σχεδόν επίπεδος, δημιουργεί την αίσθηση μιας εγγύτητας με την ποίηση, από την οποία άλλωστε εμπνέεται.

    Ακόμη και οι δημηγορίες και οι διάλογοι φέρνουν έντονη τη σφραγίδα της ποιητικής επίδρασης, αφού ο γενικός και ο απρόσωπος χαρακτήρας τους δεν είναι ικανός να ρίξει το απαιτούμενο φως στη διερεύνηση των βαθύτερων κινήτρων των ανθρωπίνων πράξεων. Έτσι το πλησιέστερο πρότυπο τους πρέπει ν’ αναζητηθεί δίχως άλλο στους ομηρικούς διάλογους και δημηγορίες και στον λαϊκότροπο χαρακτήρα τους. Σωστά άλλωστε θεωρείται ο ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στον Όμηρο και τον Θουκυδίδη.

Στα τελευταία βιβλία, όπου εξιστορείται η σύγκρουση Ελλήνων-Περσών η παρατηρημένη μείωση των παρεκβάσεων και η συνακόλουθη μείωση του εθνογραφικού υλικού οφείλονται προφανώς στην απουσία αγνώστων στοιχείων για τους Έλληνες κι έτσι οι «λόγοι» γι’ αυτούς δεν είχαν κανένα νόημα.

    Το απότομο κλείσιμο του έργου είναι προβληματικό, γιατί η φανερή έλλειψη φροντίδας γι’ αυτό, οδήγησε στη σκέψη ότι ίσως αυτό έμεινε ανολοκλήρωτο. Η μορφή όμως αυτή δικαιολογείται από τη διαπίστωση της φιλολογικής έρευνας (βλ. van Groningrn, La composition litteraire archaique Grecque, Verch. Niederl. Acad. N.R. 65/2, Άμστερνταμ 1958, 70) ότι στις αρχαϊκές και προκλασικές συνθέσεις το τέλος του έργου δεν παρουσιάζει την επιμελημένη διάπλαση της εισαγωγικής παραγράφου.

    Η μορφή πάντως που ο Ηρόδοτος καθιέρωσε στην ιστοριογραφία, η πολύπτυχη δηλ. και στρογγυλή εξιστόρηση των γεγονότων επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και τους μετέπειτα ιστορικούς.

5.2. Θουκυδίδης

    Η ηροδότεια ιστορία υπήρξε ένα καλό προηγούμενο για τον Θουκυδίδη για το τι πρέπει να επιλέξει και τι πρέπει να απορρίψει. Με φανερό υπαινιγμό για τους λογογράφους και τον Ηρόδοτο απορρίπτει το τερπνό χαρακτήρα της ιστοριογραφίας και επικεντρώνει την προσπάθεια του στην αντικειμενικότητα και τη σαφήνεια.

    Αυτή του η πρόθεση τον οδήγησε στο σχεδιασμό ενός τέλειου αρχιτεκτονήματος που ως προς τη μορφή θυμίζει λίγο τον Ηρόδοτο, δηλ. διήγηση, δημηγορίες, γεωγραφικές αναφορές, ως προς το περιεχόμενο όμως η απόσταση είναι αγεφύρωτη. Γιατί στην ιστορική διήγηση δεν διαπλέκει ούτε μύθους, ούτε την προσωπική του άποψη, ενώ αποφεύγει επιμελώς την αυτούσια εκδοχή των μαρτύρων για τα διάφορα συμβάντα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όλη η διήγηση των γεγονότων έχει ενταχθεί σε ένα αυστηρά οριοθετημένο χρονολογικό πλαίσιο, διακρινόμενο σε έτη πολέμου (πρῶτον, δεύτερον κ.λπ.) και στις υποδιαιρέσεις του (θέρη, χειμῶνες), ενώ επιστρατεύονται και δευτερεύοντες χρονολογικοί προσδιορισμοί που βασίζονται στις γεωργικές εργασίες (ἃμα σίτῳ ἀκμάζοντι κ.λπ.). Έτσι η διήγηση αποκτά συνοχή και συνέχεια.

    Όταν ο Θουκυδίδης καταφεύγει σε παρεκβάσεις, αυτό επιβάλλεται από την επιθυμία του να διηγηθεί με τρόπο σαφή, αντικειμενικό και επιστημονικό γεγονότα, που είχαν παραποιηθεί από τους προηγούμενους, όπως φαίνεται στην «πεντηκονταετία» (Ι 89-118). Καμιά διάθεση αναγνωστικής τέρψης δεν υπάρχει ως κίνητρά του, όπως υπάρχει στον Ηρόδοτο. Και οι εθνογραφικές και γεωγραφικές πληροφορίες του υπηρετούν την καλύτερη κατανόηση των διαδραματιζομένων.

    Η διαφορά τους όμως είναι ουσιωδέστερη στις δημηγορίες. Κι αυτό δεν οφείλεται στην καταφανή επίδραση των πρωταγόρειων «Δισσῶν Λόγων» στη μορφή των θουκυδιδικών δημηγοριών, αλλά στην αποκάλυψη μέσω αυτών του παιχνιδιού των δυνάμεων, οι οποίες διαμορφώνουν τα γεγονότα. Οι λόγοι δεν έχουν το χαρακτήρα των γενικών θεωρήσεων του Ηρόδοτου, αλλά διαγράφουν ανάγλυφα τα σχέδια, τις προθέσεις και τους στόχους των πρωταγωνιστών του πολέμου και επομένως γνωρίζουμε τα αληθινά κίνητρα και αίτια του ιστορικού γίγνεσθαι.

    Το πρόβλημα που ανακύπτει είναι, αν οι λόγοι αυτοί είναι αυθεντικοί ή πλασμένοι από τον ίδιο τον ιστορικό. Αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ακρίβεια και την αντικειμενικότητα και ο ίδιος ο ιστορικός έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος. Στο μεθοδολογικό του κεφάλαιο (Ι 22) αναφέρει ότι, αν ήταν πραγματικά δύσκολη η λεπτομερής απομνημόνευση, η κεντρική ιδέα των λόγων (ξύμπασα γνώμη) κρατήθηκε οπωσδήποτε πιστή. Δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουμε αυτή την διαβεβαίωση, γιατί αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την κατάρριψη ενός βασικού πυλώνα της θουκυδιδικής επιστημονικής ιστοριογραφίας. Η ανάλυση του Επιταφίου πιστοποιεί την προσήλωση του ιστορικού στην αυθεντική παρουσίαση των ιδεών των πρωταγωνιστών.

    Παράλληλα η διαβεβαίωσή του ότι το προσωπικό του μερίδιο στη σύνθεση των λόγων περιορίζεται από το επιχείρημα του εικότος (περί των αεί παρόντων τα δέοντα), δείχνει τα εξώτατα όρια της ορθολογιστικής μεθοδολογίας του, που θέλει να διασφαλίσει όχι μόνο την ακρίβεια, αλλά και τον χαρακτήρα του έργου του ως «κτήματος ἐς ἀεί», αφού σταθερή συνιστώσα των εξελίξεων παραμένει πάντα ο άνθρωπος.

    Μοναδική είναι η διαλογική μορφή Μηλιών και Αθηναίων στο περίφημο επεισόδιο του 5ου βιβλίου (84-116), που δεν πρέπει να συσχετιστεί με τους σωκρατικούς διάλογους, αλλά μάλλον με τη σοφιστική εριστική που και ο Σωκράτης χρησιμοποίησε. Συνοψίζοντας, η μορφή της θουκυδιδικής ιστορίας υπηρετεί, σε αντίθεση με αυτήν του Ηρόδοτου, την αντικειμενικότητα και την ακρίβεια.

 

 

 5.3. Ξενοφών

    Η καταφανής επιρροή που έχει δεχθεί ο Ξενοφώντας από τον Θουκυδίδη στο δικό του ιστοριογραφικό έργο, επεκτείνεται και στη μορφή του έργου. Η ουσιωδέστερη όμως διαφορά έγκειται στη διαπίστωση ότι οι δημηγορίες του ξενοφωντικού έργου, παρά τον χαρακτηρισμό των προσώπων και μερικές φορές τη συναισθηματική τους φόρτιση, παραμένουν προσηλωμένες σε μια επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων και δεν διαφωτίζουν τον αναγνώστη για το παιχνίδι των δυνάμεων που δρουν στο βάθος των γεγονότων.

6. Η σύνθεση του έργου

 

 6.1. Ηρόδοτος

    Η παραπομπή, που ο ίδιος ο Ηρόδοτος κάνει στο βιβλίο του στους Ἀσσυρίους λόγους εγείρει το ερώτημα, αν πρόκειται για παρέκβαση που ξέχασε να συμπεριλάβει το έργο του ή για ξεχωριστό έργο. Η αναφορά του Αριστοτέλη στο έργο Περί τὰ ζῷα ἱστορίαι VIII 18 (601 Α 31) στους λόγους αυτούς ευνοεί τη δεύτερη περίπτωση. Παράλληλα έντονη συζήτηση προκάλεσε ο τρόπος σύνθεσης της ηροδότειας ιστοριογραφίας, αφού μπορούν να αναγνωρισθούν τμήματα του έργου του γραμμένα τα πρώτα έτη του Πελοποννησιακού πολέμου (π.χ. VI 99, VII 137 και 233, IX 73). Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι ο Ηρόδοτος, όπως παραδίδει ο Πλούταρχος (Περὶ τῆς Ἡροδ. κακοηθείας 26), είχε πάρει μια τιμητική αμοιβή δέκα παλαιών το 445/44 προφανώς για τη δημοσιοποίηση τμημάτων της ιστορίας του με την προσφορά των Αθηναίων, τότε το ερώτημα που ανακύπτει είναι, πότε έγινε η συγγραφή ενός τόσο μεγάλου και ποικίλου έργου. Πρέπει πάντως να θεωρήσουμε ότι η προσπάθεια εξακρίβωσης του χρόνου σύνθεσης επιμέρους τμημάτων του έργου αποβαίνει δύσκολη. Έχει διατυπωθεί η άποψη από τον Kirchhoff ότι τα τελευταία βιβλία, που παρουσιάζουν πύκνωση ιστορικού υλικού, έχουν γραφεί, σύμφωνα με τις όψιμες ενδείξεις που έχουν, πολύ αργά και σε κάθε περίπτωση πριν από τα πρώτα τέσσερα βιβλία με τις περσικές κατακτήσεις. Η αντίθετη άποψη που εκπροσωπείται από τον Bauer προβάλλει κανονικά την εξέλιξη της συγγραφής από τα πρώτα βιβλία στα τελευταία, εξηγώντας τις όψιμες ενδείξεις ως μεταγενέστερες διορθώσεις του συγγραφέα. Αυτό άλλωστε είναι και ένα στοιχείο αρχαϊκότητας, όπως διαπιστώνει κανείς από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου. κι εκεί το δράμα εξελίσσεται από τα μεγάλα χορικά στη σφιχτότερη σύνθεση του μύθου. Άλλη επίσης άποψη, αυτή του Macan, υποστηρίζει ότι τα βιβλία 7-9 γράφηκαν πριν από τα υπόλοιπα και μάλιστα πριν από το 445, ενώ τελευταίο πρέπει να γράφτηκε το 2ο βιβλίο. Το έργο πάντως και κυρίως τα τελευταία βιβλία αναθεωρήθηκαν στην Αθήνα κατά τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, όπως δείχνουν οι όψιμες ενδείξεις.

    Παρόμοια είναι και η άποψη σύμφωνα με την οποία ο Ηρόδοτος στην Αθήνα κάτω από την αιγίδα του πνευματικού κλίματος εξελίχτηκε από εθνογράφος σε ιστορικό.

    Η σημαντικότερη όμως θεωρία διατυπώθηκε από τον F. Jacoby (Re 52, 1913, 105). Σύμφωνα με αυτήν:

α) Υπό την επίδραση του Εκαταίου έγραψε τους λαογραφικούς λόγους, που ήσαν αρχικά αυτοτελείς δημιουργίες που ανταποκρίνονταν στα εθνογραφικά και όχι ιστορικά του ενδιαφέροντα.

β) Οι εθνικογραφικοί αυτοί λόγοι ακολουθούσαν τον τύπο που είχε καθιερώσει ο Εκαταίος δηλ., την παρουσίαση της γεωγραφίας της χώρας, της ιστορίας, των παράξενων (mirabilia) και των εθίμων.

γ) Οι λόγοι αυτοί παρουσιάζονταν δημόσια από τον Ηρόδοτο ως επιδείξεις.

δ) Στην Αθήνα υπό την επίδοση των περικλεϊκών κύκλων ή και του ίδιου του Περικλή έγινε θετός Αθηναίος (WählAthener) και άρχισε να διασκευάζει τους λόγους σε ιστορία, εξυμνώντας την Αθήνα και ιδιαίτερα τους Αλκμεωνίδες (βλ. ιδίως VI 131).

Το έργο αυτό το άρχισε αργά και το άφησε ημιτελές, όταν πέθανε στους Θούριους.

Τα επιχειρήματα του Jacoby αντικρούστηκαν πολύ νωρίς και από πολλούς. Από τον F. Focke (Herodot als Historiker, 1927), ως τον H. Immerwahn (Form and Thought in Herodotus, Κλήβελαντ 1966) και από τον Lesky έως την Trédé παραδέχονται ότι ανεξάρτητα από την πνευματική εξέλιξη του Ηροδότου αυτό που προέχει είναι η ενότητα του έργου τόσο ιδεολογικά όσο και συνθετικά, αφού διαπιστώνεται σε όλο το έργο του ο ενιαίος τρόπος σχεδιασμού και ανάλυσης. Το δομικό σχήμα να παρουσιάζει τα ήθη και τα έθιμα ενός λαού αμέσως όταν οι Πέρσες στην εξάπλωσή τους έρχονταν σε επαφή μαζί του, τηρείται απαρέγκλιτα. (H. Erbse, “Tradition und Form im Werke Herodots Gymn, 6819 239). Η διπλή αιτιότητα επίσης στην εξέλιξη των γεγονότων, δηλ. η θεϊκή και η  ανθρώπινη, με πρόδηλη κυριαρχία της πρώτης, εντοπίζεται σε όλα τα τμήματα του έργου, από τα πιο εθνογραφικά (πρώτα βιβλία) ως τα πιο ιστορικά (τελευταία βιβλία) τμήματα του έργου.

 

 

6.2. Θουκυδίδης

    Η έρευνα για τη σύνθεση του θουκυδιδικού έργου ακολούθησε την πεπατημένη του ομηρικού προβλήματος, ώστε και εδώ να γίνεται λόγος για θουκυδιδικό πρόβλημα με δύο σχολές, την αναλυτική και την ενωτική.

    Την αναλυτική αντίληψη θεμελίωσε ο Franz Wolfagang Ullrich με το έργο του Beiträge zur Erklärung des Thukydides (= Συμβολές στην ερμηνεία του Θουκυδίδη), Αμβούργο, 2 τόμο, 1845-2/6 . Σύμφωνα με αυτήν, το έργο του Θουκυδίδη διακρίνεται σε δύο σχεδιαγράμματα. Το πρώτο περιλαμβάνει τα πρώτα βιβλία ως τα μέσα του 4ου και ασχολείται με τον Αρχιδάμειο πόλεμο ως την Ειρήνη του Νικία (421 π.Χ.). Το δεύτερο από τα μέσα του 4ου βιβλίου ως το όγδοο συγγράφηκε μετά το τέλος του πολέμου (404 π.Χ.). Απόδειξη γι’ αυτό είναι για τον Ullrich ότι, ενώ στο πρώτο σχεδίασμα αγνοείται η συνολική διάρκεια του πολέμου, στο δεύτερο και συγκεκριμένα στο 5,26, στο λεγόμενο «Δεύτερο προοίμιο», αναφέρεται και το τέλος του πολέμου, κάτι που σημαίνει ότι ο Θουκυδίδης το έγραψε μετά το τέλος του. Οι αδιαμφισβήτητες όμως όψιμες ενδείξεις που υπάρχουν στο πρώτο σχεδίασμα υποχρέωσαν τον Ullrich να δεχθεί ότι ο ιστορικός επεξεργαζόταν όλο το έργο μετά το τέλος του πολέμου.

    Την αντίληψη αυτή υιοθετεί και ο W. Schadewaldt στο έργο Die Geschichtsschreibung des Thukydides, Βερολίνο 1929 με την παρατήρηση όχι η επεξεργασία των πρώτων βιβλίων μετά το 404 π.Χ. προδίδει στάδια πνευματικής εξέλιξης του Θουκυδίδη, που από την αυστηρή έρευνα προχωρεί στην κατανόηση της ιστορίας και τη μετάδοση αυτής της κατανόησης στους άλλους. Έτσι η αναθεώρηση των 4 πρώτων βιβλίων έγινε για να δικαιολογηθεί η περικλεϊκή πολιτική και κατά κύριο λόγο να παραδοθεί στους μεταγενέστερους η πραγματική και πιστή εικόνα της Αθήνας.

    Πιο πιστός στην ομηρική έρευνα ο Eduard Schwarz στο έργο του Das Geschichtswerk des Thukydides, (=Το ιστορικό έργο του Θουκυδίδη), Βόννη 21929, ανακαλύπτοντας αποφάσεις και διπλές διατυπώσεις, που ο εκδότης του Θουκυδικού έργου προσπάθησε να διορθώσει. Στο έργο κατά τον Schwarz είναι ευδιάκριτα στρώματα σύνθεσης που παραπέμπουν σε μια πνευματική εξέλιξη του Θουκυδίδη.

    Το αναλυτικό αυτό οικοδόμημα επιχείρησε να αναθεωρήσει ο Harald Patzer στο έργο του Das Problem der Geschichtsschreibung des Thukydides und die thukydideische Frage (=Το πρόβλημα της ιστοριογραφίας του Θουκυδίδη και το θουκυδιδικό πρόβλημα), Βερολίνο 1937. Τα χωρία με τις όψιμες και τις πρώιμες ενδείξεις συγκεντρώθηκαν και διερευνήθηκαν για να ελεγχθεί η αντοχή τους σε μια σοβαρή κριτική. Το πόρισμα αυτής της εργασίας ενίσχυσε την άποψη της όψιμης σύνθεσης του έργου, αφού οι πρώιμες ενδείξεις συγγραφής του έργου περιορίστηκαν σημαντικά σε αριθμό και αποδεικτική ισχύ. Τα συμπεράσματα του Patzer αμφισβήτησε πολύ σωστά ο Schadewoldt, αφού δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο Θουκυδίδης δεν άρχισε να γράφει «ευθύς καθισταμένου του πολέμου», όπως ο ίδιος δηλώνει (I 1,1), ή ότι μετά το 411 π.Χ. με την επακολουθήσασα Ειρήνη του Θουκυδίδη, δεν θα προσπαθούσε να συγγράψει την ιστορία του Αρχιδαμείου πολέμου με την υποψία μιας κατοπινότερης συνέχειάς του.

    Την αναλογία με το ομηρικό πρόβλημα επιβεβαιώνει και η ενωτική αντίληψη του John H. Finley στο άρθρο “The Unity of Thukyd. Histoty Harvard Studies, παραρτ. τόμ. 1, 1940, 255 κε. Σύμφωνα με αυτήν το θουκυδιδικό έργο δεν είναι ένα άθροισμα σχεδιασμάτων με προσθήκες και παρεμβολές που ανακαινίζουν τη μορφή και το περιεχόμενό του, αλλά ένα ενιαίο έργο σχεδιασμένο με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια.

    Ότι την τελική επεξεργασία του έργου ο ιστορικός πραγματοποίησε μετά το τέλος του πολέμου, δείχνει η διακοπή του στα γεγονότα του 411 π.Χ., αλλά και η ανεπεξέργαστη μορφή του 5ου και του 8ου βιβλίου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τη διάρκεια αυτής της επεξεργασίας παλιό υλικό αναθεωρήθηκε ή απομακρύνθηκε, όπως επίσης άλλα γεγονότα απέκτησαν νέα σημασία και προβλήθηκαν ιδιαίτερα, αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι όλα αυτά επιβεβαιώνουν τη συνοχή του έργου του. τώρα ιδώθηκε από μια τέλεια οπτική γωνία για να αποτελέσει «κτήματος ἐς ἀεί».

 

 

6.3. Ξενοφών

    Είναι πολύ λογικό να υποθέσει κανείς ότι ένα ιστορικό έργο μεγάλης χρονικής περιόδου δεν συγγράφηκε μονομιάς, αλλά σε διαφορετικά στάδια. Αυτό ισχύει για τα Ελληνικά του Ξενοφώντα που το πρώτο στρώμα θα πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (δηλ. από την αρχή ως το 2, 3, 9, αφού πρόδηλος στόχος του συγγραφέα ήταν να συμπληρώσει το ιστορικό έργο του Θουκυδίδη που είχε μείνει ημιτελές, κατέγραψε δηλ. τα γεγονότα από το 431 έως το 411 π.Χ.

Σ’ αυτό το πρώτο στρώμα είναι φανερή η επίδραση του θουκυδιδικού προτύπου (χρονολογική διάκριση σε θέρη και χειμώνες, αποφυγή προσωπικών κρίσεων, μίμηση Θουκυδικού ύφους), στη συνέχεια όμως αυτή ατονεί και ο Ξενοφώντας δείχνει τα ατομικά ιστοριογραφικά και υφολογικά του χαρακτηριστικά.

    Το δεύτερο μέρος αρχίζει με την διήγηση της εγκαθίδρυσης των 30 τυράννων (403 π.Χ.) και τελειώνει ως στη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.). Η μνεία όμως του θανάτου του Αλεξάνδρου των Φερών (359 π.Χ.) σημαίνει ότι επεξεργαζόταν ακόμη το έργο του ίσως και μετά τη χρονιά αυτή, ειδικότερα το δεύτερο μέρος. Το ενδιάμεσο προοίμιο (5, 4, 1) με την ερμηνεία της παρακμής της Σπάρτης ως οφειλόμενης στην οργή των θεών για την τήρηση των υποσχέσεών της για αυτονομία των Ελλήνων, είναι μια απόδειξη της επεξεργασίας στην οποία υπέβαλλε το έργο ο συγγραφέας.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπορεί κανείς να εντοπίσει και άλλες διαιρέσεις στο δεύτερο αυτό τμήμα του έργου. Παραμένουν όμως αυτές χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

 

 

7. Το Ύφος

    Το ύφος στην αρχαιοελληνική γραμματεία καλλιεργήθηκε προοδευτικό από τον 6° αι. π.Χ., οπότε έχουμε και την πρώτη εμφάνιση του πεζού λόγου. Ενώ στη Λυρική Ποίηση είχαν εκπροσωπηθεί όλες οι αρχαίες διάλεκτοι (ιωνική, αιολική, δωρική), ο πεζός λόγος παρέμεινε αποκλειστικά κάτω από την κυριαρχία της αττικοκοινωνικής διαλέκτου. Τα αίτια πρέπει βέβαια να αναζητηθούν στις ιδιαίτερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες (οικονομική ευημερία, πολιτική σταθερότητα, δημοκρατία). Έτσι η ιωνική διάλεκτος μπορεί να χαρακτηριστεί ως πρώτη «κοινή» του ελληνικού πεζού λόγου και χρησιμοποιήθηκε στη φιλοσοφία, την επιστήμη και την ιστοριογραφία.

 

7.1. Ηρόδοτος: Η ειρομένη λέξις

    Τα πρώτα μεγάλα έργα σε πεζό λόγο γράφηκαν από τους Ίωνες λογογράφους. Οι αρχαίοι εκπρόσωποι της Περιπατητικής σχολής είχαν την εντύπωση ότι αυτή η διηγηματική πεζογραφία των Ιώνων προήλθε από την επική ποίηση με κατάλληλη βέβαια προσαρμογή, δηλαδή με κατάργηση της μετρικής μορφής. Τα αποσπάσματα όμως των έργων της πρώιμης πεζογραφίας, όπως διασώθηκαν στους παπύρους ή στην έμμεση παράδοση διαψεύδουν τη θεωρία αυτή των περιπατητικών και πιστοποιούν τη διαφορετική δομή του πεζού λόγου.

 

α. Δομή

    Τα στοιχεία του ύφους είναι η δομή και η γλώσσα, ενώ παράγοντες το άτομο, η εποχή, το είδος και οι περιστάσεις. Ως προς τη δομή το πρώιμο ύφος είναι λιτό, χωρίς στολίδια, με μικρές κατά κανόνα και περιστατικά συνδεόμενες προτάσεις. Η σύνδεση των προτάσεων γίνεται με την επανάληψη μιας λέξης στον ίδιο ή διαφορετικό τύπο (λέξη-κλειδί) ή με τη χρήση δεικτικών αντωνυμιών.  Έτσι  δημιουργείται  ένας  αλυσιδωτός λόγος, που πρώτος ο Αριστοτέλης, στο  πλαίσιο μελέτης του αρχαίου ύφους, αποκάλεσε εἱρομένην λέξιν (Ποιητ. 14099 35).

Ηροδ. 1,8.    Οὗτος  δὴ  ὦν  ὁ  Κανδαύλης  ἠράσθη  της ἐωυτοῦ γυναικός,

                    ἐρασθεὶς  δὲ   ἐνόμιζε   οἱ  εἶναι   γυναῖκα  πολλὸν  πασὲων

               καλλίστην.  Ὥστε  δὲ  ταῦτα  νομίζων,  ἦν  γὰρ  οἱ  τῶν

                    αἰχμοφόρων  Γύγης   ὁ  Δασκύλου  ἀρεσκόμενος  μάλιστα,

                        τούτῳ τῷ Γύγῃ …

 

1,6,2           Οὗτος δὴ ὁ Κροῖσος βαρβάρων πρῶτος τῶν ἡμεῖς ἴδμεν τοὺς

                      μὲν κατεστρέψατο Ἑλλήνων ἐς φόρου, ἀπαγωγήν, τοὺς δὲ   φίλους προσεποιήσατο.

                      Κατεστρέψατο μὲν Ἲωνάς τε καί Αἰολέας καί Δωριέας τοὺς  ἐν τῇ Ἁσίη, φίλους δὲ προσεποιήσατο Λακεδαιμονίους.

Η κυκλική  πορεία των νοημάτων και, η  αιφνίδια  μεταστροφή  του λόγου είναι χαρακτηριστικά της πρωιμότητας και απλότητας του προδοτικού ύφους.

 

Ηρόδ. 5,6:    Τῶν δὲ ἂλλων Θρηΐκων ἐστί ὃδε νόμος…

                        οὗτοι σφίων οἱ ἐπιφανέστατοι νόμοι εἰσί.


1,51              Ἐπιτελέσας δὲ ὁ Κροῖσος ταῦτα ἀπέπεμψε ἐς Δελφούς…

 

1,52:             Ταῦτα μὲν ἐς Δελφούς ἀπέπεμψε.

 

5,31:               ἀπικόμενος δὲ ὁ Ἀρισταγόρας ἐς τάς Σάρδις λέγει πρός τόν

                        Ἀρταφρένεα ὡς Νάξος εἴη νῆσος μεγάθεϊ μὲν οὐ μεγάλη…

                       Σὺ ὧν ἐπὶ ταύτην τὴν χώραν στρατηλάτεε…

                    (πβ. Ομ. Ιλ. Ο 346 κτ.).

Η παραμονή του Ηρόδοτου στην Αθήνα ήταν φυσικό να επηρεάσει το ύφος του. Έτσι επιδράσεις της σοφιστικής ρητορικής με τις αντιθέσεις και τη ρυθμικότητα των φράσεων είναι ευδιάκριτες στο έργο του.

1,210:        ὃς ἀντὶ μὲν δούλων ἐποίησας ἐλευθέρους Πέρσας εἶναι, ἀντὶ

                     δὲ ἄρχεσθαι ὑπ’ ἄλλων ἄρχειν ἁπάντων.

 

1,4,2;          τό δὲ ἁρπασθεισέων ποιήσασθαι τιμωρέειν ἀνόητων, τὸ δὲ

                     μηδεμίαν ὤρην ἒχειν  ἀρπασθεισέων σωφρόνων.

7,11,3:       ἀλλὰ. ποιέειν ἤ παθεῖν πρόκειται ἀγών, ἵνα ἡ τάδε πάντα

      ὑπό Ἓλλησι ἤ ἐκείνα πάντα ὑπό Πέρσησι γένηται.

 

7,139:      εἰ Ἀθηναῖοι καταρρωδήσαντες τὸν ἐπιὸντα κίνδυνον

                  ἐξέλιπον τὴν σφετέρην ἤ καὶ μὴ ἐκλιπόντες ἀλλὰ μείναντες

                  ἒδοσαν σφέας αὐτοὺς Ξέρξῃ, οὐδαμοὶ ἂν ἐπειρῶντο… εἰ τοί

                  νῦν κατὰ θάλασσαν μηδεὶς ἠντιοῦτο Ξέρξῃ, κατά γε τήν

                 ἤπειρον ἂν τοιάδε ἐγίνετο…

 

    Η διαπλοκή κυρίων και δευτερευουσών προτάσεων είναι βέβαια τέτοια που δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο νόημα, χωρίς όμως την προβολή της λογικής σχέσης των μερών, όπως συμβαίνει στο ρητορικό ύφος.

1,45:       Ἒχω ὦ ξεῖνε, παρὰ σέο πᾶσαν τὴν δίκην, ἐπειδὴ σεωυτοῦ

καταδικάζεις θάνατον. Εἲη δὲ οὐ σύ μοι τοῦδε τοῦ κακοῦ αἲτιος, εἰ μὴ ὅσοι ἀέκων ἐξεργάσαο,  ἀλλὰ θεῶν κοὒ τις, ὅς μοι καὶ πάλαι προεσήμανε τὰ μέλλοντα ἔσεσθαι.

 

 

 β. Γλώσσα

 

    Οι πολυποίκιλες επιδράσεις που δέχτηκε ο Ηρόδοτος από την ποίηση, τη σοφιστική ρητορική και την αττική διάλεκτο αντανακλόνται στη γλωσσική πολυμορφία του έργου του. Ο Ηρόδοτος δεν έγραψε στην καθαρή ιωνική του Εκαταίου, αλλά σε μια μεικτή γλώσσα στην οποία ποιητικές λέξεις και κυρίως ομηρικές έχουν την πρώτη θέση. Αυτό ήταν βέβαια φυσικό, γιατί, όπως είπαμε, ο πεζός λόγος ήταν φτωχός σε λέξεις και το μόνο λεξιλόγιο απ’ το οποίο μπορούσε ο συγγραφέας να αντλήσει ήταν αυτό της ποίησης. Η παραμονή επίσης του ιστορικού στην Αθήνα με την πολυδύναμη πνευματική κίνηση αυτής της περιόδου άφησε τα ίχνη της και στη δομή και στο λεξιλόγιο.

    Κατά βάση η γλώσσα του έργου του είναι η Ιωνική της Μιλήτου, οι αρχαϊκοί όμως τύποι που απαντούν στο έργο του είχαν πάψει προ καιρού να μιλιούνται[1]. Έτσι ο ίδιος ο Ηρόδοτος έκανε μια αρχαϊκή επίστρωση στο έργο του χωρίς να είναι δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια το εύρος της, γιατί πολύ νωρίς από τον 4ο π.Χ. αι. θέλησαν οι εκδότες του έργου να την επεκτείνουν. Ο τύπος οὒνομα π.χ., που είναι αρχαϊκός ιωνικός τύπος και απαντά και στο έπος, είναι μεταγενέστερη διόρθωση του τύπου ὄνομα που απαντά και στην Οδύσσεια. Την εποχή του Ηροδότου ο φθόγγος ο απέδιδε και τη δίφθογγο ου κι επομένως ο ιστορικός μπορεί να έγραψε ὄνομα και όχι οὒνομα. Πολλές επίσης ασυναίρετες ομάδες φωνηέντων που παρατηρούνται στο έργο (ῥέεθρον, βασιλέες, εὐγενέες, ἒδεε, ἐργάζεαι, δοκέεις, ἀέκων, περιρρόου, εἴκοσι, νόῳ κ.ά.) δεν υπάρχει λόγος να τις θεωρήσουμε ύποπτες, επειδή είχαν συναιρεθεί στην ιωνική διάλεκτο, όπως βεβαιώνουν οι επιγραφές και οι Ίωνες ιαμβογράφοι. Η πιθανότητα να τις έγραψε ο ίδιος ο Ηρόδοτος παραμένει ισχυρή.

    Οι κυριότερες διαφορές της ηροδοτικής αυτής ιωνικής διαλέκτου από την αττική είναι οι ακόλουθες:

 

1) Φωνητική:

 

η αντί α:              χώρη, φιλίη, ἰσχυρή, τριήκοντα, διηκόσιοι, ἐβιήσατο, ἀπέδρη, λάθρη, λίην, θώρηξ, θέητρον, ἰητρός, πρῆγμα, πρήττω, κ. ά.

                        πρύμνη, πρώρη, πεντηκόσιοι, διπλήσιοι

α αντί ε :              τάμνω, μέγαθος

α αντί η :              μεσαμβρίη, ἀμβισβατέω, χράομαι, χρᾶται, ἐχρᾶτο

α αντί ο:               ἀρρωδέω, ἀρρωδίη

ε αντί α:               ἔρσην, τέσσερες, τεσσεράκοντα

ε αντί ει:              ἐς, ἔσω, μέζων, κρέσσων, πλέων, βαθέα, εὑρέα, ἔδεξα-ἐδέχθη, (αλλά δείκνυμι-ἐδείκνυν), ἔργω, ἔωθα, ἐπιτήδεος, ἐπέτεος

ι αντί ε;                ἱστίη

ι αντί ευ.              ἰθύς, ἰθύνω

ι αντί ιέ:               ἱρός, ἱρήιον, ἲρηξ

η αντί ω:              Φθιῆτις, Θεσσαλιῆτις

ω αντί η:              πτώσσω

ω αντί αυ:            θῶμα, τρῶμα

ω αντί ου:       ὦν, γῶν, τοιγαρῶν

αι αντί α:              αἰεί, αἰετός

ει αντί ε:               εἰρωτῶ, εἲνατος, εἵνεκεν, κεινός, ξεῖνος

ου αντί ο:             μοῦνος, νοῦσος, Οὒλυμπος, οὒνομα, (ο) οὖρος, (το) οὖρος,

γόνυ-γούνατα, δόρυ-δούρατα

εω αντί αο:     λεώς, Λεωνίδης, Ποσειδέων, ὀπέων

 

2. Συναίρεση συνήθως δεν γίνεται, όπως ακριβώς και στα ομηρικά
έπη (ἂεθλος, ἀέκων, ἀείρω, νόος, ῥέεθρον, γνωμέων, πολιητέων, γένεος, γένεα, καλέω, καλέεις, ἐκάλεον) ή γίνεται διαφορετικά:

Το εο και ου συναιρούνται σε ευ: ποιεῦσι, ποιεῦντες, ἐποίευν, ἐμεῦ, σεῦ.

Το οη συναιρείται σε ω : ὀγδώκοντα, βῶσαι (βοαν), ἐννώσας (εννοώ)

 

 

3.   Διαίρεση

εϊ   αντί  ει:       βασιλέϊ, πάθεϊ

ηϊ  αντί  ει:       ἀνδρήϊη, βασιλήϊη, στρατήϊη. (τα προπαροξύτονα σε -εια

παραμένουν: βασίλεια (=βασίλισσα), ἀλήθεια, ὑγίεια), μαντήϊον, σημήϊον, οἰκήϊος (αλλά Δαρείος, Ἀργεῖος).

ηϊ   αντί  η:           δηϊόω, κληΐς, χρηΐζω, Θρῆϊξ, ῥηΐδιος

ωϊ  αντί  ω:           πατρώϊος, πρωΐ

 

 

4.  Κράση

τἆλλα, ταὐτά, τἀνθρώπον, κἀκεῖνος, κἀμοὶ (όπως και στους Αττικούς), ὡνήρ, ὣνθρωπος, οὕτερος, τοὔτερον, τἂτερα, ὧλλοι, τὠρχαῖον, ἐωυτοῦ (<ἓο αὐτοῦ), ἐμεωυτοῦ, σεωντοῦ, ὡυτός, τὠυτό.

5.  Σύμφωνα: Το αρχικά υπερωικοχειλικό Κw, που στις άλλες διαλέκτους εξελίχτηκε σε π, διατηρεί τον υπερωικό χαρακτήρα του και αποβάλλει τον χειλικό: ὅκως, κου, κόθεν (πβλ. λατ. quot).

Η ψίλωση είναι συχνό αλλ’ όχι χαρακτηριστικό φαινόμενο της ιωνικής, αφού συμβαίνει και στα αιολικά. Το φαινόμενο αυτό αντικαθρεφτίζεται και στα σύνθετα: ἀπικνέεται, ἐπεξῆς, ἀπίστασθαι, καταιρεθείη, κ.τ.λ.

Τα συμπλέγματα επίσης –σσ– αντί για –ττ– και –ρσ– αντί για –ρρ– είναι γνήσια ιωνικά (τα χρησιμοποιεί και ο Θουκυδίδης):πρήσσω αντί πράττω, θάρσος αντί θάρρος κ.λπ.

 

  

γ. Τυπικό

 

    1. Στις αντωνυμίες αξιοπαρατήρητη είναι η κλίση της αναφορικής ὅς, ἥ, τό που η κλίση της είναι ίδια με την αντίστοιχη δεικτική (το άρθρο δηλ.) της ομηρικής διαλέκτου (ὅς, τοῦ, τῷ, τόν, οἵ, τῶν, τοῖσι, τούς, κλπ.). Με τους τύπους της αντωνυμίας αυτής, που αρχίζουν από σύμφωνο, συνδέονται οι προθέσεις που δεν εκθλίβονται (ἐν, ἐκ ή ἐξ, ἐς, περί, πρό, πρός, σύν, ὑπέρ) και μάλιστα η πρόθεση περί πάντα με αναστροφή (τῆς περί κ.λπ.), ενώ αυτές που εκθλίβονται (ἀντί, ἀπό, διά, ἐπί, κατά, μετά, παρά, ὑπό) συνδέονται με τύπους φωνηεντικούς (ἀπ’ οὗ, δι’ἧς, ἐπ’ ᾧ, παρ’ ὃ, κ.λπ.).

Με τέτοιους τύπους συνδέονται επίσης και οι πρώτες σε χρονικούς μόνο προσδιορισμούς (ἐν ᾧ, εἰς ὃ, ἂχρι οὗ, ἐξ οὗ κ.λπ.).

Στην κλίση των ονομάτων παρατηρείται ο σχηματισμός της ενικής γενικής των πρωτοκλίτων σε -εω και της αιτιατικής σε -εα. Στον πληθυντικό η γενική λήγει σε – έων και η δοτική σε – ησι(ν).

Στα δευτερόκλιτα η δοτική πληθυντικού λήγει σε – οισι(ν).

Στα τριτόκλιτα σε -εύς η γενική ενικού σχηματίζεται σε -έος (Ἁλικαρνασσέος, βασιλέος), ενώ η ονομ. πληθυντικού σε -έες και η δοτική

σε -ώσι.

    2. Στα ρήματα παρατηρείται στους ιστορικούς χρόνους συλλαβική και χρονική αύξηση, όπως στην Αττική, με εξαίρεση τον υπερσυντέλικο που μένει συχνά αναύξητος. τελευτήκεε, δέδεκτο, κατακέκριτο, ἀκηκόει, ἀραίρητο (αἱρέω).

    Η συλλαβική αύξηση λείπει επίσης στους θαμιστικούς τύπους σε          -σκον, -σκόμην: ἂγεσκον, ποίεσκον, ηοιέσκετο, ἔσκον(=ήσαν), λάβεσκε κ.λπ. Απουσιάζει ακόμα από τα ρήματα ὠθείν, ὠνεῖσθαι: ἀπωσμένος, ὠνέοντο.

Η χρονική αύξηση λείπει στα ρήματα με ιδιάζουσα ιωνική μορφή, όπως: ἀγινέω, ἀμείβομαι, ἀναισιμόω(=δαπανώ), ἀρρωδέω, ἀρτέομαι (=ετοιμάζομαι), ἑσσόω, ὁρτάζω, ἒργω (αττ. εἴργω). Επίσης στα ποιητικά ρήματα: ἀεθλέω, ἀλνκτάζω (=ανησυχώ), ἐλινύω (=παύω) και οτους ομηρικούς τύπους: ἂνωγε, ἔρδον, ἔρξαν, οἶκα, (οἶκατε, οἶασι, οἰκώς-ός). Επιπλέον στα ρήματα που αρχίζουν από δίφθογγο αι, αυ, ει, ευ, οι, όπως: αἰδέομαι, αἰνέω, αἱρέω, αὔξω, εἰκάζω, εἰρωτῶ, εὓδω, εὒχομαι, οἰκέω, ἀνοίγω, οἴχομαι, κλπ. Επιπρόσθετα στα ρήματα: ἐάω, ἐργάζομαι, ἒωθα (αλλά ἦσαν, εἶδον, εἶχον, ἦλθον). Υπάρχουν όμως και ρήματα τα οποία έχουν μερικούς τύπους αναύξητους όπως: ἀγωνίδαται (ἀγωνίζομαι), ὑπαργμένος (ἂρχω), περιέφθησαν (περιέπω).

Οι επικές καταλήξεις -αται και -ατο αντί για -νται και -ντο του γ’ πληθ. προσώπου του παθ. παρακειμένου και υπερσυντελίκου της οριστικής, του ενεστώτα και παρατατικού, επίσης των ρημάτων σε -μι, καθώς και των μέσων και παθητικών ευκτικών είναι σε καθολική χρήση: τετύφαται (τνφόω), δεδέχαται, ἀναμεμίχαται, ἀγωνίδαται, ἐσκευάδατο, διεφθάρατο, κεχωρίδαται, ἀπίκαται, ἀπίκατο, ἐστάλατο (στέλλω). Τιθέαται, ἐτιθέατο, ἱστέαται, δυνέαται, ἐκδιδόαται, κ.λπ. Ἀγοίατο, βουλοίατο, γευσαίατο, τισαίατο, γενοίατο, κ.λπ.

    Το β’ εν. πρόσωπο της οριστικής της παθητικής φωνής έχει κατάληξη -εται αντί ῃ (ει), -εο αντί -ου, -αο αντί : οἴχεαι, βουλεύεαι, ἒσεαι, εἴρεο, ἐγένεο, ἐπίκεο (αλλά η υποτακτική κανονικά σε ). Η κατάληξη των απαρεμφάτων είναι όπως και στην Αττική.

    Το β’ ενικό πρόσωπο του εἰμί είναι εἶς και το α΄ πληθ. εἰμέν. Η υποτακτική: ἒω, ᾖς, ᾖ, ἒωσι. Η μετοχή: ἐών, ἐοῦσα, ἐόν.

Το οἶδα  στην οριστική  κλίνεται ως εξής: οἶδα, οἶδας, οἶδε, ἴδμεν (οἴδαμεν), ἴστε, οἴδασι.

 

 

δ. Λεξιλόγιο

 

    Ο πρώιμος πεζός λόγος, επειδή δεν είχε διαμορφώσει ένα δικό του λεξιλόγιο για να αντεπεξέλθει στις ανάγκες του, που ολοένα διευρύνονταν, ήταν φυσικό να χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο της ποίησης. Αυτό γίνεται φανερό στο λεξιλόγιο του Ηρόδοτου, όπου παρατηρείται μεγάλη αφθονία ποιητικών και κυρίως επικών λέξεων, όπως: πίσυνος, ὄλβιος, ἵμερος, δίζημαι, κατακερτομέω, ἀτρεκέως, πάρεξ, σίνομαι δηλήμων, ἰθύς, σπέρχομαι, συναλίζω (ἃλις), ἴκελος, ἀτρεμιώ (ἀτρέμας) κεραΐζομαι, ἐπικερτομέω, ἀείρω.

    Υπάρχουν επίσης διάσπαρτοι στο έργο τεχνικοί όροι από διάφορες ελληνικές διαλέκτους, όπως των Συρακουσών: γαμόροι = γαιοκτήμονες, ἱπποβόται = αριστοκράτες της Χαλκίδας, λήϊτον = βουλευτήριο της Αχαΐας Φθιώτιδας, δωροδοκέω, ἐπ’ αὐτοφώρῳ, καραδοκέω, ἐποκέλλω, δειματόω, ἄρχων, βουλή, δῆμος, εὐθύνη, ὀστρακισμός, νεώσοικοι, πανδημεί ἀπάφω κ.ά της αττικής διαλέκτου, που οι περισσότερες συσσωρεύονται στα τελευταία βιβλία.

    Λόγω επίσης των αναφορών σε ξένους πολιτισμούς παρατηρούνται ξένες λέξεις, όπως αιγυπτιακές (πίρωμις = ενάρετος, κυλλῆστις = είδος ψωμιού, καλάσιρις = ένδυμα), περσικές (ἀγγαρήϊον = ταχυδρομικό σύστημα, ὀροσάγγαι = ευεργέτες, ἀκινάκης = είδος σπαθιού), μηδικές (σπάκα= σκύλος), σκυθικές (ἄσχυ = είδος χυμού), λιβυκές (ζεγέριες = είδος ποντικιού), φρυγικές (βέκος = ψωμί), αραβικές (λήδανον = είδος αρωματικής ρετσίνας).

    Μεγάλη επίδραση επίσης έχει ασκήσει και ο αττικός πεζός λόγος. Πολλές φράσεις έλκουν την καταγωγή χους απ’ αυτόν, είναι όμως διατυπωμένες σε ιωνική διάλεκτο: ἀπηγέομαι τό γεγονός, ὑπερήσθη, οὐκ ἔχω εἰπεῖν, αἵρεσιν δίδωμι, δεινόν ποιοῦμαι, ἀνεῖλε τό χρηστήριον, ἀπονοστῶ, προφέρω εὐδαιμονίῃ, ἔχω τήν ἀρχήν, ἀρρωδέω, συνγνώρην ἔχω τινι, ὑπολαβών ἔφη, ἐσῆλθε + απαρ., σκήπτομαι τό μή εἰδέναι κ.λπ. Συχνόταΐα επίσης απαντούν οι φράσεις: τῶν ἴδμεν, οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν, λέγεται δέ, ὁμολογέεται δέ, πυθόμενοι (-μένους) κλπ.

 

 

7.2. Θουκυδίδης

 

α. Το αντιθετικό ύφος

 

    Το δεύτερο στάδιο εξέλιξης του ύφους του αρχαίου πεζού λόγου αποτέλεσε το λεγόμενο «αντιθετικό ύφος», το οποίο δεν μπόρεσαν να αναγνωρίσουν ο Αριστοτέλης και οι αρχαίοι τεχνοκριτικοί (Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Ψ. Λογγίνος, Δημήτριος κ.λπ.).   Οι συνθήκες ανάπτυξής του πρέπει να αναζητηθούν στην παρουσία της Σοφιστικής και τις νέες μεθόδους ρητορικής έκφρασης (Δισσοί Λόγοι, Εριστική του Πρωταγόρα). Έτσι από τα μέσα του 5ου αι. η βαθιά ριζωμένη στο ελληνικό πνεύμα αντίθεση αναδεικνύεται σε κυρίαρχο εκφραστικό μέσο του ραγδαία αναπτυσσόμενου πεζού λόγου. Οι αγώνες λόγων που απαντούνται ίδια περίοδο στις τραγωδίες προδίδουν ένα νέο τρόπο σκέψης, στον οποίο η επεξεργασία και η ανάλυση της πραγματικότητας γινόταν προσιτή μέσο της αντιπαράθεσης διαφορετικών θέσεων.

    Κύριοι εκπρόσωποι αυτού του νέου ύφους είναι ο Αντιφών και ο Θουκυδίδης. Στα έργα τους καταγράφεται η πρώτη και συνειδητή απόπειρα δημιουργίας ενός γλωσσικού οργάνου κατάλληλου για την ευρύτερη δυνατή χρήση (ρητορεία, αναλύσεις, περιγραφές).

Και πραγματικά η χρήση του και στη ρητορεία (Τετραλογίαι του Αντιφώντα, Δημηγορίαι του Θουκυδίδη), αλλά και στην ανάλυση και έκθεση των γεγονότων (ιστορικά μέρη του Θουκυδίδη) πιστοποιούν τη λειτουργία του ως καθαυτό οργάνου συνειδητής τέχνης για ακρίβεια και σαφήνεια.

 

α. Δομή

    Το κυριότερο χαρακτηριστικό του αντιθετικού ύφους είναι η αντίθεση και παρατηρείται στις φράσεις, τις προτάσεις και τις περιόδους. Ενώ όμως, η αντίθεση στον Γοργία είναι υποταγμένη στο ρυθμό της περιόδου, δημιουργώντας την αίσθηση ισορροπίας με το ισοσύλλαβο κτίσιμο των φράσεων και των προτάσεων, στον Θουκυδίδη η αντίθεση αυτή ανελίσσεται ανώμαλα, αντιστοιχώντας πλήρως στο σπινθηροβόλο και ανήσυχο πνεύμα του.

    Το γεγονός ότι κυρίως αντιπαραθέτονται οι προτάσεις (μέν – δέ, οὐ -ἀλλά κ.λπ.) μέσα στην περίοδο αντί να υποτάσσονται σε μια οικονομική ιδέα, ενισχύει την αυτονομία τους και δημιουργεί ακαμψία στο ύφος. Ωστόσο, συμβάλλει αποφασιστικά στην ακρίβεια και τη σαφήνεια, με την παράθεση των αντίθετων απόψεων. Πολλές φορές η αντιθετική δόμηση είναι πυκνή και δημιουργεί δυσνόητες περιόδους.

 

Θουκ. Ι. 36,1:   Καὶ ὅτῳ τάδε ξυμφέροντα μὲν δοκεῖ λέγεσθαι, φοβεῖται  δὲ μὴ δι’ αὐτὰ πειθόμενος τὰς σπονδάς λύση, γνώτω τὸ
μὲν δεδιὸς αὐτοῦ ἰσχὺν ἔχον τοὺς ἑναντίους μᾶλλον
φοβῆσον, τὸ δὲ θαρσοῦν… ἀσθενέστερον ἐσόμενον…

 

            1,44,1:    Ἀθηναῖοι δὲ ἀκούσαντες ἀμφοτέρων γενομένης καὶ δὶς

                              ἐκκλησίας, τῇ μὲν πρότερᾳ οὐχ ἧσσον τῶν Κορινθίων ἀπεδέξαντο τοὺς λόγους, ἐν δὲ τῇ ὑστεραίᾳ   μετέγνωσαν Κερκυραίους συμμαχίαν μὲν μὴ

                              ποίήσασθαι… ἐπιμαχίαν δ‘ ἐποιήσαντο…

 

    Άλλο κύριο χαρακτηριστικό του θουκυδιδικού ύφους είναι η αφαιρετικότητα, δηλ. η χρήση ρηματικών τύπων, όπως μετοχών και απαρεμφάτων στη θέση ουσιαστικών (π.χ. τὸ ἐπιβουλεύεσθαι, τὸ θαρσοῦν, τὸ παρανομεῖται, τὸ φιλονικεῖν, τὸ κρατεῖν, τὸ δεδιός, τά λεγόμενα τοῦ μηδένα ἐπιξιέναι, ἐς τὸ πράσσειν κ.λπ.), που οφείλεται στην απουσία αφηρημένων ουσιαστικών από τη ρητορεία της πρώιμης περιόδου και τη γειτνίασή της με την ποίηση που ήταν φυσικό να την επηρεάζει.

    Στις δημηγορίες η αφαιρετικότητα είναι συχνότερη, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται και μεγάλη παρουσία γνωμικών, που χρησιμοποιούνται ως προκείμενες συλλογισμών. Η ρητορεία της εποχής κατέφευγε σε τέτοιες γενικές απόψεις, που αφορούσαν το συμφέρον, το δίκαιο, τη φιλία, το σεβασμό κ.λπ., γιατί πάνω σ’ αυτές μπορούσε να οικοδομήσουν πειστικά την επιχειρηματολογία της.

    Αυτή η γνωμολογία μαζί με τα λεκτικά σχήματα, όπως παρομοιώσεις και μεταφορές, βρισκόταν πάνω από την επίδραση της ποίησης και, καθώς την εποχή αυτή δεν διακρίνονταν ατομικά χαρακτηριστικά στους λόγους των αγορητών, αυτά ήταν που δημιουργούσαν τη διαφορά μεταξύ τους. Έτσι εξηγείται ότι από τους λόγους μεγάλων πολιτικών και ρητόρων, όπως του Περικλή, έχουν διασωθεί σχήματα λόγου.

 

    III. 82. 4-6           Τὸ δὲ σῶφρον τοῦ ἀνάδρου πρόσχημα καὶ τὸ πρὸς

 ἃπαν ξυνετὸν ἐπί πᾶν ἀργόν. Το δ’ ἐμπλήκτως ὀξύ                          ἀνδρός μοίρᾳ προσετέθη, ἀσφάλειᾳ δὲ τὸ ἐπιβουλεύσασθαι ἀποτροπής πρόφασις εὒλογος…

 

 

    Τρίτο χαρακτηριστικό του θουκυδιδικού ύφους είναι η λεγόμενη ποικιλία (variatio). Αυτή είναι αποκλειστικό του υφολογικό γνώρισμα, αφού πολύ σπάνια απαντά στους κλασικούς συγγραφείς με εξαίρεση του Ξενοφώντα, ο οποίος μιμείται το θουκυδιδικό ύφος. Η ποικιλία είναι η σύνδεση γραμματικά ανόμοιων συνδεδομένων μελών, αλλά ισοδύναμων συντακτικά και παρουσιάζει ευρεία εφαρμογή.

 

    Σύνδεση ουσιαστικού και δευτερεύουσας ουσιαστικής πρότασης:


    III.51,4:               δεινότατον δὲ παντός τοῦ κακo ἦν τε ἀθυμία

καί  ὃτι  ἓτερος ἀφ’ ἑτέρου  θεραπείας ἀναπιμπλάμενος… ἔθνῃσκον

π.β. VI.1,1, III.40,7 κ.ά.

 

 

    Σύνδεση ουσιαστικού και δευτερεύουσας αναφορικής πρότασης:

 

    II. 41,4:               οὐδέν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου οὔτε ὃστις…

                    ἔπεσι μὲν τέρψει…

    Επίσης π.β. Ι. 6, 2, 6,  Ι. 95,  ΙΙ. 52, 1,  VI. 76, 3 κ.ά.

 

 

Σύνδεση επιθετικής μετοχής και επιθετικής πρότασης:

 

Ι.40,2:                 οὐ τοῖς ἐπί βλάβη ἰοῦσιν ἡ ξανθήκη,  ἔστω,  ἀλλ’

                              ὃστις μὴ… δεῖται καί ὅστις… ποιήσει

        π.β. Ι. 22,2,  Ι. 71,5 κ.ά.

 

 

Σύνδεση εμπρόθετου και ουσιαστικής ή επιθετικής πρότασης:

 

Ι. 37,1:              Ἀναγκαῖον Κερκυραίων τῶνδε οὐ μόνον περὶ τοῦ  δέξεσθαι  μᾶς τόν λόγον ποιησαμένων, ἀλλ’ ὡς καὶ   ἡμεῖς    τε    ἀδικοῦμεν    καὶ   αὐτοὶ  οὐκ  εἰκότως πολεμοῦνται.

 

 

Σύνδεση ειδικής πρότασης και ειδικού απαρεμφάτου:

 

IV. 46,5:           λέγειν   ὅτι   κράτιστον   αὐτόῖς   εἴη   ὡς  τάχιστα  ἀποδρᾶται, πλοῖον δέ τι αὐτοί ἑτοιμάσειν

                         π.β. Ι. 87,14, V. 65, 5, VIII. 51,1 κ.ά.

 

Απαντούν επίσης συνδέσεις απαρεμφάτου και μετοχής, μετοχής και δευτερεύουσας επιρ/κής πρότασης, ουσιαστικού και δευτερεύουσας

υποθετικής πρότασης, κ.λπ.

 

  

β. Γλώσσα

    Η γλωσσική μορφή[2] της θουκυδιδικής ιστοριογραφίας με την αρχαϊκότητα και τον ποιητικό χρωματισμό επιβεβαιώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την προσκόλληση του ιστορικού σ’ ένα μεγαλόπρεπο τρόπο έκφρασης ανάλογο με τη σοβαρότητα της ιστορικής του ανάλυσης.

    Η ραγδαία εξέλιξη του πεζού λόγου, την οποία δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει λόγω της εξορίας του από την Αθήνα, δεν είναι αρκετή να δικαιολογήσει την αρχαϊκότητα του ύφους του, αφού η προσπάθειά του να μεταπλάσει την αρχαία αττική διάλεκτο, στην οποία έγραψε, σε γλωσσικό όργανο κατάλληλο ν’ ανταποκριθεί στις νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του β’ μισού του 5ου αι. π.Χ., καταδείκνυαν έναν αξεπέραστο τεχνίτη του λόγου.

    Ενδεικτικό είναι ότι την αρχαία ατθίδα δεν τη χρησιμοποιεί στην καθαρή της μορφή. Σ’ αυτήν ανήκει σίγουρα η προφορά ξύν και ἐς αντί για σύν καί εἰς της αττικής της εποχής του, το επίρρημα αἰεί αντί ἀεί, η κατάληξη -ῆς αντί -εῖς των ουσιαστικών σε -εῦςδεν ανήκει όμως η γραφή των συμπλεγμάτων –ρσ- και –σσ-, που είναι ιωνικά αντί για τη γνήσια αττική προφορά -ρρ- και –ττ- (θάρσος, θάλασσα αντί θάρρος, θάλαττα). Ο Θουκυδίδης και ο Αντιφών χρησιμοποίησαν βέβαια συνειδητά τα ιωνικά αυτά συμπλέγματα, που είχαν ήδη λογοτεχνική θητεία λόγω της χρήσης τους στην τραγωδία, θεωρώντας τα αντίστοιχα αττικά δείγμα διαλεκτικού επαρχιωτισμού.

    Όπως έγινε και στη γλώσσα του Ηροδότου, έτσι κι εδώ, οι φιλολογικές παρεμβάσεις δεν άφησαν ανεπηρέαστο το αυθεντικό κείμενο. Έτσι μάλλον αδικαιολόγητα οι εκδότες άλλαξαν τους τύπους παιώνων 7, 57,7 που παραδίδουν τα κυριότερα χρφ, παιωνισμός 7,46,6, παιωνίζω 1,50,5 κ.α., και βρίσκουν στήριξη στις επιγραφές αυτής της εποχής (434 π.Χ. IG12 610, 228 κε. Ἀπόλλωνος Παιῶνος), σε παιάνων, παιανισμός, παιανίζω. Αδικαιολόγητα επίσης και ο υποθετικός ἄν (χρον. ἐπήν) θεωρήθηκε ιωνικό στοιχείο, αφού απαντά στην ψευδοξενοφώντεια Ἀθηναίων Πολιτεία (1,16).

    Μερικές επίσης διπλοτυπίες που παρατηρούνται στο έργο, όπως ἐδυνήθην-ἠδυνήθην, ἐθέλω-θέλω, ἐβούλοντο-ἠβούλοντο, σμικρός-μικρός ανάγονται στον ίδιο το συγγραφέα, που δεν αισθανόταν καμία δέσμευση για γλωσσική αυστηρότητα, όπως οι μεταγενέστεροι φιλόλογοι. Τέτοιας έκτασης άλλωστε ομοιογένεια και καθαρότητα, σαν κι αυτήν που επιζητούσαν αργότερα οι αττικιστές για τους εκπροσώπους του αττικού περιοδικού ύφους, δεν υπήρξε ποτέ σε κανένα κλασικό συγγραφέα.

    Το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται ουδέτερα επιθέτων και έναρθρα απαρέμφατα στη θέση ουσιαστικών είπαμε πως οφείλεται στην έλλειψη αφηρημένων ουσιαστικών που παρατηρείται στον πρώιμο πεζό λόγο. Έτσι, για να ανταποκριθεί η γλώσσα στη δημιουργία νέων αφηρημένων εννοιών, που οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της περικλεϊκής περιόδου δημιούργησαν (συμμετοχή του πολίτη στα πολιτικά δρώμενα, ανάπτυξη της ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας με τη σοφιστική), η προσφυγή στους ονοματικούς τύπους του ρήματος ήταν αναγκαία επιλογή της πρώιμης πεζογραφίας.

    Ταυτόχρονα, ο εννοιολογικός δυναμισμός των τύπων αυτών που μπορούσαν να δεχτούν ή να υπονοήσουν υποκείμενο και αντικείμενο πρόσφερε παραστικότητα και ζωντάνια στο λόγο. Την ίδια δύναμη είχαν και τα ουδέτερα επιθέτων που χρησιμοποιούνται κατά κόρον στη θέση αφηρημένων ουσιατικών (τό σῶφρον, τό ὓποπτον, τό ξυνετόν, τό ἀργόν κ.λπ. αντί σωφροσύνη, ὑποψία, ξύνεσις, ἀργία κλπ.).

    Η παρουσία επίσης ποιητικών λέξεων στο έργο πρέπει να θεωρείται φυσιολογική, γιατί ο πρώιμος πεζός λόγος, επειδή δεν είχε αναπτύξει δικό του λεξιλόγιο, αντλούσε υποχρεωτικά για την κάλυψη των αναγκών του από την ποίηση. Οι λέξεις αἰεί, ἄφαρκτος, ἀφορμή, ἐξαπιναίως, κωλύμη, ὑποτοπῶ, φιλεῖ + απαρ., ἀλλαξείω, μετέωρος, καλινδοῦμαι, ἐπαυρέσεις, αὒχημα, ἐχυρώτερος, δαιμόνιον, ὀρρωδία, τάχος, κ.α. είναι δανεισμένες από την ποίηση στον πεζό λόγο και δίνουν ένα ποιητικό χρωματισμό στο έργο. Την ίδια εγγύτητα με την ποίηση προδίδει και η δύναμη των προθέσεων που κρατούν αμείωτη την πρωταρχική τους σημασία και δίνουν τη δυνατότητα στο Θουκυδίδη να δηλώσει πολλές επιρρηματικές σχέσεις με την πλατιά χρήση του σύνθετου ρήματος, π.χ.

εὐεργεσία προυφειλομένη (1,32,1) είναι η ευεργεσία που έχει δεχτεί κάποιος κι επομένως οφείλει να την αποδώσει.

ξυγκινδυνενω τῇ τοῦ πέλας γνώμη σημαίνει ανήκω σε συμμαχία κι επομένως να διακινδυνεύω με απόφαση του άλλου.

προκαταλαμβάνω σημαίνει προλαβαίνω και καταλαμβάνω μια πόλη.

ἀνάγομαι σημαίνει αποπλέω, ενώ ἀντανάγομαι = αποπλέω κι εγώ με τη σειρά μου για ναυμαχία.

τροπαῖον ἵστημι = στήνω τρόπαιο, τροπαῖον ἀνθίστημι = στήνω τρόπαιο κι εγώ.

ἐλπίζω = έχω ελπίδες, ἀντελπίζω = έχω νέες ελπίδες σε κάτι.

τιμωρῶ = βοηθώ,  προτιμωρῶ = βοηθώ από πριν, έγκαιρα.

παρασκευάζομαι = ετοιμάζομαι, ἀντιπαρασκευάζομαι = ετοιμάζομαι από την άλλη πλευρά.

ἀφίσταμαι =αποστατώ, ξυναψίσταμαι =συμμετέχω κι εγώ σε αποστασία.

κελεύω =διατάζω, καλώ, ἀντικελεύω =διατάζω κι εγώ με τη σειρά μου

προσποιοῦμαι = κάνω κάτι δικό μου, προσεταιρίζομαι.

προσαπόλλυμαι = καταστρέφομαι κι εγώ κ.λπ.

 

    Έτσι σχηματίζονται πολλά σύνθετα ρήματα, όπως: ἀντιλέγω,
ἀντικαθίσταμαι, ἀντιλαμβάνομαι, ἀντοφείλω, ἐγκαρτερῶ, ἐνευδαιμονῶ, ἐπάγομαι, ἐπιταλαιπωρῶ, ἐπιγιγνώσκω, ἐπαναβιβάζω, ξυγκατοικίζω,
ξυγγιγνώσκω, ξυμμείγνυμι, ξυγκατεργάζομαι, ξυμβοηθῶ, ξυνδιαγιγνώσκω, ξυνεπαιτιῶμαι, ξυνεπαναστατῶ, ξυστρατεύω, ξυσώζω, προδιαφθείρομαι, προδιδάσκομαι, προέρχομαι, προκαθίσταμαι, προσάγω, προσδέομαι, προσεπιστέλλω, προσκαθέζομαι, προσποιοῦμαι, προσπλέω, προσταλαπαιρῶ, ὑπερβιάζομαι, ὑψαιρῶ
κ.λπ.

    Ότι βέβαια ο Θουκυδίδης, ζώντας τις κοσμογονικές εξελίξεις στη σκέψη που επέφερε η σοφιστική, εκτέθηκε υποχρεωτικά στην επιρροή της[3], αυτό το επιβεβαιώνει η μορφή του έργου του. Αναφέραμε προηγούμενα την αποφασιστική επίδραση του Πρωταγόρα στη διαμόρφωση ενός νέου τρόπου αντίληψης, που βρήκε την έκφρασή της στο αντιθετικό ύφος. Το ρητορικό ύφος, που διαμορφώθηκε συστηματικά την περίοδο αυτή, βλέπουμε ν’ αποτελεί το επίσημο ύφος του Θουκυδίδη αποτυπωμένο κυρίως στις δημηγορίες. Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη στα αφηρημένα ουσιαστικά και στις λεπτές εννοιολογικές του αποχρώσεις, ένας τομέας με τον οποίο ασχολήθηκε επιτυχώς ο Πρόδικος ο Κείος, πρόσφερε στο Θουκυδίδη, όπως πρόσφερε και στους ρήτορες της περιόδου αυτής, ένα ευρύ ορίζοντα εκλεκτικής χρήσης των λέξεων.

    Όταν δηλ. οι Κορίνθιοι (1,69,6) διακρίνουν εννοιολογικά την αιτία από την κατηγορία, διευκρινίζοντας ότι η πρώτη απευθύνεται σε φίλους που κάνουν σφάλματα, ενώ η δεύτερη σε εχθρούς που αδίκησαν, ή όταν ο Περικλής στον τελευταίο λόγο του (2,62,4) καλεί τους συμπατριώτες του να βαδίσουν κατά των εχθρών, όχι μόνο φρονήματι, αλλά και καταφρονήματι, διακρίνοντας το δεύτερο από το πρώτο, γιατί αυτό προϋποθέτει αίσθημα συνειδητής υπεροχής απέναντι στους εχθρούς, τότε βέβαια δύσκολα μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί τις επιδράσεις της συνωνυμικής του Πρόδικου.

    Σημασία έχει να τονίσουμε ακόμη μια φορά ότι το υλικό αυτό ο Θουκυδίδης δεν το ενσωμάτωσε, αλλά το επεξεργάστηκε και το μπόλιασε με θαυμαστή επιδεξιότητα. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στο γεγονός ότι οι συνθήκες και οι λόγοι των ξένων αγορητών δεν παραθέτονται στη διάλεκτό τους, αλλά μεταπλασμένα στη γλώσσα του έργου. Οι περιπτώσεις στις οποίες τα κείμενα των ψηφισμάτων τα καταγράφει αυτούσια, είναι σπάνιες (π.χ. 5,77 & 79) και οφείλονται προφανώς στο ότι ο ιστορικός δεν κατόρθωσε να περάσει ένα τελευταίο χέρι.

 

  

7.3. Ξενοφών: Το αφηγηματικό ύφος

 

    Σε σύγκριση με χα δυσνόητα ιστοριογραφικά έργα του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, η ξενοφωντική ιστοριογραφία κερδίζει σε απλότητα και ευληπτότητα και θαυμάστηκε πολύ καλά τη ρωμαϊκή εποχή και την όψιμη αρχαιότητα. Από αυτές όμως τις αρετές του συγγραφέα έως τον χαρακτηρισμό του λεξικού της Σούδας, που θεωρεί τον Ξενοφώντα «αττική μέλιττα» υπάρχει δίχως άλλο μεγάλη απόσταση.

Τα χαρακτηριστικά του ύφους του είναι τα εξής:

 

α. Δομή

    Η επίδραση της θουκυδικής ιστοριογραφίας στα δύο πρώτα βιβλία των Ἑλληνικῶν του Ξενοφώντα ήταν φυσικό να επηρεάσει, ως ένα βαθμό το ύφος του. Αυτό προκύπτει από την αντιθετική παράθεση των προτάσεων, την μακρά περίοδο και την παρουσία του ιδιαίτερου Θουκυδιδικού χαρακτηριστικού, της variatio. Σε κάθε περίπτωση όμως η παρατηρούμενη αντιθετικότητα δεν μπορεί να αλλοιώσει τον μη έντεχνο περιοδικό αφηγηματικό χαρακτήρα, στον οποίο κατά βάση ανήκει το ξενοφωντικό ύφος, όπως φαίνεται στις δημηγορίες. Στα αφηγηματικά μέρη ακολουθεί απλούστερη διατύπωση. Παντού πάντως διαπιστώνει κανείς έντονη την κλίση του συγγραφέα για τον πλάγιο λόγο και τη μετοχική φράση. Απλοποίηση στη σύνταξη φαίνεται σ’ εκείνα τα σημεία όπου αντί της δοτικής απαντά εμπρόθετο.

 

 

2, 4, 22-23 (αντιθετική δόμηση)

 

   μὲν τοιαῦτα ἔλεγεν·  οἱ δὲ λοιποὶ ἂρχοντες καὶ

   διὰ τὸ τοιαῦτα προσακούειν τοὺς μεθ ἑαυτῶν

   ἀπήγαγον εἰς τὸ ἂστυ. Τῇ δ’ ὑστεραίᾳ οἱ μὲν

  τριάκοντα πάνυ δὴ ταπεινοὶ καὶ ἔρημοι

  σννεκάθηντο ἐν τῷ σννεδρίῳ.  τῶν δὲ τρισχιλίων

  ὅπου ἓκαστοι τεταγμένοι ἦσαν, πανταχοῦ

  διεφέροντο πρὸς ἀλλήλους. Ὃσοι μὲν γάρ

  ἐπεποιήκεσάν τι βιαιότερον και ἐφοβοῦντο,

  ἐντόνως ἔλεγον ὡς οὐ χρείη καθυφίεσθαι τοῖς ἐν

  Πειραιεῖ. όσοι δε έπίστευον μηδέν ἠδικηκέναι,

  αὐτοί τε ἀνελογίζοντο καὶ τοὺς ἂλλους

 ἐδίδaσκον ὡς οὐδέν δέοιντο τούτων τῶν κακῶν,

 καί τοῖς τριάκοντα οὐκ ἒφαοαν χρῆναι πείθεσθαι

 οὐδ’ ἐπιτρεπεῖν ἀπολλύναι τὴν πόλιν. Καὶ τὸ

 τελενταῖον ἐψηφίσαντο ἐκείνους μὲν

 καταπαῦσαι, ἂλλους δὲ ἐλέσθαι.

 

 

2, 4, 28 (μετοχικές φράσεις)

 

Πεμπόντων δὲ πρέσβεις εἰς Λακεδαίμονα τῶν

μέν τριάκοντα ἐξ Ἐλευσῖνος τῶν δ΄ ἐν τῷ

καταλόγῳ ἐξ  ἂστεως, καί  βοηθεῖν κελευόντων,

 ὡς ἀεφεστηκότος τοῦ δήμου ἀπό Λακεδαιμονίων, Λύσσανδρος λογισάμενος ὅτι οἷον τε εἴη ταχύ ἐκπολιορκῆσαι τοὺς ἐν τῷ Πειραιεῖ.

3, 2, 13 (variatio)

Ἐτύγχανε δὲ κατά τοῦτον τόν χρόνον καί

 Φαρνάβαζος πρός Τισσαφέρνην ἀφιγμένος, ἃμα

μέν ὅτι ὁ στρατηγός τῶν πάντων ἀπεδέδεικτο Τισσαφέρνης, ἃμα δέ διαμαρτηρούμενος…

 

 

β. Γλώσσα

    Στα έργα του ο Ξενοφών παρουσιάζει πολλά μη αττικά διαλεκτικά στοιχεία, ώστε με τα αττικιστικά κριτήρια να μη θεωρείται καθαρή. Είναι βέβαια φυσικό να υιοθετεί σπαρτιατική στρατιωτική ορολογία. Το ιωνικό περίβλημα που εμφανίζεται στη θέση γνήσιων αττικών τύπων αν και πολύ λίγο, δίνει έναν τόνο διαλεκτικού χρωματισμού. Η παρουσία σύνθετων ρημάτων (π.χ. 2, 4, 27, ἀνταπέκτειναν, 2, 4, 32 συνέπεσθαι κ.ά.), οφείλεται σε πρόδηλη επίδραση του Θουκυδίδη. Γενικά όμως η γλώσσα του ρέει ομαλότερα και προαναγγέλλει έτσι την κοινή.

 

 

8. Η παράδοση του κειμένου

 

8.1. Ηρόδοτος

    Το γεγονός ότι ο μεγάλος αλεξανδρινός φιλόλογος, ο Αρίσταρχος (2°ς π.Χ. αι.) έγραψε υπόμνημα στο ηροδοτικό έργο, όπως αποδεικνύουν τα λείψανα ενός παπύρου (αρ. 357 Ρ.), βεβαιώνει την εκτίμηση που ο ιστορικός απολάμβανε στους κύκλους των αλεξανδρινών φιλολόγων. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό ο Αρίσταρχος να είχε επιμεληθεί μια έκδοση του όλου λόγου και τότε ίσως αυτός να είχε επιβάλει τη διαίρεση (Διόδωρος 11, 37,6), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι ονομασίες των Μουσών προέρχονται από την ίδια περίοδο. Ο Λουκιανός όμως από τα Σαμόσατα (2°ς αι. μ.Χ.) είναι ο πρώτος που αναφέρει τα ονόματα των Μουσών στο έργο του Ηρόδοτος 1. Ερμηνευτικά υπομνήματα στην ηροδοτική ιστοριογραφία έγραψαν και οι γραμματικοί της αλεξανδρινής σχολής, Ήρωνας και Ειρηναίος (1°ς αι. μ.Χ.), ενώ νωρίς κυκλοφόρησαν επιτομές της ηροδοτικής ιστορίας. Ο ιστορικός Θεόπομπος είχε παραγγείλει μια τέτοια (F Gr Hist. 115 F1-4). Μάλιστα ένα περγαμινό φύλλο του 4ου αι. μ.Χ. (αρ. 358 Ρ) περιέχει αποσπάσματα του ηροδοτικού έργου χωρίς τις παρεκβάσεις, δείχνοντας έτσι τον τρόπο των δημιουργών επιτομών.

Χειρόγραφα: Η χειρόγραφη παράδοση διακρίνεται σε δύο οικογένειες σύμφωνα με τη διαίρεση, που πρώτος έκανε ο H. Stein στη θεμελιώδη έκδοσή του (Βερολίνο 1869/72).

α) Η πρώτη οικογένεια, η φλωρεντιανή (a) αποτελεί­ ται από χρφ, που βρίσκονται στη Λαυρεντιανή  Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας, με προεξάρχοντα τον κώδικα Laurentianus LXX, 3 (=A) του 10ου αι. Αυτός είναι ένα περγαμηνό χειρόγραφο με 376 φύλλα. Στην ίδια οικογένεια ανήκουν:

Ο περγαμηνός κώδικας Romanus της Αγγελικής Bιβλιοθήκης των Αυγουστίνων υπ’ αρ. 83 (=Β), του 11ου μΧ. αι., 330 φύλλων με τα κεφάλαια Ι1-35,3 και Ι 42,1-68,3, γραμμένα από νεώτερο χέρι  (b= manus recentior).

Ο Λαυρεντιανός περγαμηνός κώδικας υπ’ αρ. suppl. 207, του 11ου αι. (=C), 310 φύλλων, με τα κεφάλαια Ι 41,1-73,5 συμπληρωμένα από νεώτερο χέρι (c= manus recentior).

β) Η δεύτερη οικογένεια, η ρωμαϊκή (d) αποτελείται από χρφ., που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού, με προεξάρχοντα τον περγαμηνό κώδικα Vaticanus 2369, του 11ου αι., 272 φύλλων (=D). Υπάρχουν διορθώσεις από το ίδιο και από νεώτερα χέρια. Στην ίδια οικογένεια ανήκουν:

Ο Vaticanus 123, χάρτινος κώδικας του 14ου αι., με 442 φύλλα (=R). Το 5° βιβλίο έχει εκπέσει και έχει αντικατασταθεί από τον Urbinatis 88 του 14ου αι.

Ο Parisinus 1633, περγαμηνός κώδικας του 14ου αι., με 284 φύλλα

(=Ρ).

Ο Vindoboneusis LXXXV, χάρτινος κώδικας του 14ου αι., (=S).

 

Τα χειρόγραφα της φλωρεντινής οικογένειας (α) ανάγονται σε έναν υπαρχέτυπο του 9ου αι., όπως και τα χειρόγραφα D και R της ρωμαϊκής οικογένειας (β) σε έναν άλλο υπαρχέτυπο της ίδιας εποχής. Στον ίδιο υπαρχέτυπο ανήκουν και τα χειρόγραφα S και V με τη διαμεσολάβηση ενός χειρογράφου  που  λειτουργεί  ως πηγή  τους.   Και  οι  δύο  πάντως

υπαρχέτυποι ανάγονται πιθανόν σ’ ένα αρχέτυπο του 4ου μ.Χ. αι.

 

 

Πάπυροι: Τα 21 παπυρικά αποσπάσματα έχουν κοινά λάθη με τα χειρόγραφα (coniunctivi errores) και επομένως υπάγονται στον ίδιο κλάδο παράδοσης.

Μερικοί μάλιστα πάπυροι από τον 1° έως τον 3° μ.Χ. αι. παρουσιάζουν σωστές γραφές σε σύγκριση με τα χειρόγραφα των δύο γνωστών οικογενειών και επομένως ο αρχέτυπός τους πρέπει να τοποθετηθεί, όπως είπαμε, μάλλον τον 4° μ.Χ. αι. (Βλ. A. Colonna, “De Herodoti memoria Biol. Del Comitato per la preparazione della editorie nazionale dei Classici greci e laitini. N. S. 1, 1945, 41 k.e., G. B. Alberti “Note ad aleuri manoscritti di Erodoto” Maria 12, 1960, 331 κ.ε.).

 

  

8.2. Θουκυδίδης

 

    Η άποψη του Wilamowitz ότι οι Αλεξανδρινοί δεν είχαν ασχοληθεί με τον Θουκυδίδη ανασκευάστηκε από την εργασία του O. LuschnatDie Thykudidesscholien Phil. 98, 1954, 14, δικαιώνοντας έτσι τις εύλογες επιφυλάξεις, που είχε διατυπώσει πολύ ενωρίς ο Usener.

Εκτός όμως από τα Σχόλια υπάρχουν και πάπυροι που διασώζουν τμήματα ενός υπομνήματος στο βιβλίο (1205 Ρ) και ενός άλλου στην «Αρχαιολογία» (1204 Ρ) Βλ. σχετικά R. Stark “Textgeschichtliche und litterarkritische Folgerungen aus neueren Papyri Annales Univ. Saraviensis, Phil-Lettr. 8, 1959, 40”.

Το κείμενο των παπύρων είναι ενιαίο, δηλ. ανεπηρέαστο από αυτό που βλέπουμε στα χειρόγραφα, τα οποία έχουν διαχωριστεί σε δύο οικογένειες:

Στην πρώτη οικογένεια (=b) ανήκουν:

Ο B, ένας κώδικας της βιβλιοθήκης του Βατικανού με αρ. 126, περγαμηνός του 11ου αι. εκτός από το κείμενο περιλαμβάνει και σχόλια.

Ο Α, ένας κώδικας της βιβλιοθήκης των Παρισίων με αριθμ. suppl. gr. 255, περγαμηνός του 11-12ου αι., που παρέχει και αυτός το κείμενο με σχόλια.

Στη δεύτερη οικογένεια (=c) ανήκουν:

Ο C, ένας κώδικας της Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης της Φλωρεντίας, περγαμηνός του 10ου αι., με αριθμό 692, με κείμενο και σχόλια και ο G της Βιβλιοθήκης του Μονάχου, χάρτινος κώδικας του 13ου αι., με κείμενο και σχόλια. Και οι δύο αυτές οικογένειες ανάγονται η κάθε μία σε έναν υπαρχέτυπο που με τη σειρά τους έχουν προέλθει από ένα αρχέτυπο με μικρογραμμένη γραφή δηλ. του 9ου αι.

Η σχετική έρευνα έδειξε ότι ο κώδικας B (Vatic. 126) και ένα νεότερο χειρόγραφο Η (Paris, 1734) από το VI 92 και εξής έχουν αντλήσει από ένα μεγαλογράμματο κώδικα του 5ου αι. Έχουν επίσης διαπιστωθεί αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Για το νεότερο αυτά τα χειρόγραφα βλ. A. Kleinlogel, Brobachtungen zu einingenrecertiores des Th. Abb. Ak. Heidelb., Phil-hist. Kl. 1957/1, επίσης την έκδοση του O. Luschnat στην Teubner, και την παλιά γενική επισκόπηση στον A. Dain, Liste des manuscripts de Thucydides Rev. Et. Gr. 46, 1933, 20, κ.ε., βλ.

Εκτός από τα χειρόγραφα, κείμενα προσφέρουν και 31 παπυρικά αποσπάσματα που εκτείνονται από τον 10° έως και τον 6° αι. μ.Χ. και περιλαμβάνουν σποραδικές παραγράφους του έργου. Οι περισσότεροι είναι από την περιοχή της Οξυρύγχου (βλ. σχετική έκδοση παπύρων της Οξυρύγχου).

 

 

8.3. Ξενοφών

Τα χφφ των Ἑλληνικῶν είναι πιο νεώτερα από αυτά της Ἀναβάσεως και διακρίνονται σε δύο οικογένειες με βάση τα κοινά χάσματα και λάθη.

α) Στην πρώτη ανήκουν:

Ο B = Parisinus 1738, του 14ου αι. Είναι το αρχαιότερο χειρόγραφο των Ἑλληνικῶν και με τις πιο σωστές γραφές.

Ο Ρ = Palatinus 140, του 14ου και αντιβλήθηκε από τον M. Hude το 1930. Μοιάζει στο κείμενο με τον Β.

Ο Μ = Ambrosianus Α4 infra του έτους 1344. Περιέχει την Ἱστορία του Θουκυδίδη και τα Ἑλληνικά.

Ο V = Venetus Marcianus 368 του 15ου αι. Αντιγράφηκε από έναν γραφέα που γνώριζε καλά Ελληνικά και παρενέβαινε στο κείμενο διορθώνοντάς το.

Ο D = Parisinus gr. 1642, του 14ου αι., που περιέχει επίσης Ἀπομνημονεύματα και εισαγωγής από πλατωνικά έργα.

Ο L = Parisinus Coislianus 317, του 15ου αι. Περιέχει και την Ἱστορία

του Θουκυδίδη.

Ο Β = Britannicus add. 5110, του 14ου αι. και αντιβλήθηκε για πρώτη φορά από τον Marchant, τον εκδότη τον Ξενοφώντα στις εκδόσεις της Οξφόρδης.

 

β) Στη δεύτερη ανήκουν:

Ο U = Urbinas 117, του 14ου και 15ου αι.

       Ο C = Parisinus 2000, του 15ου αι. που περιέχει επιπλέον το Περί παίδων ἀγωγῆς του Πλουτάρχου.

       Ο F = Perizonianus LugdunoBatavus 6, του 15ου αι., που περιέχει επιπλέον και την Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασιν του Αρριανού.

     Ο Ε = Parisinus 1739, του 15ου αι.

     Ο Α = Parisinus 1739 του 1535.

Οι δύο οικογένειες ανάγονται σ’ ένα αρχέτυπο ίσως μικρογράμματο, που με τη σειρά του ανάγεται σ’ ένα μεγαλογράμματο χειρόγραφο.

 

Έχουμε επίσης και 4 παπυρικά αποσπάσματα:

 

Pap. Oxyr. II 302 = Ελλην. Ι 1, 20-22.

 

 

 

Pap. Oxyr. Ι 28 του 2ου αι. μ.Χ.

= I 2,2-1 και 5-8

 

Pap. Oxyr. II 226 του 1ου-2ου αι. μ.Χ.   

 

Pap. Oxyr. VI p. 97 του 3ου αι. μ.Χ.

 

 

  

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Γραμματολογικά έργα.

A.  Lesky, Geschichte der griechischen  Literateur, Βέρνη και Μόναχο 1963, EAA. pet. Ay. Toorcavdiai, 0£o/Kr| 21973.

S. Said, M. Trede, A. Le Boulluac, Παρίσι 1997 EAA. μετ. Γ. Ξανθάκη-Καρμάνου 20O12.

 

Ηρόδοτος

 

Βιβλιογραφία

L. Bergson στο Lustrum 11 (1966) 71-138 (για την περίοδο1937-1960).

P. McKendrick, Classical World 47 (1954) 145-52, 56 (1963), 269-75 (για τα έτη 1954-63), 63 (1969), 37-44 (για τα έτη 1963-1969).

Βλ. επίσης την κριτική βιβλιογραφία, που συνοδεύεται από άρθρα στο περιοδικό Arethusa, 20 (1987), όπυ γίνονται εκτιμήσεις για τα ηροδότεια θέματα.

Η βασική έκδοση είναι του C. Hude (OCT, 2 τόμ., 1927).

Υπόμνημα, ήδη πεπαλαιομένο, από τους W. How και J. Wells, 2 τόμ, Oxford, 1928.

Έκδοση, με μετάφραση και υπομνηματισμό από τους O. D. Asheri, A.B. Lloyd, A. Fraschetti, S. Mediglia, A. Corcella et A. Masaracchia, Fondation Valla (1975-1993).

 

Λεξικό

Powel J.E., A Lexicon to Herodotus,  2η έκδοση, Cambridge, 1938.

 

Κριτικές μελέτες

Barth H., Methodologische und historiographische Probleme der Geschichts-schreibung des Herodot, Dissertation, Halle 1963.

Bornitz H. F., Herodot-Studien, Beiträge zur Verständnis der Einheit des Geschichtstuerks, Berlin, 1968.

Crahay R., La littérature oraculaire chez Hérodote, Paris, 1956.

Cobet J., Herodots Exkurse und die Frage der Einheit seines Werkes, Wiesbaden, 1971.

Darbo-Peschanski C., Le discours du particulier: essai sur I’enquête herodotéenne, Paris, 1987.

Drews R., The Greek Accounts of Eastern History, Cambridge, Mass.,

1963.

Evans J. A. S., Herodotus, Explorer of the Past: three essays, Princeton

University, 1991.

Fehling D., Die Quellenangahen hex Herodot-Studien zur Erzählkunst

Herodots, Berlin, 1971.

Fornara C. W., Herodotus. An Interpretative Essay, Oxford, 1971. Hartog F., Le miroir d’Hérodote, Paris, 1980.

Irnmerwahr H., Form and Thought in Herodotus, Cleveland, 1966.

Jacoby F., Herodotos, RE SuppI. II, 1913 (205-520). Το άρθρο αναφοράς για τον Ηρόδοτο που θέτει το πρόβλημα της γένεσης του έργου του.

Lachenaud G., Mythologies, religion etphilosophie de l’histoire chez

Hérodote, Lille, 1978.

Lang M., Herodotean Narrative and Discourse, Cambridge, Mass., 1984. Lateiner D., The Historical Method of Herodotus, Toronto, 1989.

Marg W., Herodot: eine Auswahl aus der neueren Forschung, 2η εκδ., Miinchen, 1968.

Montgomery Ff., Gedanke und Tat, Zur Erzählungstechnik hex Herodot,

Thucydides, Xenophon und Arrian, Lund, 1965.

Myres J.  L., Herodotus Father of History, Oxford, 1953.

Pohlenz M., Herodot, der erste  Geschichtsschreiber des Abendlandes,  Berlin, 1937.

Rosen H. B., Eine Lout und Formenlehre der herodotischen Sprachform,

Heidelberg, 1962.

Schwenn R., Stil und Komposition in Herodots Geschichtswerk, Dissertation Göttingen, 1953.

Selincourt de A., L’ Univers d’ Hérodote, Paris, 1966. Untersteiner M., La lingua di Erodoto, Napoli, 3949.

Waters K. H., Herodotus on Tyrans and Despots: a Study in Objectivity, Wiesbaden, 1971.

Wilson J. A., Herodotus in Egypt, Leiden, 1970.

Wood H., The Formal Stucture of the Histories of Herodotus, Dissertation, Columbia University, New York, 1964.

 

 

 

Θουκυδίδης

 

Εκδόσεις και υπομνήματα

Cartwright O.,  A Historical Commentary on Thucydides.  A Companion to Rex Warner’s Penguin Translation, The University of Michigan Press, 1977.

Classen J., Steup J., 8 τομ., Berlin, αναθ. από R. Stark, 1963

Gomme A. W., Andrewes A. και Dover K. J., A Historical Commentary on Thucydides, 5 τομ., Oxford, 1945–1981.

Hornblower S., A Commentary on Thucydides, τομ. IIII, Oxford, 1991 (θα εκδοθούν και άλλοι τόμοι).

Luschnat O.,  Thukydides, τομ. 1 (libri Ι – ΙΙ) Teubner, Leibzig, 2η έκδ., 1960

 

 

Υπομνηματισμένες εκδόσεις μεμονωμένων βιβλίων

Thucydide I et II, έκδοση και σημειώσεις από τον A. Croiset, Paris, Didot, 1886.

Dover K. X., βιβλία VI et VII, Oxford Univ. Press, London 1971.

Rustin J. S., βιβλίο II, Cambridge, 1989 (ανατ., 1η έκδ. 1965).

Rhodes P. J., Thucydides History II, III, IV – V.24, Warminster, 1988, 1994, 1998.

Rutter N. K., Thucydides Books VI and VII Bristol: Bristol Classical. Press, 1989.

Wiedemann T., Thucydides I –II. 65, Bristol: Bristol Classical Press, 1985.  Υπενθυμίζουμε την έκδοση από τον Hobbes, London,1929.

 

 

Λεξικό

Betant F. A., 2 τομ., Genéve, 1843–1847, ανατ. Hildesheim, 1961.

Essen M. H. N. von, Berlin, 1887.

 

 

Κριτικές μελέτες

Adcock, F. E., Thucydides and his History, Cambridge, 1963.

Bender G. F., Der Begriff des Staatsmannes bei Thucydides, Würzburg, 1983

Cogan M., The Human Thing: the Speeches and Principles of Thucydides’ History, Chicago, 1981.

Reimer R.–Klaas, Macht, und Recht bei Thucydides, Dissertation, Tübingen, 1959.

Romilly J. de, Thucydide et l’ imperialisme athenien, Paris, 1947 (ελλ. μετάφρ. εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000)

Romilly J. de, Histoire et raison chez Thucydide, Paris, 1956.

Ros J., Die “ Metabole” als Stilprinzip des Thucydides, Paderborn, 1983.

Schneider C. H., Information und Absicht bei Thukydides, Cottingen, 1974.

Stadter P. H., The Speeches of Thucydides, Chapel Hill, 1973.

Stahl H. P., Thukydides: die Stellung des Menschen im geschichtlichen Prozess, Zetemata, 40, Munchen, 1966.

Thibaudet A., La campagne avec Thucydide, Paris, 1917, επαναλαμβάνεται στο Thucydide της συλλογής “Bouquins”, Paris, 1993.

Tsakmakis A., Thucydides uber die Vergangenheit, Classica Monacansia, Münchener Studien zur Klassischen Plilologie, 11 Tubingen, 1995.

Weber–Schaefer P., Das politische Denken der Griechen. Klassische Politik von der Tragodie bis zu Polybios, München, 1969.

Westlake H. D., Individuais in Thucydides, Cambridge, 1968.

Woodhead A. G., Thucydides on the Nature of Power, Cambridge, Mass., 1970.

 

 

Ξενοφών

 

Εκδόσεις

C. Hude στην Teubner, 1930 J. Hatzfeld στην Coll. des Univ. de Fr., 2 τόμοι 1936/39 E. C. Marchant, 5 τόμοι 1900–1920.

Εκλογές με εισαγωγές και σημειώσεις στο συγκριτικό έργο του M. I. Finley, The Greek Historians: The essence of Herodot, Thucydides, Xenophon, Polybios, Ν. Υόρκη 1959.

 

Μελέτες

H. R .Breitenbach, Xenophon von Athen, REIX (1966) 1569 – 2025.

J. K. Anderson, Xenophon, Λονδίνο 1977.

W. P. Henry, Greek Historical Writing: a Historiographical Essay based on Xenophon’s Hellenica, Άμστερνταμ 1967.

W. E. Higgins, Xenophon the Athenian: the Problems of the Individual and the Society of the “Polis”, Albany 1977.

R. Nickel, Xenophon, Ντάρτστατ 1979.

J. C. Riedinger, Etudes sur les “Hellenistique”: Xenophon et l’ histoire.  Παρίσι 1991.

 

 

Ύφος Γλώσσα

L. Gautier, La langue de Xenophon, Γενεύη 1911 A.W. Person, Zur Textgeschichte Xenophons, Γενεύη, 1911.

 

 



[1] πβ. Hoffmann, ό.π., σ. 154, πβ. Palmer, ό.π., 146, W. Aly “Herodotos sprache” Glotta 15, 1927, 84-177, Schwyzer ό.π., σ.1, 112-116, M. Untersteiner, La lingua di Eirodoto, Μπάρι 1949.

[2] πβ. Finley ό.π., σ.272, Hoffmann ό.π., σ. 158 κ.ε.

[3] πβ. F. Hoffmann, ό.π., σ. 157, Palmer, ό.π., σ. 160 κ.ε., Lesky, ό.π., σ.37.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s