ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΣ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


kion1Πολιτεία και πόλις στον Θουκυδίδη

 

Αρχαϊσμοί στις νεότερες προσεγγίσεις της δημοκρατίας και του κράτους.

 

Γιώργος Κοντογιώργης

 

Ο Θουκυδίδης θεωρείται βασικά ως ο θεωρητικός των διακρατικών σχέσεων και του πολέμου. Στην καλύτερη περίπτωση αξιολογείται και για την ποιότητα της αποτύπωσης μιας εκδήλωσης της πολιτικής ζωής των πόλεων, των δημηγοριών, χωρίς όμως ποτέ να συγχρονίζεται η συνάφειά τους με τη φύση του πολιτικού συστήματος, δηλαδή με το στάδιο της εξέλιξης του κοινωνικού γεγονότος, στο οποίο αναφέρονται. Η δημηγορία, ως λόγος του πολιτικού προσωπικού, προσφέρεται επομένως για σύγκριση με τον πολιτικό λόγο ενός, εν προκειμένω, σύγχρονου πολιτικού. Το ίδιο και οι διακρατικές σχέσεις.

Περιττεύει να επισημάνω ότι οι προσεγγίσεις αυτές των διακρατικών σχέσεων και του λόγου του πολιτικού είναι εν πολλοίς αυθαίρετες, ανάγονται συγκεκριμένα σε μια προ-επιστημονική γνωσιολογία, στο μέτρο που δεν εγγράφονται στον οικείο κοσμοσυστημικό χρόνο και κατά τούτο δεν συνεκτιμούν τη φάση στην οποία διέρχεται κάθε εποχή. Εννοώ μ’ αυτό ότι το διακύβευμα των διακρατικών σχέσεων είναι διαφορετικό, αναλόγως εάν αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από το κράτος/πολιτεία ή από το δήμο/πολιτεία. Ομοίως, δεν είναι ίδιος ο λόγος του πολιτικού της κυρίαρχης εξουσίας με τον λόγο του πολιτικού ρήτορα, που απλώς εισηγείται στον δήμο-κάτοχο της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας.

Συνέχεια

ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΟΥΣ ΣΤΩΙΚΟΥΣ


kion1 Τα Πάθη στους Στωικούς

Σύμφωνα με τους Στωικούς τα βασικά πάθη της ψυχής είναι τέσσερα:

 

  •  λύπη (ή πόνος)

  •  φόβος

  •  επιθυμία

  •  ηδονή (ως αυτοσκοπός)

 

Αυτά θα πρέπει να αποφεύγονται από τους ανθρώπους που θέλουν ειλικρινά να ζουν σύμφωνα με τη φύση τους, το «ζῆν κατά φύσιν», γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνουν, οδηγούνται σε εκφράσεις και αντιδράσεις για τις οποίες δεν συμφωνεί ο βαθύτερος εαυτός τους, (το Ηγεμονικό των Στωικών), με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να μετανιώνουν και να αισθάνονται άσχημα γι’ αυτές τις πράξεις τους.

Εξ αυτών, η έντονη και δεσμευτική επιθυμία και ο φόβος (κάποιου δηλαδή προσώπου ή πράγματος που θεωρούμε καλό, δηλαδή ωφέλιμο ή κακό δηλαδή βλαβερό), είναι πρωτογενή, ενώ η ηδονή (που προέρχεται από την απόκτηση του επιθυμητού) και η λύπη ή πόνος (που αποτελεί το αντίθετο της ηδονής και προέρχεται από την αντιμετώπιση κάποιου εξωτερικού φοβικού  αντικειμένου, σκέψης ή αισθήματος), χαρακτηρίζονται ως δευτερογενή.

Επίσης, η επιθυμία και η ηδονή χαρακτηρίζονται από τους Στωικούς ως αγαθά (πάθη), ενώ ο φόβος και ο πόνος ως δεινά ή κακά (πάθη).

Για να αντιμετωπίσουμε και να ελέγξουμε ένα πάθος, θα πρέπει να αναχθούμε στο πρωτογενές επίπεδο έκφρασής του (επιθυμία ή φόβος κάποιου προσώπου ή πράγματος) και να ελεγχθεί συνειδητά (λογικά) εάν είναι πράγματι ωφέλιμο ή βλαβερό για εμάς.

Π.χ. επιθυμώ σφόδρα (είμαι ερωτευμένος) να παντρευτώ κάποια για την οποία μου λένε φίλοι ότι είναι ψυχικά άρρωστη ή εξαρτημένη σε τοξικές ουσίες. Εγώ όμως δεν τους ακούω και κάνω αυτό που μου αρέσει (μένω στην ηδονή αποφεύγοντας τον πόνο…)

Τα παραπάνω επιγράφονται συνοπτικά από τους Στωικούς με ένα τρίλεξο: εμπάθεια-απάθεια-ευπάθεια.

Αυτό θέλει να πει ότι ο άνθρωπος που σκοπεύει συνειδητά και έμπρακτα τη μη περιστασιακή ευδαιμονία στη ζωή του, πρέπει να αποφεύγει στις εκφράσεις του τις ακρότητες της εμπάθειας (με την έννοια του έντονου και ανεξέλεγκτου πάθους, το οποίο μορφοποιείται ως έντονη ενεργητικότητα και επιθετικότητα προς τα έξω) και της ευπάθειας (με την έννοια του έντονου και ανεξέλεγκτου πάθους, το οποίο μορφοποιείται ως έντονη παθητικότητα και επιθετικότητα προς τα μέσα), και να προσπαθεί να μένει στην ενδιάμεση θέση, της απάθειας

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ – ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΗΡΟΣ – ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ


kion1Δαχτυλίδι του Γύγη Μύθος του Ηρός Αλληγορία του σπηλαίου

 

ΠΗΓΗ: Δαχτυλίδι του Γύγη – Μύθος του Ηρός – Αλληγορία του σπηλαίου

Στο δαχτυλίδι του Γύγη ο βοσκός έχοντας βγει στο φως του ήλιου αρχίζει μια μορφής έρευνα στηριγμένη στην τύχη χωρίς τη συνδρομή ενός δασκάλου. Η ίδια η φύση τον οδηγεί σε ένα χάσμα της γης-της ύλης. Ο ήρωας εισέρχεται μέσα και κάτω από μία περιέργεια εκπηγάζουσα από τις δυνάμεις της φύσης και όχι από την αέναη παγκόσμια τάξη του κόσμου. Μέσα στη σπηλιά θαυμάζει, αλλά όχι με ένα σωκρατικό θαυμασμό που θα μπορούσε να είναι η αρχή της φιλοσοφίας. Βλέπει ένα άλογο (θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ά-λογο=χωρίς τον Λόγο, προσοχή δεν το συσχετίζω ετυμολογικά). Ένα άλογο τόσο μεγάλο που μπορεί και εμπεριέχει έναν άνθρωπο στην κοιλιά του. Το άλογο είναι ένα, σε αντίθεση με το άρμα της ψυχής στον Φαίδρο που απαρτίζεται από δύο άλογα. Εδώ είναι το ένα δηλ. μόνο το υλικό μέρος της ψυχής ανίκανο να κινηθεί αλλά και σαν νεκρό όπως και το ανθρώπινο σώμα μέσα του. Ο συνειρμός μας παραπέμπει στο άλογο της απάτης και της ύπουλης νίκης: το άλογο του τρωικού πολέμου. Ένα άλογο σύμβολο της ψευδοενότητας του ελληνικού κόσμου. Το νεκρό σώμα μέσα στο ά-λογο είναι ένα ανθρώπινο σώμα αποξενωμένο από τη θέρμη του πνεύματος που ολοκληρώνει την ανθρώπινη ενότητα: ο λόγος είναι ζωοφόρος του συνόλου.

Συνέχεια

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ


 

kion1Η Θεωρία της Γνώσης κατά τον Αριστοτέλη

 

του Νικόλαου Κ. Αγγελή,

Επίκουρου Καθηγητής Παν/μίου Θεσσαλίας

 

 

Η Γνωστική Διαδικασία.

Α.- Η ψυχή.
Β.- Η δύο πηγές της γνώσης : η αισθητικότητα και ο νους.
Γ.- Η διαίρεση του νου σε θεωρητικό και πρακτικό : η θεωρητική και η πρακτική γνώση.

Η Νόηση.

Α.- Νόηση και έννοιες ή νοήματα.
Β.- Οι απολύτως πρώτες έννοιες και ο σχηματισμός των προτάσεων : η αλήθεια και η πλάνη.
Γ.- Η έννοια της αρετής : η σοφία και η φρόνηση.

 

Εισαγωγή

 

            Ο Kant όριζε την γνώση ως ένα σύνολο από αναπαραστάσεις, οι οποίες έχουν γεννηθεί στο εσωτερικό της συνείδησης και οι οποίες έχουν συγκριθεί και συνδεθεί μεταξύ τους[2]. Ο ορισμός της γνώσης διαμέσου της έννοιας της αναπαράστασης γεννά το ερώτημα πώς οι αναπαραστάσεις γεννώνται στο εσωτερικό της ανθρώπινης συνείδησης. Οι αναπαραστάσεις σχηματίζονται από την ενεργοποίηση των δύο γνωστικών δυνάμεων της ανθρώπινης συνείδησης, δηλαδή της αισθητικότητας και του νου ή λόγου, υπό την επίδραση κυρίως των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου. Με τις αναπαραστάσεις, οι δύο γνωστικές δυνάμεις της συνείδησης οικειοποιούνται τις ιδιότητες των αντικειμένων, τα οποία γνωρίζουν, κι’ έτσι μεταφέρουν στο εσωτερικό της συνείδησης πληροφορίες σχετικά μ’ αυτά. Συνεπώς, η γνώση είναι δυνατόν να ορισθεί ως το σύνολο των πληροφοριών, που αποκτούμε για τα αντικείμενα και τον Κόσμο γενικότερα, χάρις στην δραστηριοποίηση των γνωστικών δυνάμεων της συνείδησής μας.

Συνέχεια

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ


kion1Η γλώσσα του Αριστοτέλη

 

Βασίλης Κάλφας

Καθηγητής Φιλοσοφίας

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

ΕΛΕΤΟ – 7° Συνέδριο

 «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» Αθήνα, 22-24 Οκτωβρίου 2009

 

 

Ο Αριστοτέλης και η προγενέστερη φιλοσοφική παράδοση

 

O Αριστοτέλης είναι ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος με πολυετείς συστηματικές σπουδές. Από τα 17 του χρόνια εισάγεται στην πλατωνική Ακαδημία και παραμένει μέλος της για 20 ολόκληρα χρόνια. Θα πρέπει να φανταστούμε ότι πέρασε από όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας· ξεκίνησε από δόκιμο μέλος, στη συνέχεια εντάχθηκε στον στενό κύκλο των μαθητών του Πλάτωνα που διατηρούσαν προσωπική σχέση με τον δάσκαλο, και στα τελευταία χρόνια έγινε κι αυτός μέλος του διδακτικού προσωπικού της Σχολής. H θέση του στον πλατωνικό κύκλο ήταν σίγουρα ηγετική, αφού, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, λέγεται ότι διεκδίκησε τη θέση του σχολάρχη της Ακαδημίας, χωρίς όμως επιτυχία.

Είναι κρίμα ότι, αν εξαιρέσει κανείς τον Αριστοτέλη, γνωρίζουμε λίγα πράγματα για τους άλλους σημαντικούς φιλοσόφους του πλατωνικού κύκλου. Και από τα λίγα όμως πράγματα που γνωρίζουμε προκύπτει ότι η πλατωνική σχολή δεν ήταν δογματική ούτε ιδιαίτερα πιστή στο γράμμα της διδασκαλίας του ιδρυτή της. Το πιο πιθανό είναι ότι και ο ίδιος ο Πλάτων θα πρέπει να ενθάρρυνε τις θεωρητικές διαφωνίες και την ανεξαρτησία της σκέψης των μαθητών του. Δημιουργήθηκε έτσι μια ζωντανή κοινότητα στοχαστών, που έδινε ερεθίσματα τόσο στον ίδιο τον Πλάτωνα για την ανάπτυξη της τελευταίας φάσης της φιλοσοφίας του όσο και στους μαθητές τους για να ανοίξουν τα δικά τους φτερά. Όλοι λοιπόν ξεκινούσαν από κάποιο κοινό υπόβαθρο, από μια βασική εκδοχή της πλατωνικής φιλοσοφίας, στη συνέχεια όμως ακολουθούσαν αποκλίνουσες διαδρομές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αριστοτέλης στα πρώτα του γραπτά μιλάει για τους Πλατωνικούς χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Από την αρχή ωστόσο κρατά μια κριτική απόσταση από τις θεωρίες του Πλάτωνα, και γρήγορα θα προχωρήσει στην απόρριψη της θεωρίας των Ιδεών και στην προβολή της δικής του σύλληψης της πραγματικότητας.

Συνέχεια