ΟΜΗΡΟΣ


kion1ΟΜΗΡΟΣ

 

Terence Irwin

 

 Η σπουδαιότητα του Ομήρου[1]

 

Ένας από τους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους, ο Ξενοφάνης (580-480 π.Χ.), εξηγεί ότι επικρίνει τον Όμηρο επειδή «στην αρχή όλοι μαθαίνουν απ’ τον Όμηρο»[2]. Ο Ξενοφάνης έχει δί­κιο να θεωρεί τον Όμηρο μοναδική αυθεντία. Κι αυτό, διότι οι Έλληνες δεν είχαν Γραφές ανάλογες με τη Βίβλο ή το Κοράνι· είχαν, όμως, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, τα δύο μεγάλα έπη που αποδόθηκαν στον Όμηρο[3]. Τα έπη αυτά δεν ήταν κείμενα αυθεντίας, προστατευμένα από την κριτική ή ερμηνευμένα από εντεταλμένους ερμηνευτές- και σίγουρα δεν αποτελούσαν τυπικό δογματικό πρότυπο για κανένα θρησκευτικό σύστημα.

Παρόλα αυτά, τα Ομηρικά Έπη ήταν αντίστοιχα της Βίβλου στο βαθμό που πολλοί εγγράμματοι Έλληνες τα διδάσκονταν, ενώ οι Αθηναίοι τα άκουγαν να απαγγέλλονται δημοσίως. Περισσότερα από χίλια χρόνια μετά την εποχή του Ομήρου, μάλιστα, ο Αυγουστίνος διδασκόταν ακόμη τα έπη. Ένας ρήτορας, προσφεύγοντας στην ομηρική αυθεντία, σημειώνει:

Οὔτω γάρ ὑπελαβον ὑμῶν οἱ πατέρες σπουδαῖον εἶναι ποιητήν ὥστε νόμον ἔθεντο καθ’ ἑκάστην πεντετηρίδα τῶν Παναθηναίων μόνου τῶν ἄλλων ποιητῶν ραψωδεῖσθαι τά ἔπη.

Οι πατέρες σας τον θεωρούσαν τόσο έξοχο ως ποιητή που πέρασαν έναν νόμο ο οποίος όριζε πως κάθε πέντε χρόνια εκείνου μόνο, απ’ όλους τους ποιητές, τα έργα θα απαγγέλλονταν από ραψωδούς στη γιορτή των Παναθηναίων[4].

  Συνέχεια

Advertisements