Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


kion1Ο Σωκράτης και το πρόβλημα του θανάτου                                                

                                                             Κώστα Μπέη          

ΠΗΓΗ: http://www.antifono.gr

 

1 Η προβληματική της ταυτότητας της σωκρατικής και της πλατωνικής μεταφυσικής και θεολογικής φιλοσοφίας

            Η θρησκευτικότητα του Σωκράτη, καθώς και η στάση του απέναντι στο πρόβλημα του θανάτου συνιστούν δυό από τα κύρια σημεία αναφοράς για την αμφισβήτηση της ταυτότητας του ιστορικού και του πλατωνικού Σωκράτη [1]. Υποστηρίζεται σχετικώς ότι ο ιστορικός Σωκράτης ήταν αποκλειστικώς ηθικός φιλόσοφος, άσχετος με την πλατωνική μεταφυσική και θεολογική φιλοσοφία του Πλάτωνα, όπως επίσης με τη διδασκαλία εκείνου για τον κόσμο των ιδεών και την αθανασία της ψυχής [2]. Από την άλλη μεριά ο ίδιος ο Πλάτων είχε διαβεβαιώσει οτι δεν υπάρχουν δικά του συγγράμματα, κι ότι όσα κυκλοφορούν με το δικό μου όνομα, αρκούνται στο να καταγράφουν τη διδασκαλία του Σωκράτη [3].

Επιπροσθέτως θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συνεκτιμηθεί ότι και στον Ξενοφώντα, φερόμενο ως εξιστορούντα το γνήσιο ιστορικό Σωκράτη, απαντά η κατ’ εξοχήν μεταφυσικής και θεολογικής διάστασης περικοπή πως δεν πρέπει να καταφρονούμε τ’ αόρατα, αλλ’ από τα συμβαίνοντα να προσεγγίζουμε και να προσπαθούμε να κατανοούμε, καθώς και να τιμούμε τη θεότητα [4]. Άλλωστε, κι αν ακόμη στο πρώιμο πλατωνικό έργο ο Σωκράτης εμφανίζεται περισσότερο ως ηθικός φιλόσοφος των δρόμων, τί είν’ εκείνο που εμποδίζει τη λογική παραδοχή πως δεν έμεινε στάσιμος [5], αλλ’ ο στοχασμός του εξελίχθηκε, ιδίως μετά την ποινική δίωξη και τη θανατική καταδίκη του, στο διάστημα της μόνωσής του μέσα στο δεσμωτήριο; Είναι τάχα εξωλογικό ότι -εν όψει της στάσης που θα τηρούσε εμπρός στον επικείμενο θάνατό του- προβληματίστηκε εντονότατα με το πρόβλημα του θανάτου; Και θα ήταν άραγε εξωπραγματική η υπόθεση ότι τα πρώτα σπέρματα αυτών των προβληματισμών θα πρέπει να τον είχαν βάλει σ’ ανησυχία ήδη από την εποχή του θανάτου του πρωτότοκου γιού του Σωφρονίσκου; Είναι τάχα ασυμβίβαστη η εναρμόνιση της ηθικής φιλοσοφίας με τη μεταφυσική ενορατική κατανόηση του προβλήματος του θανάτου, πολύ περισσότερο μάλιστα εν όψει του οτι, ήδη πριν από τον Πλάτωνα, αυτό το δίπτυχο απαντά στη διδασκαλία και στην πρακτική άσκηση των πυθαγορείων;

Ο Σωκράτης λοιπόν των πλατωνικών διαλόγων θα πρέπει κατ’ αρχήν να ταυτίζεται με τον ιστορικό Σωκράτη, αν και διαμέσου της ποιητικής γοητείας του φιλολογικού ταλέντου του Πλάτωνα.

2 Ο Σωκράτης και το πρόβλημα του θανάτου

Ο Σωκράτης ήταν διαποτισμένος από τη μεταφυσική πίστη ότι η ενάρετη ανθρώπινη συμπεριφορά ενέχει την πραγμάτωση ιδανικών αξιών που, σ’ έναν άλλον -υπερβατικό- κόσμο, είχε γνωρίσει η ψυχή κι έκτοτε ενθυμείται. Η ψυχή ποθεί να επιστρέψει στον ιδανικό εκείνο κόσμο. Για το λόγο τούτο οφείλει να προετοιμαστεί γι’ αυτό το ταξίδι, έτσι που η φιλοσοφία -στην ηθική της διάσταση- να μην είναι τίποτ’ άλλο παρά η στοχαστική σπουδή του θανάτου [6].

Στην πλατωνική Απολογία εμφανίζεται συγκρατημένος. Παραδέχεται οτι δεν γνωρίζει, κι ότι το παραδέχεται πως δεν γνωρίζει αρκετά για όσα συμβαίνουν στον Άδη [7]. Μολοντούτο αυτή η έλλειψη σίγουρης γνώσης για την ουσία του θανάτου, δεν τον εξωθεί στο να φοβάται το θάνατο: γιατι το να φοβάται κάποιος το θάνατο είναι σαν να νομίζει πως είναι σοφός, ενώ δεν είναι [8]. Και τούτο, γιατι έτσι θα εμφανιζόταν σαν να ξέρει ‘κείνα που αγνοεί [9], αφού κανείς δεν έχει γνώση της ουσίας του θανάτου, ούτ’ αν συμβαίνει νά’ναι για τον άθρωπο το πιο σπουδαίο αγαθό. Μολοντούτο ο πολύς κι αμαθής κόσμος φοβάται[το θάνατο, σαν νά’χαν τάχα πλήρη γνώση του ότι είναι πολύ μεγάλο κακό [10].

Αυτήν την αβεβαιότητα είχε εκφράσει και σ’ άλλες περιστάσεις, πριν από τη δίκη του: κάνουμε φανταστικές κατασκευές, δίχως να έχουμε δεί το θεό ή να τον έχουμε κατανοήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό [11]. Μ’ αυτήν την επιφύλαξη διακήρυσσε την πίστη του στην αθανασία της ψυχής. Όμως με την άμεση παραδοχή, πως είν’ αθάνατη η ψυχή, όχι στο πλαίσιο κάποιου αυστηρού λογικού διαλογισμού, αλλ’ ετσι, καθώς κάνουμε φανταστικές κατασκευές, δίχως να έχουμε δεί το θεό ή να τον έχουμε κατανοήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό [12]. Κι εγώ ο ίδιος -τόνιζε- μιλάω, δίχως να έχω γνώση, αλλά πιθανολογώντας [13]. Μολοντούτο πρέπει να προσβλέπουε στο θάνατο δίχως φόβο [14].

Έτσι από το δικαστήριο της Ηλιαίας ο Σωκράτης έφυγε με διαδηλωμένη την ευέλπιδα άγνοιά του για την ουσία του θανάτου [15]. Μ’ αυτά τα δεδομένα, μπορούσε να υποτεθτεί, με την πρώτη ματιά, ότι -για πρώτη φορά- στη μόνωση της φυλακής, γιγαντώθηκε μέσα του η πεποίθηση πως η ψυχή είν’ αθάνατη, κατά πρώτο, με το επιχείρημα των εναντίων [16], ύστερα με το επιχείρημα της ανάμνησης [17], αλλά και με το επιχείρημα του αδιαφθόρου των προτύπων των ιδεών [18].

Όμως, για το Σωκράτη -έτσι όπως μας τον παρουσιάζει ο Πλάτων- η αθανασία της ψυχής ήταν αποδεδειγμένη ήδη πολύ πριν από τη δίκη και την καταδίκη του. Στην πλατωνική Πολιτεία ο Σωκράτης διηγείται για τη συζήτηση που είχε με τον Γλαύκωνα: δεν γνωρίζεις, τον ρώτησα, πως η ψυχή μας είν’ αθάνατη και ποτέ δεν χάνεται; Κι εκείνος, με κοίταξε απορημένος και με ρώτησε: -Μά το Δία, εγώ δεν ξέρω κάτι τέτοιο. Μπορείς σύ ν’ αποδείξεις τέτοιον ισχυρισμό; -Αν δεν κάνω λάθος, του απάντησα. Άλλωστε και σύ θα μπορέσεις. Δεν είναι δά και τόσο δύσκολο [19].

Με διεξοδική ανάπτυξη των προαναφερόμενων τεσσάρων επιχειρημάτων, σχεδόν λαχανιασμένος από διανοητικό καλπασμό, αναφώνησε ο Σωκράτης, μέσα στο δεσμωτήριο: Συνεπώς η ψυχή είναι ανεπίδεκτη θανάτου; Είν’ αθάνατη; – Ναί, είν’ αθάνατη. – Μπράβο! Συμφωνούμε λοιπόν πως αυτό αποδείχθηκε [20].

Όμως ο Σιμμίας αμφέβαλλε: εν όψει της σπουδαιότητας των ζητημάτων, για τα οποία συζητούμε, συνεκτιτώντας παράλληλα και την ανθρώπινη αδυναμία [για την κατανόησή τους], είμαι υποχρεωμένος να εξακολουθώ να μην πείθομαι [21]. Οπότε ο Σωκράτης εξοργίστηκε: τολμάς να έχεις την αξίωση να σου αποδείξει την αφθαρσία και την αθανασία της ψυχής ο φιλόσοφος που επίκειτια να πεθάνει, ενώ αυτός με θάρρος βαδίζει στο θάνατο με την πεποίθηση πως αυτό είναι το καλύτερο που κάνει τώρα, αντί του να εξακολουθούσε να ζεί μια διαφορετική ζωή κι έτσι να μετέθετε το χρόνο του θανάτου του, αντλώντας από τέτοια καμώματα ανόητο κι ηλίθιο θάρρος; Και τολμάς ν’ αμφισβητείς τη θεία διάσταση της ψυχής και την προϋπαρξή της πολύ προτού να γεννηθούμε; Τί’ν’ αυτό που σ’ εμποδίζει να παραδεχτείς πως όλ’ αυτά σηματοδοτούν την αθανασία της ψυχής; [22]

Την πίστη του συνεπώς στην αθανασία της ψυχής ο Σωκράτης επιβεβαίωσε με το ήθος της άμεσης προσωπικής του πορείας προς το θάνατο.

Φαίνεται οτι, στο πλαίσιο αυτής της πίστης, η ψυχή, όχι μόνο δεν φθείρεται, όταν επέλθει ο θάνατος του σώματος, αλλ’ εξακολουθεί να βρίσκεται σ’ αόρατη επικοινωνία με τον αισθητό μας κόσμο [23].

3 Η σωκρατική εξισορρόπηση ανάμεσα στον ορθολογισμό και στη μεταφυσική ενόραση

3.1. Ο Σωκράτης ήταν κατ’ εξοχήν σκεπτικιστής που, μ’ εργαλείο τον ορθό λόγο υπέβαλλε τους συμπολίτες του σ’ εξωνυχιστική εξέταση για κάθε τι που παρακινούσε το ενδιαφέρον του. Στην πλατωνική απολογία του φέρεται να διατρανώνει πως του είναι αδύνατο να σταματήσει να φιλοσοφεί [24], με τον τρόπο που συνήθιζε, δηλαδή υποβάλλοντας στη βάσανο του ελέγχου όσα άκουγε από τους συνομιλητές του. Ο ανεξέταστος βίος δεν είναι βιωτός για τον άνθρωπο [25].

3.2. Μολοντούτο σκανδάλιζε τους συμπολίτες του, καθώς συχνά αναφερόταν στο δαιμόνιό του [26], που προσδιόριζε σαν μια μυστική φωνή που τον απέτρεπε από του να ενεργήσει κάτι που είχε κατά νού να πράξει. Και συμμορφωνόταν με το μήνυμα αυτής της μυστικής φωνής, μολονότι τίποτε τ’ ορθολογικό δεν του αποκαλυπτόταν. Ενορατικώς συλλάμβανε την αναγκαιότητα της παράλειψης και -τώρα πιά ανεξετάστως- συμμορφωνόταν. Ήταν μια απροσδόκητη φυγή του μεγάλου στοχαστή στο χώρο του ανορθολογικού.

3.3. Ο ίδιος ο Σωκράτης τόνιζε ότι το δαιμόνιο περιοριζόταν στο να τον αποτρέπει, και ποτέ στο να τον παρακινεί να κάνει κάτι. Όμως και για θετικές πράξεις είχε έντονη ενορατική παρακίνηση, την οποία παρέλειπε να υποβάλλει σε ορθολογικό έλεγχο. Για θετικές πράξεις διηγείται ότι τον παρακινούσαν κάποια όνειρα, όπως εκείνο που του παράγγελνε: “Σώκρατες, μουσικήν ποίει και εργάζου” [27].

3.4. Ακόμη από τους πλατωνικούς διαλόγους αντλούμε συχνά την πληροφορία οτι, όταν ο Σωκράτης αδυνατούσε να τεκμηριώσει λογικώς κάποιον ισχυρισμό του, κατέφευγε στη λύση του μύθου, δηλαδή και πάλι σ’ ένα χώρο, αν όχι του παραλόγου, πάντως στα κράσπεδα εκείνου. Έτσι λχ, όταν ο Καλλικλής επέμενε πως δεν υπήρχε παρά μόνο το δίκαιο του ισχυροτέρου, ο Σωκράτης, μη μπορώντας να τον αποκρούσει με λογικά επιχειρήματα σε οντολογικό επίπεδο, είχε βρεί διέξοδο στο μύθο: από την εποχή του Κρόνου, κι έκτοτε για πάντα, όπως και τώρα, ίσχυε στους θεούς ο εξής νόμος για τους ανθρώπους? όποιος έζησε δίκαια και με σεβασμό προς τους θεούς, όταν πεθαίνει, να μεταβαίνει και να κατοικεί στα νησιά των μακάρων, με κάθ’ ευδαιμονία και δίχως δυστυχίες, ενώ όποιος πέρασε τη ζωή του αδικώντας κι ασεβώντας προς τους θεούς, να πηγαίνει στα Τάρταρα, στο δεσμωτήριο, καταδικασμένος να πληρώσει [28]. Εγώ λοιπόν, Καλλικλή μου, έχω πειστεί απ’ αυτήν την ιστορία, κι έχω σκοπό να εμφανιστώ στον υπερκόσμιο κριτή μου με κάθε άλλο παρά με νοσηρή ψυχή? στέλνω συνεπώς χαιρετίσματα στις τιμές, που θέλγουν τους πιό πολλούς ανθρώπους και, με στόχο την αλήθεια, θα προσπαθώ, όσο πραγματικά μπορώ, να είμαι και να ζώ όσο γίνεται πιό ενάρετα, κι έτσι να πεθάνω, όταν έρθει η ώρα μου [29].

3.5. Πώς εξηγείται αυτή η αντινομία του ορθολογιστή Σωκράτη με τη συχνή φυγή του στο χώρο του υπερβατικού;

Κατά μία εκδοχή, ο Σωκράτης εκινείτο πάνω στην αρχή του “λόγον διδόναι”, αποφεύγοντας κάθε τι το ανορθολογικό. Αλλ’ όπου αυτό ήταν αδύνατο, προτιμούσε να βρεί διεξόδους προσαρμογής του σ’ αυτό που -με την πρώτη ματιά- φαίνεται ως ανορθολογικό, παρά ν’ αρνηθεί μια πραγματικότητα, που εκείνος είχε συλλάβει ενορατικώς [30].

Γίνεται έτσι φανερό ότι ο Σωκράτης ακολουθούσε και τους τρεις παραδεκτούς δρόμους κατά τη ζήτηση της γνώσης: κατ’ αρχήν, το δρόμο της επιστημονικής γνώσης, δηλαδή της ορθολογικής τεκμηρίωσης. Όπου όμως αυτό ήταν αδύνατο, τότε με τη φιλοσοφία, της οποίας το επίσης έλλογο πόρισμα συνιστά απλώς πιθανολογική εκδοχή (δόξα). Η φιλοσοφία λοιπόν ήταν για το Σωκράτη οδός προσέγγισης της γνώσης. Και συνίσταται αυτή η οδός στην υποβολή διεξοδικής σειράς ερωτήσεων και στη συνακόλουθη προσπάθεια εκμαίευσης τεκμηριωμένων απαντήσεων [31] . Κι όταν ούτε η φιλοσοφία αρκεί για να πιθανολογήσει, ο φιλόσοφος -ώριμος πιά, ύστερ’ από πολύχρονη ενασχόληση και τριβή [32], τότε -αναπάντεχα- όμοια όπως απ’ τη σπίθα ξεπετάγετ’ η φλόγα, φωτίζετ’ η ψυχή και θεάται τον εαυτό της [33]. Πάνω σ’ αυτήν την τρίτη -επικουρική- οδό, ο Σωκράτης -ανεξετάστως- συμμορφώνεται με την εσωτερική φωνή του δαιμονίου, ή ακόμη -με θετικό τρόπο- καταφεύγει στην ποιητικότητα του μύθου, του οποίου το μήνυμα είναι προϊόν ενόρασης κι ανοίγει δρόμο, ο οποίος δεν έχει ακόμη χαρτογραφηθεί. Πάντοτε μ’ επίγνωση του ότι αληθινή γνώση δεν έχει για τίποτ’ άλλο πέραν από την αυτογνωσία της ελλειπούς γνώσης του (έν οίδα ότι ουδέν οίδα).

4 Ο θρησκευτικός προσανατολισμός του Σωκράτη

4.1. Ο Σωκράτης ποτέ δεν αρνήθηκε να μετάσχει στις ομαδικές λατρευτικές εκδηλώσεις της πόλης προς τους πατροπαράδοτους θεούς [34], με την έννοια ότι, αφού δεν ήταν σε θέση να έχει ολοκληρωμένη και καθαρή δική του γνώμη για το θείο, όφειλε να μένει πιστός στην πίστη των πατέρων του και της πόλης [35].

4.2. Μολοντούτο δεν απέκρυπτε την αποστροφή του προς τη θεολογία των ποιητών, και ιδίως του Ομήρου και του Ησιόδου.

4.3. Αυτή πάλι η αποστροφή του προς την ανθρωπομορφική κατανόηση των θεών, μ’ όλες τις ανομίες και κακότητες των ανθρώπων, δεν τον εμπόδιζε από του να μετέχει στις κοινές λατρευτικές πράξεις της πόλης.

4.4. Οπωσδήποτε όμως διαφοροποιόταν, πιστεύοντας ότι η ουσία της ευσέβειας δεν εντοπίζεται στην υποβολή αιτημάτων προς τους θεούς και τη στήριξη αυτών των αιτημάτων με προσφορές.

Αναφορικά μ’ αυτήν τη διάσταση της ευσέβειας, ο Πλάτων μας έχει προικοδοτήσει μ’ έναν αξιοπρόσεχτο διάλογο, τον Ευθύφρονα, του οποίου η κεντρική θεματική περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα, ποιά είναι η ουσία της ευσέβειας και του οσίου.

Άμεσος στόχος του πλατωνικού τούτου διαλόγου είναι βεβαίως η προεισαγωγή στο κλίμα θρησκευτικής παράκρουσης, που φαίνεται πως μάστιζε την πόλη, τις παραμονές της δίκης του Σωκράτη. Κάτω από τις πιέσεις της ανασφάλειας των δημοκρατικών πολιτών, αλλά και του μίσους που είχαν εναντίον όσων -στη διάρκεια της τυρανίας των τριάκοντα- είχαν πάρει τις δημεύσει και οικειοποιηθεί τις δικές τους περιουσίες, τις οποίες οι αρχικοί δικαιούχοι αδυνατούσαν ήδη ν’ ανακτήσουν, εμποδιζόμενοι από το ψήφισμα του Άρχινου για την αμνηστία, κάτι που φαίνεται πως είχε υπαγορευθεί από το βασιλέα της Σπάρτης Παυσανία, προκειμένου ν’ αναγνωρίσει την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών στην Αθήνα, πολλοί δημοκρατικοί έβρισκαν διέξοδο στο να καταγγείλουν τους ολιγαρχικούς αντιπάλους τους και να τους σύρουν στο δικαστήριο με το πρόσχημα της ασέβειας έναντι των θεών [36], κατά το ψήφισμα του Διοπείθη, που είχε ψηφίσει η εκκλησία του δήμου το 331 πΧ, δηλαδή ν’ ασκείται “εισαγγελία” κατ’ εκείνων που δεν πίστευαν στα θεία, όπως και κατ’ εκείνων που ερευνούσαν τ’ αντικείμενα τ’ ουρανού [37].

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα των υποκριτικών καταγγελιών για δήθεν ασέβεια, ως πρόσχημα για τη δίωξη των αμνηστευμένων ολιγαρχικών, είχαν παρασυρθεί μερικοί αφελείς θρησκόληπτοι και κατέθεταν καταγγελίες όντως γι’ ασέβεια. Κι αυτή ήταν η περίπτωση του Ευθύφρονα, που δεν δίστασε να καταγγείλει ως ανόσιο και ασεβή ακόμη και τον ίδιο τον πατέρα του.

Προσεκτικότερη όμως μελέτη του διαλόγου δείχνει και τις σοβαρές διαστάσεις αυτής της ακρότητας, όπως είναι η ουσία της -μέχρις αντιπαλότητας- διαφορετικότητας του ήθους των θεών, τους οποίους λάτρευε η πόλη, καθώς επίσης η αντιδιαστολή της πνευματικής διάστασης του θείου από την υποβάθμιση των σχέσεων πιστών και θεών σ’ επίπεδο εμπορικών συναλλαγών, του τύπου “εγώ σ’ ανάβω κεράκι, θεούλη μου, και σύ φροντίζεις να γίνει το θαύμα, για το οποίο σε παρακαλώ”. Ο Σωκράτης φέρεται να ερωτά τον Ευθύφρονα, αν η ουσία της ευσέβειας είναι η καλή γνώση της λειτουργίας της συναλλακτικής τούτης σχέσης ανθρώπων και θεών: μελετημένη τέχνη δούναι και λαβείν! [38] Ο Ευθύφρων απαντά καταφατικώς. Και τότε ο Σωκράτης δεν περιορίζεται σε διακριτική ειρωνεία, αλλά σαρκάζει: άρα η ευσέβεια, Ευθύφρων μου, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρα εμπορική τέχνη, στο πλαίσιο των συναλλαγών ανάμεσα στους θεούς και στους ανθρώπους! [39]

4.5. Ενώ λοιπόν η ευσέβεια, κατά τις αντιλήψεις των συμπολιτών του, όμοια όπως και κατά τις αντιλήψεις των ημιμαθών μαζών της δικής μας εποχής, συνοψιζόταν στις προσευχές και στις παροχές θυσιών, προκειμένου να καμφθεί -περίπου να χειραγωγηθεί!- η θεότητα και να πραγματώσει τις επιθυμίες του προσευχομένου, για το Σωκράτη η ουσία της ευσέβειας εντοπιζόταν στην προθυμία του πιστού, αυτός να προσπαθήσει να πραγματώσει το θέλημα του θεού. Αυτός ν’ αναπληρώσει και να γίνει τα ελλείποντα χέρια και πόδια του θείου, για χάρη της πραγμάτωσης του θείου θελήματος [40]. Κι επειδή το θέλημα του θεού δεν μπορεί να είναι τίποτ’ άλλο από την πραγμάτωση της ιδέας της δικαιοσύνης, ως της υπέρτατης αρετής, για το Σωκράτη η ευσέβεια συνιστούσε ειδικότερη εκδήλωση της ιδέας της δικαιοσύνης [41].

Στη δική του πίστη ο θεός είχε πνευματική διάσταση: έστι δε ο θεός ο νούς [του κόσμου] [42]. Και πάλι: ο θεός λοιπόν είναι ο [υπέρτατος] νούς, ανόθευτος κι ανέγγιχτος από κάθε τι το υλικό [και αισθητό], αποσυνδεμένος από κάθε τι το φθαρτό [43]. Κι αυτός ο νούς του κόσμου -ο θέος- δεν μπορούσε παρα να ήταν και να είναι αθάνατος κι αιώνιος [44].

Σ’ αυτήν την πνευματική διάσταση του θεού δεν έβλεπε άλλη οδό προσέγγισής του εκ μέρους του ανθρώπου παρα μόνο διαμέσου της ψυχής του: άρα αυτό το μέρος της ψυχής μοιάζει με το θεό, έτσι που όποιος προσβλέπει σ’ αυτό, και γνωρίζοντας διαμέσου εκείνου το θεό και τη φρόνηση, θα μπορέσει να γνωρίσει και τον εαυτό του, όσο γίνεται πληρέστερα [45]. Γι’ αυτόν το λόγο, την ψυχή μας να γνωρίσουμε – αυτό ‘ναι που μας προστάζει ‘κείνος που μας παραγγέλλει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας [46].

4.6. Απ’ αυτήν την οπτική γωνία ο έρωτας της δικής του ψυχής γι’ ανάταση και μέθεξη στον κόσμο των ιδεών, δεν μπορεί παρα να είχε ως κεντρικό στόχο τη μέθεξη στο πνεύμα και στο νού ενός πανάγαθου και αρμονικά παντοδύναμου θεού [47]: ο θεός ποτέ και καθόλου δεν μπορεί να είναι άδικος, αλλ’ όσο γίνεται στο έπακρο δικαιότατος. Και δεν είναι δυνατό να ενεργεί διαφορετικά παρά με το να μας δείχνει τη δικαιοσύνη του [48]. Κάτι που αβίαστ’ απορρέει από την παραδοχή ότι η συνύπαρξη του κακού με τ’ αγαθό είναι αναπότρεπτη, μέσα στην παγκόσμια αρμονία: δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστεί το κακό, αφού [μέσα στην αναγκαιότητα της συνύπαρξης των εναντίων] δεν μπορεί παρά υπάρχει ως αντίπαλο του αγαθού. Οπωσδήποτε όμως δεν έχει θέση το κακό στο χώρο της θεότητας. Η δράση του περιορίζεται στο δικό μας χώρο της θνητής φύσης [49]? Έτσι -σε τελική ανάλυση- η δική του φιλοσοφική επίδοση γινόταν “δια την του θεού λατρείαν” [50].

4.7. Μ’ αυτά τα δεδομένα ευλόγως θεωρούσε εαυτόν αδικημένο από την επιπολαιότητα, με την οποία ο Αριστοφάνης τον είχε εμφανίσει ως αμφισβητία της θεότητας, παραγνωρίζοντας τον έντονα πνευματικό θρησκευτικό προσανατολισμό του [51].

5 Η διαχρονικότητα της πίστης στην άλλη διάσταση της ζωής

5.1. Ο Σωκράτης προχώρησε σε συνάντηση του θανάτου μέσα σε μια πρωτόγνωρη ευφορία πνευματικού διονυσιασμού. Και τούτο, γιατι πίστευε ότι το πνεύμα του -τώρα πιά, με το σωματικό θάνατο- απελευθερώνεται κι επιστρέφει εκεί, από όπου προήλθε, δηλαδή στην άφθαρτη αρμονία του θεού [52].

Αλλά ποιού θεού;

 Ο Σωκράτης προσέβλεπε στην πνευματική διάσταση της -απρόσιτης στην εμπειρική μας γνώση- δύναμης, την οποία ενορατικά μπορούμε να νιώσουμε μέσα στην αρμονία του σύμπαντος, αλλά και στην αρμονία του εσωτερικού κόσμου κάθε εξατομικευμένου ανθρώπου, υπό το πρίσμα της φυσικής, αλλά και ηθικής αρχή της μη υπέρβασης του μέτρου, κάτι που μας πειθαναγκάζει σε σεμνότητα ήθους, ως αξίας καθ’ αυτήν.

Αν είχε ο Σωκράτης τη φυσική δυνατότητα να μιλήσει με τα εκφραστικά μέσα της δικής μας εποχής, θα προκαλούσε την ίδι’ αναταραχή κι αντίδραση, που τότε είχε προκαλέσει μέσα στους κόλπους της πόλης των Αθηνών του πέμπτου αιώνα – μιας πόλης με μοναδική καλλιέργεια πολιτισμού και ανεπανάληπτη γνησιότητα δημοκρατικών δομών.

Και στη δική μας εποχή θα έθετε ο Σωκράτης το καίριο ερώτημα της ουσίας του θεού και του ανθρώπου. Ιδίως το ερώτημα της ουσίας του θανάτου.

Κι επειδή θα ήταν υποχρεωμένος να παραδεχθεί τα σύγχρονα επιστημονικά επιτεύγματα, δεν θα είχε άλλη διέξοδο από του να συνομολογήσει πως, με το θάνατο, παύουν οι εγκεφαλικές λειτουργίες. Παύει συνακόλουθα η ικανότητα του ανθρώπου να δέχεται, διαμέσου των αισθητήριων οργάνων του, ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου. Να μετατρέπει αυτά τα ερεθίσματα διανοητικώς σε παραστάσεις. Όσο αυτές οι παραστάσεις βρίσκονται νωπές μέσα στην τρέχουσα συνείδησή του, να δέχεται απ’ αυτές αισθητικές ή/και συναισθηματικές συγκινήσεις. Να επεξεργάζεται αυτές τις παραστάσεις μ’ εκτιμητικές ή/και βουλητικές κρίσεις. Να οιστρηλατείται η φαντασία του απ’ αυτές, έτσι που να ξανοίγεται σε δικά του νοητικά δημιουργήματα. Ν’ αποθηκεύει αυτές τις παραστάσεις στην περιφερειακή μνήμη του και -τέλος- να τις ανακαλεί κατά καιρούς στο κέντρο της συνείδησής του προς περαιτέρω επεξεργασία.

Όλες αυτές οι διανοητικές λειτουργίες είναι αδύνατες, όταν ο εγκέφαλος έχει πάψει πιά να αιματώνεται κανονικώς, ακόμη κι αν ο άνθρωπος δεν έχει ακόμη πεθάνει. Πολύ περισσότερο, μετά το θάνατό του, οπότε δεν υπάρχει εγκέφαλος.

Σέβομαι εκείνους που μπορούν και πιστεύουν στην ανάσταση των σωμάτων. Κάθε άλλο παρά να τους σκανδαλίσω θά’θελα. Όμως δεν μπορώ ν’ αποκρύψω τη δική μου αδυναμία να συμμεριστώ τη δική τους πίστη. Τα επιστημονικά στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας -τουλάχιστον στη δική μας εποχή- με πειθαναγκάζουν στην οδυνηρή παραδοχή του ότι αθανασία της ψυχής, μ’ εγκεφαλική ικανότητα μνήμης, κρίσης, βούλησης και συναισθηματικών αντιδράσεων, είναι λογικώς αδύνατη.

Σημαίνει τάχα αυτή η πεζή παραδοχή άρνηση της αφθαρσίας του πνεύματος;

Σε συνεπή προέκταση της διδασκαλίας του θα πρέπει να δεχτούμε πως ο Σωκράτης -και στη δική μας εποχή- θα επαναλάμβανε αυτά που είχε διακηρύξει πριν από δυό χιλιάδες τετρακόσια χρόνια: ότι η ουσία του ανθρώπου συνίσταται στην τεράστια ενεργειακή δύναμη [53], η οποία, με το σωματικό θάνατο, εκχέεται και -ενωμένη πιά με τη συμπαντική ενεργειακή δύναμη -το θεό- είναι δεκτική προσέγγισης και επικοινωνίας με τις ομογενείς δυνάμεις που εξακολουθούν να φωλιάζουν μέσα στους ζώντες.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου απορριπτέα ως απίθανη η εκδοχή ότι και η εκχεόμενη από τον θνήσκοντα ενεργειακή δύναμη είναι -αυτομάτως- έτσι προγραμματισμένη, ώστε, αφ’ ενός, να επιστρέφει στην κεντρική συμπαντική ενεργειακή δύναμη -κάτι που δεν δυσκολεύομαι να κατονομάσω ως το θεό- ενώ, αφ’ ετέρου, να είναι δεκτική επαφής με τις ομογενείς ενεργειακές δυνάμεις που δρούν μέσα σε ζώντες οικείους.

Μ’ αυτήν την έννοια δεν βρίσκω πως συνιστά παραδοξολογία η πλατιά διαδεδομένη πίστη, οτι γινόμαστε δέκτες της ευλογίας τόσο του θεού, όσο και των αγαπημένων προσώπων, που έχουν πιά διαβεί το κατώφλι του θανάτου. Δεν πρόκειται για βουλητική εγκεφαλική λειτουργία εκείνων, κάτι που θα ήταν λογικώς αδύνατο, αλλά για την αμοιβαία προσέλκυση της ευεργετικής ακτινοβολίας ομογενών ενεργειακών δυνάμεων, στο πλαίσιο της συμπαντικής αρμονίας, ως μιας μορφής προγραμματισμού, που απορρέει από τη νομοτέλεια της ισορροπίας των κοσμικών δυνάμεων.

5.2. Ήδη στον πλατωνικό διάλογο του Φαίδωνα ο Σωκράτης είχε τονίσει πως έργο εκείνων, οι οποίοι φιλοσοφούν σωστά, είναι να μελετούν το θάνατο [54]. Η οδυνηρή εμπειρία του θανάτου εμπεριέχει αφ’ εαυτής την παρακίνηση για στοχασμό.

Έτσι πρώτος έθεσε το ερώτημα ο Ευριπίδης:

Τις δ’ οίδεν ει ζήν τούθ΄ο κέκληται θανείν,
το ζήν δε θνήσκειν εστί; [55]

Κάτι που παρακίνησε και το Δροσίνη, ν’ αναρωτηθεί επίσης [56]:

Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ’ αυγής είναι πέρα,
κι αντί νάρθη μια νύχτ’ αξημέρωτη
ξημερώνη μι’ αβράδυστη μέρα;

Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβη την πλάνη;
ό,τι λέμε πως ζή μήπως πέθανε
κι είναι αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;

5.3. Από την άλλη μεριά είν’ αλήθεια πως ο αρχαιοελληνικός φιλοσοφικός στοχασμός επείγεται και προσπερνά την οδυνηρή διάσταση του θανάτου για να γαληνέψει στη βολική σκέψη της αθανασίας της ψυχής. Έτσι σχεδόν αποσιωπάται η οδύνη -προ παντός- του ίδιου του νεκρού. Σαν να μη νιώθει ο ίδιος οδύνη για το δικό του εξαναγκασμό ν’ αποχαιρετίσει αιφνίδια τη ζωή· να στερηθεί η νέα κοπέλα απ’ τις μελλοντικές χαρές, στις οποίες προσέβλεπε: τις χαρές να πάει νύφη στην εκκλησιά, ν’ αποκτήσει και ν’ αναθρέψει παιδιά, να βιώσει τη δικαίωση της τελείωσης της δικής της προσωπικότητας.

Η ευαισθησία του Σοφοκλή συνέλαβε και τραγούδησε τον πόνο της Αντιγόνης, καθώς την έσερναν στο ζωντανό ενταφιασμό της: “κοιτάξτε με, πολίτες της πάτριας γής, καθώς (…) για τελευταία φορά ατενίζω το φώς του ήλιου (…) δίχως νά’χω γευτεί τη χαρά του γάμου, δίχως νά’ χει κανείς τραγουδήσει για μένα γαμήλιους ύμνους, οδεύω να παντρευτώ το Χάρο” [57].

Είναι ποτέ δυνατό να μή νιώθει πόνο η ψυχή, όταν την βιάζουν να εγκαταλείψει ενα σώμα, πλημμυρισμένο από ερωτικούς χυμούς και ολόδροσα νιάτα;

Εμείς, οι περιλειπόμενοι, δέν είμαστε σε θέση ν’ απαντήσουμε με σιγουριά σ’ αυτό τ’ αμείλικτο ερώτημα. Σε μια συγκινητική στιγμή ειλικρίνειας, απαλλαγμένος απο την αδιόρατη ειρωνεία του, μά -προ παντός- με ομολογημένη την αμφιβολία του για το δικό του όραμα της αθανασίας της ψυχής στη νήσο των μακάρων, ο Σωκράτης είχε συνομολογήσει: “και εγώ ως ουκ ειδώς λέγω, αλλά εικάζων” [58].

Βέβαιο είναι πως εμείς μπορούμε, κι όσο πιο βαθιά είναι η οδύνη, τόσο πιο πολύ θέλουμε να υποκατασταθούμε στα συναισθήματα και στις εκδηλώσεις, που το νεκρό πιά σώμα εμποδίζει τον αγαπημένο εκδημήσαντα να φανερώσει. Εμείς μπορούμε να χύσουμε τα δάκρια που τα δικά του μάτια αδυνατούν ν’ αφήσουν να τρέξουν. Εμείς μπορούμε να λειτουργούμε σαν τα δικά του χέρια και να ενεργούμε όσα τ’ αγαπημένο πρόσωπο άφησε ημιτελή. Εμείς μπορούμε νά’μαστε η δική του φωνή κι η δική του παρέμβαση στα δρώμενα του κόσμου τούτου.

Και τότε, σ’ αυτήν ακριβώς τη διάσταση, μπορούμε να νιώσουμε την ευλογία της παρουσίας του μέσα μας και γύρω μας.

5.4. Όταν διατυπώνω σ’ αμέριμνους φίλους και γνωστούς αυτές τις σκέψεις, συνήθως αντικρίζω στην έκφρασή τους ίχνη διακριτικής συγκατάβασης, με την οποία προσπαθούν να συγκαλύψουν την αντίθεση, που αυθόρμητα ξεπετάγεται απ’ τη δική τους απροθυμία να εγκύψουν στο πρόβλημα του θανάτου, σαν ιερό μυστήριο, κι όχι σαν ξορκισμένο συναπάντημα της κακοτυχιάς. Κάποιοι οχυρώνονται πίσω από φιλική επίπληξη: “μά, πιστεύεις σοβαρά σε μιαν άλλη διάσταση της ζωής μετά θάνατο;”

Δέν πρόκειται γι’ αλόγιστη πίστη. Ασφαλώς δεν είμαι σε θέση να επικαλεστώ εμπειρικές αποδείξεις. Όμως στο χώρο της γνωσιολογίας γίνεται δεκτό πως η αποδεικτική θεμελίωση των ισχυρισμών δεν εξαντλείται αποκλειστικώς σε οντολογικές επαληθεύσεις. Και η αυστηρά πειθαρχημένη συλλογιστική μέθοδος είναι αποδεκτή, προκειμένου να τεκμηριωθεί μια υποθετική ή αμφίβολη κρίση. Προς αυτή λοιπόν την κατεύθυνση, καθώς κάθομαι μόνος μπροστά στο τραπέζι εργασίας μου, συνειδητοποιώ πως άπειροι, ανήκουστοι ήχοι και πλήθος από αόρατες εικόνες διαπερνούν το δωμάτιο. Απλώς και μόνο δέν διαθέτουμε τα κατάλληλα αισθητήρια όργανα για να συλλάβουμε αυτά τα μη αισθητά μηνύματα. Μόλις όμως ενεργοποιήσουμε τη συσκευή του ραδιοφώνου ή της τηλεόρασης, ακούμε και βλέπουμε όσα, ώς πρίν απο λίγο, ξέφευγαν απ’ τη δική μας άμεση αντίληψη.

Η μικρή μου κόρη -διπλωματούχος της Μοριακής Βιολογίας- μου μιλούσε πρόσφατα για τη θεωρία των Quanta, απειροελάχιστη εναλλαγή ύλης και ενέργειας που, κατ’ ανάστροφη κατεύθυνση, περιστρέφεται γύρω από τον πυρήνα του ατόμου. Έχει εξακριβωθεί πως η περιστροφή των Quanta είναι αποδεσμευμένη από τα σύνορα του χώρου και του χρόνου. Για το λόγο τούτο τα Quanta είναι σε θέση να επικοινωνούν και με το μέλλον. Σ’ αυτήν τη διαπίστωση στηρίζεται η εξήγηση, γιατί και πώς το σκυλί αλυχτά, καθώς νιώθει το σεισμό που δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί ή τον επερχόμενο θάνατο τ’ αφέντη του. Λένε πως και ο πρωτόγονος άνθρωπος, σ’ εποχές που δεν είχε ακόμη συρρικνωθεί και παραλύσει από την αχρησία η λεγόμενη έκτη αίσθησή του, μπορούσε κι ερχόταν σ’ επικοινωνία με το μέλλον. Σταδιακά αυτή η φυσική ικανότητα περιορίστηκε σ’ ευάριθμα άτομα, τους μάντεις και τους προφήτες, ώσπου, στη δική μας πιά εποχή, σχεδόν εξαφανίστηκε ολοσχερώς.

Αν λοιπόν είναι αλήθεια πως, με τη θεωρία των Quanta, καταλύθηκαν τα χρονικά και τοπικά όρια του σύμπαντος, τότε γίνεται φανερό πως η διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο παίρνει διαφορετικό νόημα από εκείνο που, ώς πρόσφατα, παραδεχόμασταν, κάτω από τις πιέσεις της διαχρονικής και διατοπικής προσέγγισης της ιστορίας.

Καταλήγει λοιπόν να είναι ελάχιστα πειστική η ανθρωποκεντρική εμμονή πως ο κόσμος που μας περιβάλλει συγκροτείται αποκλειστικώς από όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε με τα αισθητήρια όργανά μας. Ασφαλώς μόνον αυτά τ’ αντικείμενα είναι δεκτικά εμπειρικής απόδειξης. Όμως η λογική στάθμιση των φαινομένων που αντικρίζουμε, μας πειθαναγκάζει στη διαγνωστική παραδοχή, πως δεν μπορεί παρα να υπάρχουν κι άλλες διαστάσεις του φυσικού κόσμου που μας περιβάλλει, τις οποίες απλώς και μόνον αδυνατούμε -ίσως μόνον επί του παρόντος- ν’ αντιληφθούμε. Το ν’ αποφεύγουμε να προβληματιζόμαστε γι’ αυτές τις μη ή μήπω αντιληπτές διαστάσεις του κόσμου, μόνο και μόνον επειδή δεν είναι προσιτές στ’ ανθρώπινα αισθητήρια όργανα, χαρακτηριζόταν από το Σωκράτη ως δείγμα νωθρής διάνοιας [59].

5.5. Είναι αλήθεια ότι η προσπάθεια του Σωκράτη, έτσι όπως αυτή καταγράφεται κυρίως στο Φαίδωνα του Πλάτωνα, ν’ αποδείξει την αθανασία της ψυχής, δεν πέτυχε. Ο Σωκράτης υποστήριζε πως η ψυχή εισέρχεται στο σώμα, αφού προηγουμένως αυτό γεννηθεί [60]. Από αυτήν την αφετηρία ορμώμενος ο Σωκράτης είχε αντλήσει το συμπέρασμα πως, αφού η είσοδος της ψυχής στο γεννώμενο έμβρυο είναι εκείνη που του προσδίδει ζωή, κι αφού ακόμη η ζωοδότρα ψυχή από τη φύση της δεν μπορεί να είναι δεκτική του εναντίου εκείνου που αυτή φέρει, “ουκούν ψυχή ου δέχεται θάνατον (…) αθάνατον άρα ψυχή” [61]. Το αδύνατο σημείο σ’ αυτήν τη σωκρατική συλλογιστική εντοπίζεται στη λαθεμένη αφετηρία της, όπου παραβλέπεται πως η ζωή του εμβρύου δέν πηγάζει από την εισπηδώσα έξωθεν σ’ αυτό ψυχή, αλλά μεταφέρεται με τα ενούμενα ζώντα σπερματοζωάρια και ωάρια, κατά την εύστοχη παρατήρηση του Αριστοτέλη, “ού γαρ ή γε ύλη κινήσει αυτή εαυτήν (…) αλλά τα σπέρματα και η γονή” [62] . Ήδη όμως κι απ’ τη δική του εποχή ο Σωκράτης δεν ήταν απαλλαγμένος από δικούς του δισταγμούς κι αμφιβολίες. Γι’ αυτό, σ’ άλλον πλατωνικό διάλογο, δεν διστάζει να συνομολογήσει ταπεινά πως “πλάττομεν ούτε ιδόντες ούτε ικανώς νοήσαντες θεόν” [63]. Την παρουσία της ευλογίας των αγαπημένων μας νεκρών, όμοια όπως και την παρουσία της ευλογίας του θεού, περισσότερο τις διαισθανόμαστε, δίχως νά’μαστε σε θέση να τις αποδείξουμε κατά δικανικό τρόπο.

5.6. Όμως δεν είναι απίθανη η παραδοχή πως η διάπλαση της προσωπικότητας καθενός μας επηρεάζεται όχι μόνον από τα γονίδια που μας σφραγίζουν, αλλά κι από τις εξωτερικές επιρροές του περιβάλλοντος, στο οποίο κινούμαστε κι αναπτυσσόμαστε. Επιρροές που σηματοδοτούν το συναισθηματικό μας κόσμο, αλλά και τη διανοητική μας ευαισθησία και ροπή. Κι αν είν’ αλήθεια πως -παράλληλα προς τα κληρονομούμενα γονίδια- γινόμαστε δέκτες και των πολυποίκιλων επιρροών του περιβάλλοντος, γιατί τάχα θά’ταν απίθανο ή μη λογικοφανές, πως ενδέχεται να δεχόμαστε και αμιγώς πνευματικές επιρροές; Γιατί τάχα νά’ν’ αβάσιμη η παραδοσιακή προσευχή, “ελθέ και σκήνωσον εν ημίν”; Και προς την ίδια τούτη κατεύθυνση, γιατί τάχα νά΄ν’ αβάσιμη η προσδοκία, νά’ρθει το αγαθό πνεύμα αγαπημένου προσώπου και να σκηνώσει μέσα και στο δικό μας πνεύμα; Γιατί τάχα νά’ν’ εξ υπαρχής αβάσιμη η παρατήρηση του Ιησού, “το πνεύμα όπου θέλει πνεί, και την φωνήν αυτού ακούεις, αλλ’ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και πού υπάγει” [64];

Πολλές φορές δεν είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε κάποια φαινόμενα παρα μόνο με την εκδοχή της ανάμνησης. Όταν πρωτάκουσα τη συγκλονιστική Λειτουργία του Ορφανοτροφείου του Μότσαρτ, και μού’παν πως την είχε συνθέσει σε ηλικία μόλις δεκατριών ετών, μου ήταν αδύνατο να παραδεχθώ πως τέτοια δημιουργία ξεπετάχτηκε από τη φαντασία ενός μικρού παιδιού, οσοδήποτε ταλαντούχο κι αν ήταν. Δεν έβρισκα λοιπόν άλλη πειστική εξήγηση γι’ αυτήν τη θεϊκή σύλληψη, πέρ’ απ’ την παραδοχή πως το παιδάκι τούτο θυμόταν ήχους και μελωδίες που είτε το ίδιο είχε ακούσει σ’ άλλη διάσταση της ζωής του, είτε αγαθά πνεύματα είχαν σκηνώσει στο δικό του πνεύμα και του είχαν μεταδώσει τις δικές τους αναμνήσεις.

Πάνω σ’ αυτήν τη θεωρία της ανάμνησης οικοδόμησε ο Πλάτων τη θαυμαστή σύλληψή του για τον κόσμο των ιδεών και τον πόθο της διψασμένης ψυχής για μέθεξη.

Όταν πρωταντίκρισα τα σεβάσματα των βυζαντινών μνημείων στο Άγιο Όρος, όμοια όπως και κάθε φορά που περιδιαβάζω ανάμεσ’ από μεσαιωνικούς οικισμούς της κεντρικής Ευρώπης, νιώθω τόσο έντονη οικείωση των δικών μου αισθητικών μέτρων με τις αρχιτεκτονικές γραμμές και τα χρώματα αυτών των ιστορικών τόπων, ενώ νοσταλγική μελαγχολία κατακλύζει τη συνείδησή μου, που δεν μπορώ να τα εξηγήσω με άλλες πειστικές παραδοχές, παρα μόνο με την εκδοχή της μακρινής ανάμνησης.

Φυσικά δεν είμαι σε θέση ν΄ αποσαφηνίσω, μήτε με βεβαιότητα να υποστηρίξω, αν αυτά τα φαινόμενα καθοριστικής -για την ηθική κι αισθητική συγκρότηση της προσωπικότητάς μου- ανάμνησης πηγάζουν από τα γονίδια που μας κληροδότησαν οι γεννήτορές μας, καθώς και κείνων οι γεννήτορες, ή μήπως είναι δικές μας προσωπικές αναμνήσεις, ή -μήπως πιο πιθανό- πρόκειται γι’ αναμνήσεις άλλων αγαθών πνευμάτων που έχουν σκηνώσει μέσα μας.

5.7. Κατανοώ πως αρκετοί από τους αναγνώστες αυτών των γραμμών, εφόσον θα είχαν την υπομονή να τις διαβάσουν ώς εδώ, ήδη θα νιώθουν την ανάγκη να διακόψουν και να προχωρήσουν προς άλλα, πιο ρεαλιστικά, ενδιαφέροντα: “ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου” [65], είχαν χλευάσει οι Αθηναίοι τον Παύλο, όταν τους είχε μιλήσει γι’ ανάσταση νεκρών. Όμως για τον αναγνώστη, που προβληματίζεται γύρω απο το μυστήριο του θανάτου, θά’θελα να επισημάνω πως, αντιδρώντας κι αντιστεκόμενος, κάτω από την καχυποψία, μην τυχόν και πέσει θύμα αυταπάτης, απλώς και μόνον κλείνει ορίζοντες, που θα μπορούσαν να του είναι ανοιχτοί. Στενεύει τους ορίζοντες της διάνοιάς του.

Αντιστρατεύεται τάχα τον ορθό λόγο η παραδοχή πως η ανθρώπινη συνείδηση δεν διαμορφώνεται αποκλειστικώς απ’ τα ερεθίσματα που δέχονται τα αισθητήρια όργανά μας από τον εξωτερικό κόσμο της εμπειρικής πραγματικότητας, αλλά κι από διανοητικές συλλήψεις, ακόμη κι από συναισθηματικές συγκινήσεις;

Αντιστρατεύεται τάχα τον ορθό λόγο η παραδοχή πως η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι πολυσύνθετη και αντιφατική, κινούμενη ελικοειδώς, σαν πάνω σε σπείρα, όπως ακριβώς πολυσύνθετη και αντιθετική είναι η επίσης σπειροειδής κίνηση του σύμπαντος; Κάτι που επιβεβαιώνει την αναπότρεπτη νομοτέλεια της παλινδρομικής διαδρομής της έμφυτης ροπής από την πλησμονή του πρακτικού νού προς προς την ένδεια της θρησκευτικής έξαρσης, καθώς και αντιστρόφως.

Ή μήπως αντιστρατεύεται τον ορθό λόγο η περαιτέρω παραδοχή πως οι άνθρωποι θα λειτουργούσαν ως εκτρωματικά τέρατα, αν -δίπλα στα ερεθίσματα που τους προσφέρουν τα αισθητήρια όργανά τους- δεν συνυπήρχαν τόσο οι διανοητικές αξιολογήσεις αυτών των ερεθισμάτων, όσο και οι συναισθηματικές αντιδράσεις, που μας διαφοροποιούν από τα ρομπότ;

Όσοι διστάζουν, θ’ άξιζε να προσέξουν το στοχαστικό στίχο του Παρμενίδη, καθώς επέμενε να συστήνει: πρόσεξε και παρατήρησε όμως με τη δύναμη του νού, πώς, διαμέσου του νού, τα απόντα με σιγουριά γίνονται παρόντα [66].

Όσα θαυμαστά δημιούργησε ο νούς, τους θησαυρούς της ποίησης, των εικαστικών τεχνών, της φιλοσοφίας και των θρησκειών, όλα όσα, ως Λόγος που απορρέει από πλήθος μύθων, συνθέτουν την πολύτιμη παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας, δεν παρακινούν σε αναζήτηση επαληθεύσεων και αποδείξεων. Κι εξ άλλου, η γνώση της αλήθειας δεν θεμελιώνεται αποκλειστικώς στην οντολογική απόδειξη των αιτίων. Εξ ίσου ισχυρώς μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην έλλογη τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων που, ως αναπότρεπτη ακολουθία, απορρέουν από τα αίτια, ως λόγο.

5.8. Τα ερεθίσματα που δέχονται οι αισθήσεις μας από τον περιβάλλοντα φυσικό κόσμο είναι στιγμιαία. Καθ’ αυτά δεν έχουν διάρκεια. Κάτι που σημαίνει, πως είναι περιχαρακωμένα μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο δεδομένου χώρου και χρόνου. Η θεωρία των Quanta υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο φυσικός κόσμος λειτουργεί πέρα κι ανεξάρτητ’ από χωρικά και χρονικά σύνορα. Αυτή η ριζοσπαστική θεωρία δεν είναι εύκολα κατανοητή από εμάς -τους πολλούς και τους παλιούς- που δεν έχουμε την απαιτούμενη προπαιδεία. Όμως δεν είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε, πως όσα, με στιγμιαία ερεθίσματα των αισθήσεών μας, βιώσαμε, μας είναι προσιτά διαμέσου της ανάμνησης. Από τα αισθητήρια όργανά μας αυτά τα ερεθίσματα μεταβιβάστηκαν ως οπτικές ή/και ηχητικές παραστάσεις στη συνείδησή μας, κι εκεί αποτυπώθηκαν. Εφεξής μπορούμε οποτεδήποτε να τ΄ ανακαλούμε στο κέντρο της μνήμης μας. Και τα ξαναβιώνουμε. Δια μέσου αυτής της διαδικασίας ο αισθητός κόσμος που μας περιβάλλει απελευθερώνεται από τις πιέσεις του χώρου και του χρόνου. Κάτι που είναι κατανοητό, δίχως να χρειάζεται να καταφύγουμε στη δυσκολονόητη θεωρία των Quanta.

Με τη δύναμη του νού λοιπόν η επικοινωνία μας με τ’ αγαπημένα πρόσωπα που πέρασαν ήδη στην άλλη διάσταση μπορεί κι απελευθερώνεται από τα δεσμά του χώρου και του χρόνου. Κάτι πολύ περισσότερο και σημαντικότερο: τώρα πιά η πνευματική σχέση μας μαζί τους είναι απελευθερωμένη κι από τον κίνδυνο του τραυματισμού της με αστόχαστα λόγια, καμώματα ή παραλείψεις. Όσο ζούσαν κοντά μας, η σχέση μας δεν ήταν αποκαθαρμένη από μικρές ή μεγάλες παρεξηγήσεις που μας πλήγωναν ή τα πλήγωναν. Τώρα, στην πνευματική της διάσταση, η σχέση μας ανθίζει ως καθαρή σχέση αγάπης.

Μ’ αυτήν την έννοια νιώθουμε μέσα μας την ευλογία της αγάπης τους, αποκαθαρμένης από τις μικρότητες του κόσμου τούτου. Σ’ αυτήν την πνευματική διάσταση μπορούμε ν’ αφεθούμε να μας πλημμυρίσει το συναίσθημα της τέλειας γαλήνης και ειρήνης. Ένας άϋλος χώρος, όπου η παρουσία των αγαπημένων μας είναι πολύ πιο διεισδυτική και ευεργετική.

– “Μά είναι πλάσματα της φαντασίας”, εξανίσταται η ρεαλιστική φρόνηση.

 Παραβλέπεται όμως, ότι η συνείδησή μας δεν συγκροτείται αποκλειστικώς από τις -νεκρές πιά- αναμνήσεις των οπτικών και ηχητικών παραστάσεων που αποτύπωσαν εκεί τα αισθητήρια όργανά μας. Σχεδόν κάθε τέτοια παράσταση υπόκειται σε αξιολογική επεξεργασία, με ηθικά ή/και αισθητικά αξιολογικά μέτρα, έτσι που, ανάλογα με τη βαρύτητα της αξιολόγησης να τοποθετούνται σε πιο κεντρική ή σε μακρινή περιθωριακή θέση μέσα στη συνείδησή μας.

Αυτή η παρατήρηση πειθαναγκάζει στην παραδοχή ότι υπαρκτός για μας δεν είναι αποκλειστικώς ο αισθητός κόσμος της εμπειρικής πραγματικότητας, που τον προσδιορίζουμε μ’ εμπειρικές έννοιες. Δίπλα του ορθώνεται κι ένας άλλος -πνευματικός- κόσμος? εκείνος των ηθικών και των αισθητικών αξιών, που τον προσδιορίζουμε με αξιολογικές κρίσεις. Η ομορφιά λόγου χάρη ή η δικαιοσύνη δεν είναι ανύπαρκτες, επειδή -καθ’ αυτές, ως αξίες- δεν τις ψηλαφούμε.

Αυτό είναι το μεγάλο επίτευγμα της ανθρώπινης διάνοιας, ότι δηλαδή, με τη δύναμη του νού, δημιούργησε κι εξακολουθεί να δημιουργεί, δίπλα στον αισθητό κόσμο της εμπειρικής πραγματικότητας, ένα πλήθος άλλων, ετερόκλιτων κόσμων, πνευματικής διάστασης, που τελικώς μας είναι προσιτοί και σε αισθητή διάσταση, διαμέσου των εικαστικών τεχνών, της μουσικής, της ποίησης, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας και των επιστημών. Τα δημιουργήματα του νού μπορούμε να τα προσεγγίζουμε διαμέσου και των αισθήσεων, αφού μπορούμε και τα βλέπουμε μέσ’ από υλικές μορφές, στις οποίες ενσωματώνονται, τα διαβάζουμε ή τ’ ακούμε. Μά, προ παντός, τ’ απολαμβάνουμε. Όχι σ’ αισθητή, αλλά σε συναισθηματική διάσταση.

5.9. Μ’ αυτές τις σκέψεις, μπορώ ν’ ανοίξω την καρδιά και το νού μου προς τα έξω και να διατρανώσω τη δική μου πεποίθηση, πως όσο κι αν στερούμαστε εμπειρικών αποδείξεων, όσο κι αν δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε με σαφήνεια την ουσία και τη μορφή, όμως, δίπλα στον αισθητό κόσμο της εμπειρικής πραγματικότητας, όμοια όπως και δίπλα στο νοητό κόσμο των πνευματικών και καλλιτεχνικών δημιουργημάτων του ανθρώπινου νού, είναι πολύ πιθανό πως συνυπάρχει και μια πραγματικότητα υπερβατικής -και γι’ αυτό απρόσιτης στα αισθητήρια όργανά μας- διάστασης. Μιας υπερβατικής διάστασης, μέσα στην οποία μπορούμε να βρισκόμαστε σ’ επαφή κι επικοινωνία με τ’ αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν ήδη από το δικό μας κόσμο της εμπειρικής αίσθησης.

Υπάρχουν πολλές κλίμακες ανάτασης του νού μας προς συνάντηση αυτού του υπερβατικού κόσμου:

– η ένθερμη και ένθεη ροπή του ανθρώπου να ξεπερνά τα φυσικά του όρια και διαρκώς να ξανοίγεται σε νέους ορίζοντες?

 – η δύναμη του νού, που αναμφισβήτητα κατόρθωσε ν’ ανυψώσει τον άνθρωπο σε δημιουργό, με τ’ απτά δημιουργήματα της δικής του διάνοιας?

– η περισυλλογή στο ακρόαμα μιας μουσικής πανδαισίας?

– η αισθητική συγκίνηση, την οποία μπορεί να προσφέρει η ομορφιά της φύσης?

– ευγενικοί και διακριτικοί λατρευτικοί συμβολισμοί, όπως είναι το καντήλι με το ελαιόλαδο που ανάβει το διληνό, καθώς και το ανάλφρο θυμίαμα?

– τα όνειρα, όπου μας επισκέπτονται τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα, επιβεβαιώνοντας τη δική τους διαρκή πνευματική παρουσία? και, προ παντός,

– ο διαλογισμός, διαμέσου του οποίου κατορθώνουμε και “πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν”, συγκεντρώνοντας τις σκέψεις μας με αγάπη κι ευγνωμοσύνη στ’ αγαπημένα μας πρόσωπα.

5.10. Και δεν υπάρχει άραγε περιθώριο για οδύνη και πικρία μέσα σ’ αυτήν την πανδαισία της πνευματικής ανάτασης;

Το αντίθετο θα ήταν ψέμα. Έρχονται στιγμές που ο πόνος είν’ αβάσταχτος, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από το χωρισμό.

Μέσα σ’ αυτήν την οδύνη δεσπόζουν, πρωτίστως, οι τύψεις. Τύψεις για όσα δεν μπορέσαμε να κάνουμε. Τύψεις για πικρίες που δώσαμε και δεν μπορούμε πιά ν’ ανακαλέσουμε. Τύψεις ακόμη και κάτω από τις πιέσεις του αμείλικτου ερωτήματος, πώς είναι δυνατό να δρέπει κάποιες χαρές απ’ τη ζωή ο πατέρας, όταν το κορμάκι του παιδιού του λιώνει στο παγωμένο μνήμα.

Η οδύνη δεν έχει χρονικά όρια.

Μαζί της όμως αναδύεται ανάλαφρη η ευγνωμοσύνη για την ευλογία, που είναι φανερή στους καρπούς της. Φανερή, γιατι δεν μπορούν να εξηγηθούν αλλιώς εξελίξεις των βιοτικών μας σχέσεων μέσα στην σκληρά ανταγωνιστική κοινωνία, παρα μόνο σε υπερφυσική διάσταση.

Αυτή η εύλογη ευγνωμοσύνη στηρίζει το συναίσθημα ασφάλειας μέσα στη ζωή, πως δεν είμαστε μόνοι. Πάνω και μέσα μας, σκέπη και προστασία μας, απλώνει η ευλογία των αγαπημένων μας που πέρασαν ήδη στην άλλη διάσταση της ζωής.

Έτσι σφυρηλατείται μια ακατάλυτη πνευματική κοινωνία αγάπης. Κι αυτή είναι, καθ’ αυτήν, μια ανεκτίμητη ηθική αξία, που μπορεί να μας κάνει πολύ πιο πλούσιους από τα οποιαδήποτε ευδαιμονικά αγαθά.

5.11. Οπωσδήποτε για ‘κείνους που δεν συγκινούνται από το ερώτημα, τί επακολουθεί μετά το θάνατο, έχει ενδιαφέρον η ερμηνευτική προσέγγιση του Steven Luper-Foy, αναφορικά με τη σχέση του Σωκράτη με το θάνατο? ότι δηλαδή ο Σωκράτης δεν διακήρυξε καθόλου πως ο θάνατος δεν είναι τάχα κακό, αλλ’ ότι αρκέστηκε να μας δώσει φιλοσοφική μέθοδο προστασίας μας απέναντι στην έμμονη σκέψη πως ο θάνατος είναι κάτι το κακό. Κι αυτή η μέθοδος αναλύεται στην καλλιέργεια των ακόλουθων επιθυμιών:

 – της επιθυμίας του να προτιμούμε να πεθάνουμε αντί του να ζήσουμε κάτω από συνθήκες, οι οποίες εκμηδενίζουν την προσωπικότητά μας?

 – της επιθυμίας του να τάσσουμε στη ζωή μας σκοπούς, των οποίων η πιθανότητα πραγμάτωσης είναι ανεξάρτητη απ’ το αν θα παραμείνουμε ή όχι στη ζωή? και
– της επιθυμίας προσέγγισης εκείνων των στόχων, των οποίων η ικανοποίηση είναι ανεξάρτητη απ’ το αν εμείς εξακολουθούμε να διατηρούμε ζωντανό το σώμα μας, και γενικώς ανεξάρτητη απ’ τη δική μας ενσάρκωση [67].

[1] Ήδη από την αρχαιότητα ο Αριστοτέλης καταλόγιζε στον Πλάτων ότι έβαλε στο στόμα του Σωκράτη την άγνωστη σ’ εκείνον θεωρία για την αντικειμενική αυθύπαρκτη υπόσταση των ιδεών (Μετά τα φυσικά, A 987 a 29 – b 4, M 1078 b 34 και Μ 1086 b 2 – 7. Βλ. σχετικώς γενικότερα την εμπαθή μαρυρία του Αθήναιου, Δειπνοσοφισταί, 11,116,20.
[2] Γρ. Βλαστός, Σωκράτης, ειρωνευτής και ηθικός φιλόσοφος. Μετάφραση Π. Καλλιγά. Πρόλογος Α. Νεχαμά, Αθήνα 1993, σελ. 91 επ. Κατά τον Βλαστό στο πλατωνικό έργο υπάρχουν δύο διαφορετικοί φιλόσοφοι -κι όχι μόνον ένας- με το όνομα Σωκράτης. Καθένας τους ακολουθεί φιλοσοφικούς δρόμους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, ώστε ν’ αποκλείουν τη συνύπαρξή τους στον ίδιο εγκέφαλο, εκτός αν επρόκειτο για τον εγκέφαλο κάποιου σχιζοφρενικού. Και τούτο, γιατι οι δυό τούτοι πλατωνικοί φιλόσοφοι, με το κοινό όνομα Σωκράτης, διαφέρουν μεταξύ τους, κατά τον Βλαστό, αγεφύρωτα σε περιεχόμενο και σε μέθοδο.
[3] Πλάτων, Επιστολή Β’, 314 c, καθώς και Επιστολή Ζ’, 341 c-d.
[4] Ξενοφών, Απομνημονεύματα, Δ ΙΙΙ 14-15: ά χρή κατανοούντα μη καταφρονείν των αοράτων, αλλ’ εκ των γιγνομένων την δύναμιν αυτών καταμανθάνοντα τιμάν το δαιμόνιον.
[5] Ασφαλώς ο Πλάτων θα προώθησε κατά κάποια σοβαρά βήματα πιο μπρός ορισμένες αφετηριακές σκέψεις του δασκάλου του. Αλλ’ ο πυρήνας των πλατωνικών διαλόγων δεν μπορεί παρα ν’ απεικονίζει με πιστότητα [5] μιαν ανεπανάληπτη προσωπικότητα ενάρετου φιλοσόφου, που ενσυνείδητα αποδέχθηκε να πιεί το κώνειο, μολονότι μπορούσε να το είχε αποφύγει. Ο θάνατός του είναι η πειστικότερη μαρτυρία για την ποιότητα και την ουσία της διδασκαλίας του. Και μ’ αυτήν την αδιάψευστη μαρτυρία δεν βρίσκεται σε διάσταση η πλατωνική καταγραφή και λογοτεχνική επεξεργασία των σωκρατικών διαλόγων. Τη θέση τούτη, ότι δηλαδή οι πλατωνικοί διάλογοι παρουσιάζουν με πιστότητα την αληθινή διδασκαλία του Σωκράτη υποστηρίζουν ιδίως ο C.C.W. Taylor (Sokrates.
Aus dem englischen von K. Vogt. Herder/Spektrum – Meisterdenker, 1998, σελ. 54 επ.) καιο W. Jager (Σωκράτης. Στο ευρύτερο έργο του Παιδεία, η μόρφωσις Έλληνος ανθρώπου. Μετάφρασις Γ. Βερροίου, Αθήνα, 2ος τόμος σελ. 70 επ. [83]).
[6] Πλάτων, Φαίδων, 80 e: το ουδέν άλλο εστίν η ορθώς φιλοσοφούσα και τω όντι τεθνάναι μελετώσα ραδίως.
[7] Πλάτων, Απολογία, 29 b: ότι ουκ ειδώς ικανώς περί των εν Άιδου ούτω και οίομαι ουκ ειδέναι.
[8] Πλάτων, Απολογία, 29 a: το γάρ τοι θάνατον δεδιέναι, ω άνδρες Αθηναίοι, ουδέν άλλο εστίν ή δοκείν σοφόν είναι μη όντα.
[9] Πλάτων, Απολογία, 29 a: δοκείν γαρ ειδέναι εστίν ά ουκ οίδεν = νομίζει πως ξέρει εκείνα, για τα οποία έχει άγνοια.
[10] Πλάτων, Απολογία, 29 a: οίδε μεν γαρ ουδείς τον θάνατον ουδ’ ει τυγχάνει τω ανθρώπω πάντων μέγιστον όν των αγαθών, δεδίασιν δ’ ως εύ ειδότες, ότι μέγιστον των κακών εστι.
[11] Πλάτων, Φαίδρος, 246 c: πλάττομεν ούτε ιδόντες ούτε ικανώς νοήσαντες θεόν.
[12] Πλάτων, Φαίδρος, 24 c: αθάνατον δε ουδ’ εξ ενός λόγου λελογισμένου, αλλά πλάττομεν ούτε ιδόντες ούτε ικανώς νοήσαντες θεόν.
[13] Πλάτων, Μένων, 98 b: Και εγώ ως ουκ ειδώς λέγω, αλλά εικάζων.
[14] Πλάτων, Απολογία, 41 c: αλλά και υμάς χρή (…) ευέλπιδας είναι προς τον θάνατον.
[15] Πρβλ. και την τελευταία αποστροφή της πλατωνικής Απολογιας του (42): αλλά γαρ ήδη ώρα απιέναι, εμοί μεν αποθανουμένω, υμίν δε βιωσομένοις? οπότεροι δε ημών έρχονται επί άμεινον πράγμα, άδηλον παντί πλήν ή τω θεώ.
[16] Πλάτων, Φαίδων, 70 c επ.: είτ’ άρα εν Άιδου εισίν αι ψυχαί τελευτησάντων των ανθρώπων (…) πάλιν γίγνεσθαι εκ των αποθανόντων τους ζώντας (…) ότι ουδαμόθεν άλλοθεν γίγνονται οι ζώντες ή εκ των τεθνεώτων.
[17] Πλάτων, Φαίδων, 72 e επ.: ότι ημίν η μάθησις ουκ άλλο τι ή ανάμνησις τυγχάνει ούσα, και κατά τούτον ανάγκη που ημάς εν προτέρω τινί χρόνω μεμαθηκέναι ά νύν αναμιμνησκόμεθα. Τούτο δε αδύνατον, ει μη ήν που ημίν η ψυχή πριν εν τώδε των ανθρωπίνω είδει γενέσθαι. Ώστε και ταύτη αθάνατόν τι έοικεν η ψυχή είναι.
[18] Πλάτων, Φαίδων, 78 d επ.: αυτό το ίσον, αυτό το καλόν, αυτό έκαστον ό εστι, το όν μή ποτε μεταβολήν και ηντινούν ενδέχεται; Ή αεί αυτών έκαστον ό εστι, μονοειδές όν αυτό καθ’ αυτό, ωσαύτως κατά ταύτα έχει και ουδέποτε ουδαμή ουδαμώς αλλοίωσιν ουδεμίαν ενδέχεται; (…) Ποτέρω ουν η ψυχή έοικεν; – Δήλα δή (…) ότι η μεν ψυχή τω θείω, το δε σώμα τω θνητώ.
[19] Πλάτων, Πολιτεία, 608 d: ουκ ήσθησαι, ήν δ’ εγώ, ότι αθάνατος ημών η ψυχή και ουδέποτε απόλλυται; Και ός εμβλέψας μοι και θαυμάσας είπε? μά Δί’, ουκ έγωγε? σύ δε τούτ’ έχεις λέγειν; Ει μή αδικώ γ’, έφην, οίμαι δε και σύ? ουδέν γαρ χαλεπόν.
[20] Πλάτων, Φαίδων, 105 e: Ουκούν ψυχή ου δέχεται θάνατον; – Ού. – Αθάνατον άρα ψυχή; – Αθάνατον. – Είεν, έφη· τούτο με δή αποδέδειχθαι φώμεν.
[21] Πλάτων, Φαίδων, 107 a – b: υπο μέντοι του μεγέθους περι ών οι λόγοι εισί και την ανθρωπίνην ασθένειαν ατιμάζων, αναγκάζομαι απιστίαν έτι έχειν, παρ’ εμαυτώ, περι των ειρημένων.
[22] Πλάτων, Φαίδων, 95 b – c: αξιοίς επιδειχθήναι ημών την ψυχήν ανώλερθόν τε και αθάνατον ούσαν, ει φιλόσοφος ανήρ μέλλων αποθανείσθαι, θαρρών τε και ηγούμενος αποθανών εκεί εύ πράξειν διαφερόντως ή ει εν άλλω βίω βιούς ετελεύτα, μή ανόητόν τε και ηλίθιον θάρρος θαρρήσει. Το δε αποφαίνειν οτι ισχυρόν τί εστιν η ψυχή και θεοειδές, και ήν έτι πρότερον πρίν ημάς ανθρώπους γενέσθαι, ουδέν κωλύειν φής πάντα ταύτα μηνύειν αθανασίαν.
[23] Πλάτων, Επιστολή Β’, 311 c-d: ότι έστιν τις αίσθησις τοις τεθνεώσιν των ενθάδε. Αι γαρ βέλτισται ψυχαί μαντεύονται ταύτα ούτως έχειν. Πρβλ. και Πλάτωνα, Μενέξενος, 248 b-c: αλλ΄ εί τις έστι τοις τετελευτηκόσιν αίσθησις των ζώντων.
[24] Πλάτων, Απολογία, 29 d: ου μη παύσωμαι φιλοσοφών.
[25] Πλάτων, Απολογία, 38a: ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω.
[26] Πρβλ. Πλάτωνα, Απολογία, 31 d – 32 a: ότι μοι θείον τι και δαιμόνιον γίγνεται [φωνή] (…) ό μοι εναντιούται τα πολιτικά πράττειν. Βλ. επίσης Πλάτωνα, Αλκιβιάδης, 103 a 4 επ.: τούτου δε το αίτιον γέγονεν ουκ ανθρώπειον, αλλά τι δαμόνιον εναντίωμα, ού σύ την δύναμιν και ύστερον πεύσει? νύν δ’ επειδή ουκέτι εναντιούται, ούτω προσελήλυθα? εύελπις δέ ειμι και το λοιπόν μη εναντιώσασθαι αυτό. Βλ. ακόμη Πλάτωνα, Πολιτεία, 496 c 3 επ.: το δ΄ ημέτερον ουκ άξιον λέγειν, το δαιμόνιον σημείον? ή γαρ πού τινι άλλω ή ουδενί των έμπροσθεν γέγονεν. Βλ. όμως και Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα, Δ ΙΙΙ 14-15: ά χρή κατανοούντα μη καταφρονείν των αοράτων, αλλ’ εκ των γιγνομένων την δύναμιν αυτών καταμανθάνοντα τιμάν το δαιμόνιον), όπου το σωκρατικό δαιμόνιο φέρεται να ενεργεί επιπροσθέτως και προτρεπτικώς. Για την προβληματική βλ. επίσης Bohme, ο.π. σελ. 164.
[27] Πλάτων, Φαίδων, 61 a.
[28] Πλάτων, Γοργίας 523 a – b: ήν ουν νόμος όσδε περι ανθρώπων επι Κρόνου, και αεί και νύν εστιν εν θεοίς, των ανθρώπων τόν μεν δικαίως τον βίον διελθόντα και οσίως, επειδάν τελευτήση, εις μακάρων νήσους απιόντα οικείν εν πάση ευδαιμονία εκτός κακών, τόν δε αδίκως και αθέως εις το της τίσεώς τε και δίκης δεσμωτήριον, ό δη Τάρταρον καλούσιν, ιέναι.
[29] Πλάτων, ο.π. 526 d: εγώ μεν ουν, ω Καλλίκλεις, υπο τούτων των λόγων πέπεισμαι, και σκοπώ όπως αποφανούμαι τω κριτή ως υγιεστάτην την ψυχήν. χαίρειν ουν εάσας τας τιμάς τας των πολλών ανθρώπων, την αλήθειαν σκοπών πειράσομαι τω όντι ως αν δύνωμαι βέλτιστος ών και ζήν και επειδάν αποθνήσκω αποθνήσκειν.
[30] Bohme, Der Typ Sokrates, 2ηεκδ. Suhrkamp Taschenbuch – Wissenschaft, Frankfurt a.M. 1998 σελ. 164.
[31] Βλ. σχετικώς Bohme, ο.π. σελ. 130.
[32] Πρβλ. Πλάτωνα, Επιστολή Ζ’, 341 c: εκ πολλής συνουσίας γιγνομένης περί το πράγμα αυτό και του συζήν = ύστερ’ από διεξοδική επεξεργασία του ζητήματος και (μακρόχρονης) συμβίωσης (με τον προβληματισμό του).
[33] Πλάτων, Επιστολή Ζ’, 341 d: εξαίφνης, οίον από πυρός πηδήσαντος εξαφθέν φώς, εν τη ψυχή γενόμενον αυτό εαυτό ήδη τρέφει.
[34] Jaspers, Die Ma?gebenden Menschen (Sokrates, Buddha, Konfuzius, Jesus). Piper, Munchen – Zurich, 2000 σελ. 13.
[35] Jaspers,
ο.π. σελ. 14.

[36] P. Scholz, Der Proze? gegen Sokrates – Ein “Sundenfall” der athenischen Demokratie? Στοσυλλογικόέργο L. Burghardt – J. v. Ungern-Sternberg [Hrsg.], Grosse Prozesse im antiken Athen, 2000 σελ. 160 επ.
[37] Πλούταρχος, Περικλής, 17: ψήφισμα Διοπείθης έγραψεν εισαγγέλεσθαι τους τα θεία μη νομίζοντας ή λόγους περί των μεταρσίων διδάσκοντας. Βλ. και [Meier – Schomann -] Lipsius, Das attische Recht und Rechtsverfahren, 1905 σελ. 360.
[38] Πλάτων, Ευθύφρων, 14 d: επιστήμη άρα αιτήσεως και δόσεως θεοίς οσιότης αν είη εκ τούτου του λόγου.
[39] Πλάτων, Ευθύφρων, 14 e: εμπορική άρα τις αν είη, ω Ευθύφρων, τέχνη η οσιότης θεοίς και ανθρώποις αλλήλων.
[40] Βλαστός, ο.π. σελ. 266 – 267.
[41] Πλάτων, Ευθύφρων, 12 d: μόριον γαρ του δικαίου το όσιον.
[42] Ψευδο-Πλούταρχος, 878 b 8.
[43] Ψευδο-Πλούταρχος, 881 e 1: νούς ουν ο θεός, χωριστόν είδος τουτέστι το αμιγές πάσης ύλης, μηδενί παθητώ συμπεπλεγμένον.
[44] Στοβαίος, Ανθολόγιον, 1, 1, 29a 3: Σωκράτης ερωτηθείς, τι θεός; είπε, το αθάνατον και αϊδιον.
[45] Πλάτων, Αλκιβιάδης, 133 c: τω θείω άρα τούτ’ έοικεν αυτής, καί τις εις τούτο βλέπων και πάν το θείον γνούς, θεόν τε και φρόνησιν, ούτω και εαυτόν αν γνοίη μάλιστα.
[46] Πλάτων, Αλκιβιάδης, 130 e: ψυχήν άρα ημάς κελεύει γνωρίσαι ο επιτάττων γνώναι εαυτόν.
[47] Πλάτων, Τίμαιος, 29 e: αγαθός ήν, αγαθώ δε ουδείς περι ουδενός ουδέποτε εγγίγνεται φθόνος. Βλ. σχετικώς και G. Figal, Sokrates. Beck/sche Reihe Denker, 2η εκδ. 1998 σελ. 36. Vlastos, ο.π. σελ. 162, 173.
[48] Πλάτων, Θεαίτητος, 176 b-c: θεός ουδαμή ουδαμώς άδικος. Αλλ’ ως οίος τε δικαιότατος, και ουκ έστιν αυτώ δικαιότερον ουδέν ή ος αν ημών αύ γένηται ότι δικαιότατος.
[49] Πλάτων, Θεαίτητος, 176 a: αλλ’ ούτ’ απολέσθαι τα κακά δυνατόν, ω Θεόδωρε, -υπεναντίον γάρ τι τω αγαθώ αεί είναι ανάγκη- ούτ’ εν θεοίς αυτά ιδρύσθαι, την δε θνητήν φύσιν και τόνδε τον τόπον περιπολει εξ ανάγκης.
[50] Πλάτων, Απολογία, 23 c.
[51] Στις Νεφέλες του ο Αριστοφάνης βάζει δυό φορές το Σωκράτη να λέει: Ποίους θεούς ομεί σύ; Πρώτον γαρ θεοί ημίν νόμισμ’ ουκ έστι (247-248). Ποίος Ζεύς; Ου μη ληρήσεις. Ουδ’ έστι Ζεύς (367).
[52] Πρβλ. Διογένη Λαέρτιο, ο.π. ΙΙ 46 2: πίνε νυν εν Διός ών, Σώκρατες, ή σε γαρ όντως και σοφόν είπε θεός και θεός ή σοφίη.
[53] Πρβλ. τον στίχο του υμνωδού: Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού…
[54] Πλάτων, Φαίδων, 67 e: οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσιν.
[55] Fragment 833.
[56] Στο ποίημά του Τι λοιπόν; (βλ. τη συλλογή του Φωτερά σκοτάδια, σελ. 155-156.
[57] Σοφοκλής, Αντιγόνη, 806-816:
οράτε μ’, ω γάς πατρίας πολίται
ταν νεάταν οδόν
στείχουσαν, νέατον δε φέγ-
γος λεύσουσαν αελίου,
κούποτ’ αύθις, αλλά μ’ ο πάγ-
κοιας Άιδας ζώσαν άγει
ταν Αχέροντο
ακτάν, ούθ’ υμεναίων
έγκληρον, ούτ’ επι νυμ-
φείοις πώ με τις ύμνος ύ-
μνησεν, αλλ’ Αχέροντι νυμφεύσω.
[58] Πλάτων, Μένων, 98 b.
[59] Πλάτων, Φαίδων, 85 c: το μέντοι αύ τα λεγόμενα περί αυτών μη ουχί παντί τρόπω ελέγχειν και μη προαφίστασθαι πριν αν πανταχή σκοπών επείπη τις, πάνυ μαλθακού είναι ανδρός.
[60] Πλάτων, Φαίδων, 105 c: ψυχή άρα ό τι αν αυτή κατάσχη, αεί ήκει επ’ εκείνο φέρουσα ζωήν.

[61] Πλάτων, Φαίδων, 105 e.
[62] Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά, 1071 b 29-31.
[63] Πλάτων, Φαίδρος, 24 c.
[64] Ιωάννης, γ’ 8.
[65] Λουκάς, Πράξεις των Αποστόλων, ιζ’ 32.
[66] Παρμενίδης, Περί φύσεως, 4:
λεύσσε δ’ όμως απεόντα νόω παρεόντα βεβαίως.
[67] S. Lupper-Foy, Socrates and Death. Στοσυλλογικόέργο The Philosophy of Socrates (edited by K.J. Boudouris), Athens 1991, σελ. 218 – 219.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s