Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΤΟ ΠΡΩΙΜΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ


kion1Η πρόσληψη της προσωκρατικής φιλοσοφίας

στο πρώιμο έργο του Νίτσε[1]

 

Ελένη Α. Καραμπάτζακη,

Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ», 8ο  τεύχος

  

Κανείς άλλος νεότερος δυτικός φιλόσοφος, μήτε του Έγελου εξαιρουμένου, δεν είχε τόσο δυνατή διανοητική και διαισθητική σχέση με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, όσο ο Νίτσε. Σε όλο το έργο του είναι εμφανέστατος ο τεράστιος θαυμασμός του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό γενικά και την φιλοσοφική σκέψη ειδικότερα με διακυμάνσεις, παλινωδίες και αντικρουόμενες απόψεις, ειδικά στην περίπτωση του φιλοσοφικού alter ego του, του Σωκράτη, με τις θέσεις του να επηρεάζονται βαθύτατα από τη βιωματική, αρνητική του στάση απέναντι στον χριστιανισμό. Σπουδαίο ρόλο βέβαια για την ενασχόληση του Νίτσε με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τη βαθιά κατανόησή της έπαιξε η φιλολογική του παιδεία, εφόσον, ως γνωστόν, άρχισε και τελείωσε την ακαδημαϊκή του καριέρα ως φιλόλογος στο παν/μιο της Βασιλείας με τη διατριβή του να ασχολείται με ρηξικέλευθο για τη φιλολογική ορθοδοξία της ε­ποχής του με τους δοξογραφικούς Βίους φιλοσόφων του Διογένη Λαέρτιου[2]. Αν και η φιλολογική πολεμική που δέ­χθηκε ιδίως από τον σύγχρονο σπουδαίο φιλόλογο Wilamovitz-Moellendorf για το έργο του σχετικά με τη γέ­νεση της τραγωδίας τον ώθησε, μεταξύ άλλων, στην εγκατάλειψη της φιλολογίας[3], το περιεχόμενο της οποίας ελάχι­στα ικανοποιούσε την ριζοσπαστική σκέψη του, και στην σχεδόν νομοτελειακή στροφή στη φιλοσοφία, δεν εγκατέλειψε ποτέ την αντιπαράθεση ή την άντληση ιδεών από τη δεξαμενή του αρχαίου ελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού, ενώ οι γνώσεις και οι απόψεις του σχετικά με αυτόν δεν είναι μόνο ιστορικοφιλοσοφικού χαρακτήρα, αλλά διαισθητικές, βιωματικές και αισθητικές. Το εκρηκτικό και ιδιοφυές πνεύμα του είχε βρει στους Έλληνες φιλοσόφους άξιους αντιπάλους, με τους οποίους, όπως και ο Γκαίτε, αναμετριόταν σε όλη του τη ζωή με άξονες αναφοράς τον αδιάλειπτο θαυμασμό του για τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, τον Δημόκριτο, αλλά όχι τον Παρμενίδη και τους Νεοπλατωνικούς, και την αμφίδρομη στάση του απέναντι στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και την στωική φιλοσοφία.

Η αποτίμηση εκ μέρους του Νίτσε της ελληνικής φιλοσοφίας ερειδόταν εν μέρει στη μακρά Ευρωπαϊκή παράδοση από τη μια και στην ιστορική προοπτική της εποχής του από την άλλη, με την προσθήκη της δικής του φιλοσοφικής ιδιοφυΐας σε συνδυασμό προς μερικές βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις του, όπως απέναντι στην θρησκεία και τον χριστιανισμό. Έτσι δεν είναι περίεργο ότι εκτιμά βαθύτατα την προσωκρατική φιλοσοφία για τον επιστημονικό υλοζωισμό της, τον μεθοδολογικό της νατουραλισμό, τον εμπειρισμό και τους Σοφιστές για την εμμονή τους στη μελέτη της γλώσσας, αντιπαλεύει συνεχώς με την προσωπικότητα του Σωκράτη, γκρινιάζει για τον ιδεαλισμό του Πλάτωνα, ο οποίος οδήγησε στην εμφάνιση του ολέθριου γι’ αυτόν -λόγω της σχέσης με τον χριστιανισμό- Νεοπλατωνισμού, χαιρετίζει χωρίς ιδιαίτερο πάθος τον θεωρητικό επιστημονισμό του Αριστοτέλη, ενώ αντιμετωπίζει, άδικα θα έλεγα, την ελληνι­στική φιλοσοφία ως την τελευταία παρακμιακή φάση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι οι αντιλήψεις του για την αρχαία φιλοσοφία ήταν εξ αρχής συμφυείς με τις ιδέες που ανέπτυξε στην Γένεση της τραγωδίας και ιδίως με τη μεγαλειώδη διάκριση μεταξύ απολλώνιου και διονυσιακού πνεύματος, η οποία υπήρξε ο άξονας όλης της φιλοσοφίας του.

Αν και αναφορές σε όλες τις περιόδους και τις μορφές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας υπάρχουν σε όλα τα έργα του, μόλις πρόσφατα έχουν τύχει της προσοχής δύο πρώιμα πονήματα του Νίτσε σχετικά με την αρχαία φιλοσοφία γενικά και τους προσωκρατικούς ειδικότερα, στα οποία θα επικεντρωθώ σε αυτήν την εργασία. Το πρώτο είναι μια εργασία του 1872 με τίτλο Η φιλοσοφία στην τραγική εποχή των Ελλήνων, (Philosophie im tragischen Zeital-ter der Griechen)[4], όπου αναλύει με μεγάλη κατανόηση το αξεπέραστο, όπως παραδέχεται, μεγαλείο των δύο πρώτων αιώνων γένεσης και ακμής της ελληνικής φιλοσοφίας, δηλ. του 6ου και μέρους του 5ου αιώνα. Στο ίδιο έργο διαβλέπει με εξαιρετική διανοητική ευαισθησία όχι μόνο το ιστορικό μέγεθος των Ελλήνων φιλοσόφων, ακόμη και αυτών με τους οποίους ο ίδιος διαφωνούσε, όπως ήταν ο Παρμενίδης και ως ένα βαθμό ο Πυθαγόρας, ο Πλάτων και οι Στωικοί, αλλά και τη διαχρονική επικαιρότητα των απόψεών τους. Οι θέ­σεις που εκφράζει ο Νίτσε στο έργο αυτό κατά σύγχρονους μελετητές μπορούν να διαβαστούν είτε ως μια ενδιαφέρουσα θεώρηση της πρώιμης Ελληνικής διανόησης, είτε ως μια νιτσεϊκή ενατένιση της προσωκρατικής φιλοσοφίας, είτε ακόμη ως μια πρώιμη προσέγγιση εκ μέρους του Νίτσε της φιλοσοφίας γενικά (βλ. Thomas B. Brobjer (2012), σ.27), ενώ κατ’ άλλους «υπό την καθοδήγηση του Νίτσε η αρχαία φιλοσοφία ανταποκρίνεται σε ερωτήματα σχετικά με σκοπούς, σημασίες, φυσικούς νόμους, ταυτότητα και τη φύση του είναι και του γίγνεσθαι» (D. Wilkerson, (2006), σ. 12).

Στο έργο αυτό διατυπώνει την θέση, που στην ουσία δεν εγκατέλειψε ποτέ, ότι οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι «είχαν ανακαλύψει τους αιώνιους τύπους και αρχέτυπα της φιλοσοφικής σκέψης» (X, 143, Philosophy in the Tragic Age of Greece, Introduction, p. 2), και εντάσσει όλους τους Προ­σωκρατικούς μαζί με τον Σωκράτη στη δημοκρατία των διανοιών, αποκαλώντας τους μάλιστα ως το σπέρμα της χρυσής εποχής της ελληνικής φιλοσοφίας, εφόσον μόνο αυ­τοί οι φιλόσοφοι κατά τον Νίτσε συνταίριαξαν το πάθος και τη δράση, τη σοφία και τη διαίσθηση σε μια αρμονική σύν­θεση απολλώνιου και διονυσιακού πνεύματος (βλ. G. Sta-matelos, σ. 125).

Στις παραδόσεις εξάλλου που είχε συνθέσει, κατά τη θη­τεία του στο Παν/μιο της Βασιλείας με τίτλο Die preplaton-ische philosophen (1872-1876) ένα σημαντικό στοιχείο που αναδύεται είναι ότι ο Νίτσε προσπάθησε πρωτότυπα, αλλά ανεπιτυχώς από ιστορικοφιλοσοφική άποψη, να αναιρέσει τον προταθέντα εκείνη την εποχή από τον Τσέλλερ χαρακτηρισμό των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων ως Προσωκρατικών, προκρίνοντας τον όρο Προ-πλατωνικοί, εφόσον θεωρεί τον Σωκράτη ως τον τελευταίο φιλόσοφο πριν από την πλατωνική, όχι σωκρατική, στροφή της φιλοσοφίας προς μία ιδεαλιστική, μεταφυσική κατά την άποψή του παρακμή. Ωστόσο χωρίς να χάνει την επίγνωση της πολιτιστικής απόστασης μεταξύ της αρχαίας Ελλάδας και της σύγχρονης εποχής επισημαίνει τις καινοτόμες ομοιότητες μεταξύ των δύο εποχών: «Όπως και οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι οι Έλληνες της τραγικής εποχής ήταν εξαιρετικά εγκόσμιοι, προσηλωμένοι στην εξασφάλιση της τάξης με ενδιαφέρον για τη μαθηματική και λογική ερμηνεία του κόσμου» (The pre-Platonic Philosophers, σ. 23). Σε αυτό το έργο τονίζει ότι η ελληνική φιλοσοφία δεν είναι ένα διανοητικό παιχνίδι, αλλά μια οδός και άσκησις βίου κατά τη σωκρατική, κυνική και στωική άποψη σε αντίθεση προς τη στείρα κατ’ αυτόν φιλολογική παιδεία της εποχής του. Στις παραδόσεις αυτές ο Νίτσε αναπτύσσει αξιοθαύμαστες απόψεις για τους Προσωκρατικούς, οι οποίες άνοιξαν νέες προοπτικές στην ερμηνεία τους. Παρά το γεγονός ότι ο χαρακτηρισμός τους ως προ-πλατωνικών και όχι ως προ-σωκρατικών δεν επικράτησε, επί μέρους παρατηρήσεις του κυριάρχησαν σε σύγχρονες και μεταγενέστερες ιστορίες της φιλοσοφίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρατήρησή του ότι οι Προ-πλατωνικοί φιλόσοφοι ήταν και πολιτικά σημαντικοί στον βαθμό που προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα της σχέσης των ανθρώπων με τον κόσμο με την παροχή ενός κοινού τρόπου απάντησης στα φιλοσοφικά ερωτήματα. Η παράθεση της κεφαλαιοποίησης των παραδόσεων είναι διαφωτιστική και έχει ως εξής:

 

1. Θαλής- Διάσπαση με τον μύθο-πολιτική διάσταση- βλ. Βερνάν.

2. Αναξιμάνδρειος πεσιμισμός

3. Πυθαγόρας. Οι Έλληνες και ο ξένος κόσμος, θρησκευτικός μυστικισμός και οι αιτίες του, αθανασία, μετενσάρκωση.

4. Ηράκλειτος. Μετασχηματισμός της διαλεκτικής αντιπαράθεσης. Ο κόσμος ως παιχνίδι, ο φιλόσοφος και οι γυ­ναίκες.

5. Ξενοφάνης. Η ραψωδία ως εκπαιδευτικό μέσο. Αυτός και ο Πλάτων ως εχθροί του Ομήρου.

6. Παρμενίδης. Η καταστροφική αφαίρεση. Διαλεκτική.

7. Αναξαγόρας. Η φυσική ιστορία του σύμπαντος. Τελεολογία. Αθηναϊκή ελευθερία πνεύματος.

8. Εμπεδοκλής. Αγωνιστική φύση. Ρητορική.

9. Πυθαγόρειοι. Ρυθμική και Μετρική. Η διαχείριση της τετρακτύος(κη^).

10. Σωκράτης. Έρως και παιδεία. Κυρίαρχη έννοια. Ο πρώτος αρνητικός φιλόσοφος. Διάρρηξη με την ελληνικότητα.

 

Και μόνο από τους τίτλους των κεφαλαίων και παρά το γεγονός ότι ερείδεται στο έργο συγχρόνων του μεγάλων ιστορικών της φιλοσοφίας και φιλολόγων (Zeller, Ueberweg, Lange-Whitlock -Preface σ. Xviii), ενώ ιδεολογικά το ενδιαφέρον του για την αρχαία ελληνική σκέψη ανήκει στην με­γάλη γερμανική κλασική, φιλολογική και φιλοσοφική, παρά­δοση με την οποία και αναμετρείται συνεχώς διαφωνώντας ή και συμφωνώντας (Hegel, Winkelmann, Goethe, Schiller, Lessing, Herder, Ueberweg, Zeller, Heinze, Lasalle), διαφαίνονται η οξύνοια και η ευθυκρισία του Νίτσε, ο οποίος είχε διακρίνει τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της σκέψης των μεγάλων Προσωκρατικών με κραυγαλέα σε αυτό το σχήμα την απουσία του Δημόκριτου, με την παντογνωσία του οποίου δεν φαίνεται να ήταν και ιδιαίτερα ενθουσιασμένος, σε αντίθεση προς τον Ηράκλειτο, ο οποίος αναδύεται ως ο προ-πλατωνικός Νίτσε. Απουσιάζουν βέβαια και οι Σοφιστές, με τους οποίους ωστόσο είχε εκτενώς ασχοληθεί σε άλλες του παραδόσεις για τη ρητορική των Σοφιστών και το Περί ρητορικής έργο του Αριστοτέλη. (Μεταξύ 1872 και 1874 συνέ­θεσε σειρά παραδόσεων για την ιστορία και θεωρία της ρητορικής, ενώ στο Encyclopaedie der klassischen Philologie (1871) ασχολείται και με τους Σοφιστές τονίζοντας ότι η ανάπτυξη του ελληνικού και λατινικού γλωσσικού ύφους ήταν αποτέλεσμα της σημασίας και καλλιέργειας του ρητο­ρικού λόγου (KWW II/3, p. 394). Γενικά η προσέγγιση της σοφιστικής συνδέεται στενά με τις περί ρητορικής αντιλή­ψεις του, ιδίως τη σχέση γλώσσας, γνώσης και νου. Και επηρεασμένος από το δάσκαλό του Lange αναγνωρίζει τη συμβολή των Σοφιστών στη θεμελίωση της σημειολογίας, ενώ η ασυμβίβαστη, ριζοσπαστική του σκέψη τον ωθεί στο να θεωρήσει ως κορυφαίο σοφιστή τον Καλλικλή για την υποστήριξη της εγωιστικής διάκρισης φύσης-νόμου, γεγονός που τον καθιστά πρόδρομο της αντίληψης του Υπεράνθρωπου, αν όχι της Wille zur macht.

 

 

Οι Προ-πλατωνικοί: Θαλής

 

Στα πρώιμα έργα του θεωρεί τον Θαλή ως τον πρώτο Δυτικό φιλόσοφο, ο οποίος μέσα στο πνεύμα του τραγικού ανταγωνισμού με τον μύθο κοίταξε στα βάθη της φύσης, ξεπέρασε τη μυθική κοσμοαντίληψη για να θεμελιώσει μια ενιαία οντολογική αρχή, η οποία εξηγούσε με σαφή τρόπο την ενότητα πίσω από την πολλαπλότητα των όντων. Γι’ αυτό και τον αποκαλεί ως το πρώτο ορόσημο (Grenzsteine) της φιλοσοφίας (Dale Wilkerson, (2006), σ. 111). Πρόκειται για μια θεώρηση, η οποία κυριάρχησε και στη Γαλλική σχο­λή με κύριο εκπρόσωπο τον Vernan.

 

 

Αναξίμανδρος, Παρμενίδης και Ηράκλειτος

 

Ο Αναξίμανδρος μαζί με τον Παρμενίδη απέναντι στον οποίο ο Νίτσε διάκειται αρκετά αρνητικά αποκαλώντας τον ως μη-Έλληνα λόγω της προσκόλλησής του στην οντολογική αρχή του είναι και στην συνακόλουθη υποτίμηση του κόσμου του γίγνεσθαι αποτελούν τον αρνητικό αντίποδα της ηρακλείτειας διαλεκτικής, την οποία είχε βαθύτατα ενστερνιστεί ο Νίτσε, και στην οποία οφείλει μερικά πάγια στοιχεία της σκέψης του, όπως ο νατουραλισμός, ο αντι-δυϊσμός, η αισθητική προοπτική και η έντονη κριτική που άσκησε σε όλα τα έργα του στις έννοιες της ουσίας και της ύπαρξης και σε όσους φιλόσοφους τις υποστήριξαν, όπως ο Πλάτων, οι Στωικοί, οι Νεοπλατωνικοί (βλ. C.A.Cox(1999), σ. 186).

Αξιοποιώντας ακόμη μια φορά τη διάκριση διονυσιακού-απολλώνιου ο Νίτσε χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου ως κατ’ εξοχήν απολλώνια, ονειρική πραγματικότητα, στην οποία κυριαρχεί το απολλώνιο φως σε αντίθεση προς την κλειστοφοβική οντολογία του Παρμενίδη, και τον ημι-θρησκευτικό μυστικισμό του Πυθαγόρα (James, J. Porter, (2000), σ. 251). Ο Ηράκλειτος αναδύεται ως προ-πλατωνικός Νίτσε και ο Νίτσε ως σύγχρονος Ηράκλειτος (7he pre-platonic Philosophers p. Xxxvii). Σκοτεινός και ο ίδιος επέλεξε σε αρκετά έργα του τον μαντικό, αποφθεγματικό τρόπο έκφρασης του Εφέσιου, ενώ ανήγαγε τη διαλεκτική του οντολογία στο μεγαλύτερο επίτευγμα της ελληνικής φιλοσοφίας, ενώ σε προσωπικό επίπεδο υποστηρίζεται ότι η μελέτη του Ηράκλειτου ώθησε τον Νίτσε στην εγκατάλειψη του πεσιμισμού του Σοπενχάουερ.

 

 

Πυθαγόρας

 

Οι απόψεις του Νίτσε για τον Πυθαγόρα ως ιστορική μορφή ήταν sui generis και αμφιλεγόμενη. Στις παραδόσεις δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τον Πυθαγόρα για επιστημολογικούς και ιδεολογικούς λόγους. Επιστημολογικά απορρίπτεται από τον Νίτσε, εφόσον δεν είχε λάβει μέρος στη θεωρητική διαμάχη μεταξύ Παρμενίδη -Αναξίμανδρου και Ηράκλειτου, ενώ εμβολίασε και τον δυϊσμό του Πλάτωνα, και ιδεολογικά ο Νίτσε μάλλον αισθανόταν ανοίκεια με τον θρησκευτικό μυστικισμό του, λόγω του οποίου ο Νίτσε επικρότησε την άποψη που βλέπει σχέση της Πυθαγόρειας φιλοσοφίας με τον Βουδισμό και την Ινδική κοσμοαντίληψη (KSA II, 34).

Είναι αδύνατον στο πλαίσιο αυτής της σύντομης ανακοίνωσης να γίνει έστω και σκιαγραφία όλων των θέσεων και κρίσεων του Νίτσε για τους Προσωκρατικούς. Εκείνο που αναδεικνύεται ωστόσο είναι ο συνεχής θαυμασμός και η αναμέτρηση με τις έστω και αποσπασματικές μαρτυρίες των πρωτεργατών της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, από τις θέσεις των οποίων ορμώμενος ο Νίτσε διαμόρφωσε τις δικές του αντιλήψεις στον πόλεμο που διεξήγαγε απέναντι σε ό,τι θεωρούσε ως ξεπερασμένο και στην υποστήριξη όποιου ο ίδιος θεωρούσε ως καινοτόμο. Η συνεχής αυτή δια-ντίδραση έχει επισημανθεί από αρκετούς σύγχρονους μελετητές του νιτσεϊκού έργου. Έτσι κατά τον Hollingdale ο Νί­τσε εντόπισε την αρχή και τη λύση των προβλημάτων της εποχής του στην ελληνική σκέψη στον 6ο αι. π. Χ. και πολύ πριν διαμορφώσει τη θεωρία του για τη θέληση της δύναμης είχε ανακαλύψει και τονίσει την αγωνιστική διάσταση της αρχαίας ελληνικής σκέψης (2001, σ.74), ενώ ο Grafton υποστηρίζει ότι «ο Νίτσε είδε σχεδόν σε όλους τους Προσωκρατικούς τους δυνητικούς συμμάχους στη μάχη που η σύγχρονη επιστήμη διεξήγε ενάντια στον φαταλισμό» (2010, σ. 778). Τέλος μια άλλη εξίσου σημαντική ερμηνεία συνδέει την υιοθέτηση εκ μέρους του Νίτσε του Διονυσιακού πεσιμισμού των Προσωκρατικών ως του κύριου εργαλείου στην διαπάλη του με τη θρησκεία και τον Χριστιανισμό (Barry Sandywell (1996, 7).

 

 

Βιβλιογραφία

 

F.W. Nietzsche, The Pre-Platonic Philosophers, International Nietzsche Studies, επιμ. Και μτφρ. Greg Whitlock, Univ. Of Illinois Press, 2000.

F.W. Nietzsche, Die Philosophie im tragischen Zeitalter der Griechen, Werke in Drei Baenden, Muenchen 1954(1872-73), Band 3, Αγγλι­κή μετάφραση ως Philosophy in the Tragic Age of the Greeks, τό­μος 6075 του Gateway editions, μτφρ. Marianne Cowan, Regnery Gateway, 1996.

F.W. Nietzsche, Early Greek Philosophy and other Essays, transl. by M.A. Muegge, στο The complete Works of F. Nietzsche, Taylor and Francis, 1954, τόμος 3

Bishop, Paul, Nietzsche and Antiquity: His Reaction and Response to the Classical Tradition, Camden House, 2004.

Bishop, Paul(ed), Companion to F. Nietzsche: Life and Works, Cam-

den House, 2012.

Brobjer,Thomas H. , Nietzsche’s Philosophical Context: An Intellec­tual Biography, Univ. of Illinois Press, 2008.

_, «Nietzsche’s Early Writings» στο P. Bishop(ed), 2012, σσ

Coulter, James, A., «Nietzsche and Greek Studies», Greek, Roman and

ByzantineStudies,39(1960), 46-51.

Cox, Christoph Andrew, F. Nietzsche: Naturalism and Interpretation, Univ. of California Press, 1999.

Felski, Rita, RethinkingTragedy, JHU Press, 2008.

Geuss,R., Nehamas, A. et al.(eds), F. Nietzsche’s Writings from the Early Notebooks, trans. Ladislays Loeb, Cambridge Univ. Press,

2009.

Grafton, A. et. al. (eds), TheClassicalTradition, Harvard Univ. Press,

2010.

Hollingdale, R.L., Nietzsche: The Man and his Philosophy, Cambridge

Univ. Press, 2001.

Kaufmann, A., Nietzsche: Philosopher, Psychologist and Antichrist, Princeton, 1975.

Lesser, Harry, «Nietzsche and the Presocratic Philosophers», The Journal of the British Society for Phaenomenology 18 (1987), 30­37.

Porter, J. James, Nietzsche and the Philologyofthe Future, Stanford

Univ. Press, 2000.

Ruedorffer, J.J., «Nietzsche und die philosophie im tragischen Zeitalter der Griechen», in Die Begegnung mit der Antike , W. Frommel

(ed.), Berlin, 1934, 108-116.

Sandywell, Barry, Presocratic Reflexivity: The Construction of Phi­losophical Discourse (600-450 B.C.), τόμος 3 του Logological In­vestigations Series, Routledge, 1996.

Stamatellos, Gannis, Introduction to Presocratics: A Thematic Ap­proach to Early Greek Philosophy, with key Readings, Willey and

Blackwell, 2012.

Strong, B. Tracy, F. Nietzsche and the Politics of Transfiguration,

Univ. of Illinois Press, 1999. Tejera, Victorino, Nietzsche and Greek Thought, Springer, 1987 Wilkerson, Dale, Nietzsche and the Greeks, Continuum International

Publishing Group, 2006.

Νίτσε και Δημόκριτος

Δημητρακόπουλος, Μ., «Nietzsche και Δημόκριτος. Ένας χαρακτηρι­σμός της Ατομικής φιλοσοφίας», Παρνασσός 21(1979), 435-55

Gigante, M., «Demokrit und Nietzsche», Proc. Of the 1rst International Congress on Democritus, Xanthi(1983), t.2, Xanthi (1984), 345­357.

Νίτσε και Ελεάτες Furness, R., «Nietzsche and Empedocles», Journal of the British Soci­ety ofPhaenomenology 2(1971), N. 2, 91-94 Rechermann, Alfons, «Nietzsche und Parmenides», Philosophisches

Jahrbuch89(1982), 325-346.

Νίτσε και Ηράκλειτος

Hershbell, Jackson, P. and Nimis, Stephen, «Nietzsche and Heraclitus»,

N.S 8(1979), 17-38

Lambrellis, D.N., «The World as Play: Nietzsche and Heraclitus», Ionian Philosophy, K. Boudouris (ed.), Athens, 1989, 218-228

Magnus, B., «The Connection between Nietzsche’s Doctrine of Eternal Recurrence, Heraclitus, and the Stoics», Helios, n.s 3(1976), 3-31.

 

 

 


[1] [1] ‘Views on the presocratic philosophy in some of the early works of F. Nietzsche’.

[2] Σχετικά με το θέμα αυτό βλ. J. Barnes. “Nietzsche and Diogenes Laertius”, Nietzsche Studies, 15(1986), 16-40.

[3] Σχετικά με τη διαμάχη Νίτσε-Βιλαμόβιτς βλ. W.M.Calder III, “The

Wilamowitz-Nietzsche Struggle. New Documents and a Reappraisal”,

NS 12 (1983), 214-465.

[4] Τα πρώιμα έργα του Νίτσε διαιρούνται στις α) γυμνασιακές του σημειώσεις, β) στις εργασίες που είχε συνθέσει κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Schulpforta και στο Παν/νιο της Βόννης, γ) στις φιλολογικές του μελέτες (1867-73) σχετικά με αρχαίους Έλληνες ποιητές, ιδιαίτερα τον Όμηρο, τον Θέογνι και τον Σιμωνίδη τον Κείο, αλλά και η διατριβή του στους Βίους των φιλοσόφων του Διογένη Λαέρτιου και δ) οι σημειώσεις και παραδόσεις (φιλολογικού και φι­λοσοφικού περιεχομένου) κατά τη διάρκεια της ακαδημαϊκής του θη­τείας στη Βασιλεία και έχουν δημοσιευτεί στο KSA(Kritische Studi-enausgabe) και στο KGW (Kritische Gesamtsausgabe) (βλ., R. Geuss (2009), στο οποίο περιέχονται οι σημειώσεις των παραδόσεων 1867­1879, όπου μεταξύ άλλων ασχολείται με τη φύση της τραγωδίας, τη σχέση γλώσσας και μουσικής, τη σημασία του αρχαίου ελληνικού πο­λιτισμού για τη σημερινή εποχή και την αξία της άνευ όρων επιδίω­ξης της (μεταφυσικής) γνώσης, που εισήχθηκε κατά τον Νίτσε από τον Πλάτωνα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s