ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


kion1Αρχαία ελληνική λογοτεχνία

C. M.Bowra

 

«Ούτε μπορούσαν ποτέ οι Έλληνες να κρίνουν τον άνθρωπο σαν μηδενικό εν συγκρίσει με τους Θεούς. Γνώριζαν άλλωστε ότι τίποτε δε προέρχεται από το τίποτε και τίποτε δεν πηγαίνει στο τίποτε. Συχνά καταπονούνταν από την γνώση της ματαιότητας, όμως ποτέ δεν παρηγόρησαν τους εαυτούς τους με την σκέψη πως η ασημότητα του ανθρώπου ήταν δήθεν το μέτρο του μεγαλείου του Θεού. Εάν ο κόσμος ήταν ύστερα από όλα αυτά μία «μάταιη πλάνη», οι Θεοί όχι λιγότερο από τους ανθρώπους θα ήσαν οι μορφές μέσα στο σκιερό θέαμα του κόσμου των σκιών»

Στην ποίηση και τον πεζό λόγο της Ελληνικής Λογοτεχνίας, κύριο λόγο έπαιξε η φαντασία. Για να την εκτιμήσουμε πλήρως απαιτεί μία συγκέντρωση νοημοσύνης και μία αντίστοιχη ευαισθησία. ούτε ίσως κανείς από τους μεγάλους της δασκάλους μπορεί να εννοηθεί και να χαρίσει ευχαρίστηση, εάν δεν τον πλησιάσουμε με την πεποίθηση πως έχει κάτι αξιόλογο να πει και ότι ξέρει καλά το πώς να το πει.

Δεν είναι αληθινό για τον Έλληνα συγγραφέα ότι η διάνοιά του είναι κατώτερη από τα φιλοσοφικά του χαρίσματα ή ότι το ύφος του αντανακλά ιδέες, που δεν έχουν ενδιαφέρον. Δεν είναι καμμία ανάγκη να τον περιβάλουμε με εκείνη την επιείκεια που προβάλλουμε σε μερικούς μεγάλους ποιητές της Αναγεννήσεως ή της Ρομαντικής Αναβιώσεως, όπου μία θελκτικότατη ευαισθησία συνδυάζεται με μία κατώτερη διανόηση. Οι μεγάλοι συγγραφείς της Ελλάδος ήσαν άνδρες που σκέπτονταν καλά και σοβαρά, άνδρες που ενίσχυσαν τον πλούτο της φαντασίας τους με δύναμη, την οποία μονάχα ένας δυνατός εναγκαλισμός της αλήθειας μπορεί να δώσει. Σ’ αυτόν τον συνδυασμό των χαρισμάτων έγκειται η παράξενη και ξεχωριστή αξίωσή τους.

Στον Όμηρο και τους Τραγικούς, στον Θουκυδίδη και τον Πλάτωνα, ο συνδυασμός είναι αρκετά σαφής. Αλλά και στον Πίνδαρο και τον Δημοσθένη μεγάλο μέρος από την αξία του έργου τους, έρχεται από την θεμελιώδη διανοητική εργασία που διετέθη για την κατασκευή του. Αυτό είναι άλλωστε που παρέχει στους Έλληνες όχι μόνο την σοβαρότητα και την λαμπρότητα, αλλά επίσης και την συγκέντρωση και την ισορροπία. ο γεγονός αυτό υπογραμμίζει όλες τις ορθές αντιλήψεις τις αναφερόμενες στην «κλασική» λογοτεχνία. Η λέξη «κλασικός» έχει υποστεί κατάχρηση στην πορεία των εκατονταετηρίδων εξ αιτίας των λογομαχιών των οπαδών της.

Ιδιαίτερα έχει χρησιμοποιηθεί η λέξη αυτή σαν το αντίθετο τού «ρομαντικός», για να δηλώσει αυτούς τους τύπους της Φιλολογίας, μέσα στους οποίους η μορφή έχει θεωρηθεί πιο σπουδαία από το περιεχόμενο. Για μία τέτοια χρήση δεν υπάρχει πραγματική δικαιολογία. Δύσκολα ένας Έλληνας συγγραφέας και ασφαλώς κανείς από τους μεγάλους Έλληνες συγγραφείς δεν θυσιάζει το περιεχόμενο στην μορφή. Αντίθετα, ένας ευσυνείδητος συζητητής της τελειότητας μπορεί να βρει ότι μερικά από τα έργα του Σοφοκλή είναι ατελώς κατασκευασμένα και επίσης ότι υπάρχουν άσχετα στοιχεία μέσα σε μερικούς από τους πιο φημισμένος διαλόγους του Πλάτωνος. Θα ήταν ευκολότερο να υποστηριχθεί ότι οι Έλληνες ενδιαφέρονταν τόσο για την ουσία, ώστε δεν ανησυχούσαν πάντα αρκετά για την μορφή, ότι εδέχθησαν την οροθεσία της παραδόσεως για την τέχνη τους, χωρίς να διευθετήσουν τα θέματά τους ανάλογα προς αυτήν.

Οι δυσκολίες που οι κριτικοί βρήκαν στον Όμηρο και στον Ευριπίδη, μπορούν πλατιά να εξηγηθούν με την γνώμη ότι κάποιες ελεύθερες ιδέες έχουν παρανοηθεί σε εποχές ασκούμενες σε αυστηρότερα πρότυπα. Μόνον ίσως για μεγαλύτερα αριστουργήματα, στον «Οιδίποδα τύραννο» ή τον «Φαίδωνα», δύναται ο αυστηρός συνήγορος του κλασικισμού να βρει τα πρότυπα που επιθυμεί. Υπάρχει όμως μία άλλη εκδοχή, και σ’ αυτήν η Ελληνική Λογοτεχνία είναι ουσιωδώς «κλασική». Οι συγγραφείς της είναι πάντα δυνατά δεμένοι με την αλήθεια.

Αυτή ίσως δεν φαίνεται κυρίως στην απουσία του πολύτιμου και του εσωτερικού όλων των κατωτέρων ρομαντικών ποιοτήτων που κάνουν την «φιλολογία της φυγής», αλλά πιο αξιοσημείωτο με τον τρόπο, που όλοι οι συγγραφείς καταγίνονται να παρουσιάσουν κάτι που νομίζουν ότι είναι αληθινό. Αυτό είναι φυσικά σαφέστατο στους λυρικούς ποιητές και τους ιστορικούς, αλλά είναι εξ ίσου θεμελιώδες στον Όμηρο και τους τραγικούς. Ο κόσμος που δημιουργεί ο Όμηρος είναι τετράγωνος και στερεός Οι χαρακτήρες του είναι σαν τις ανθρώπινες υπάρξεις, η τοπογραφία είναι η γνωστή τοπογραφία του Αιγαίου.

Οι μεγάλες μορφές του Αισχύλου και του Σοφοκλέους συγκινήθηκαν με τις οικείες συγκινήσεις και παρακινήθηκαν στην δράση από τα ελατήρια, στα οποία οι άνθρωποι μετέχουν. Και ο Ευριπίδης, που είχε ενδιαφέρον για ασυνήθιστα πράγματα και αντίκριζε εμπλοκές προερχόμενες από την παράδοση της Τραγωδίας, κάνει τους άνδρες του και τις γυναίκες παράξενα οικείες και ζωντανές. Το γεγονός είναι ότι πολύ μεγάλο τμήμα ‘από την όλη δύναμη της Ελληνικής Λογοτεχνίας στηρίζεται στον ρεαλισμό της. Όχι στον ρεαλισμό της λαϊκής εκδοχής, που τονίζει την άσχημη και συνηθισμένη πλευρά των πραγμάτων, αλλά στον ρεαλισμό της ρεαλιστικής εκδοχής που μπορεί να δημιουργεί κάτι σημαντικά ριζωμένο στην ζωή.

Πίσω από τον Ελληνικό πεζό λόγο και την ποίηση κείται μία μεγαλοφυΐα, που καταλαβαίνει βαθύτατα την ανθρώπινη φύση, ειδικά μάλιστα τα πιο μόνιμα στοιχεία της. Και ένας μυστικιστής, όπως είναι ο Πλάτων, πραγματοποιεί τις αποκαλύψεις του δια μέσου των χαρακτήρων που δεν είναι σε τελευταία ανάλυση ανόμοιοι προς εμάς. Και τα υψηλά πετάγματα του Πινδάρου εμπνέονται από την υπερηφάνεια και την ευχαρίστηση των ζωντανών ανθρώπων. Οι Έλληνες έχουν πάντα στο μυαλό τους την πεποίθηση, ότι η λογοτεχνία ασχολείται με τους ανθρώπους και εισέδυαν μέσα στην ανθρώπινη φύση για να βρουν το υποκείμενά της. Και όταν οι συγγραφείς πέρασαν πέρα από τον ορατό καθημερινό κόσμο μέσα στον κήπο των Εσπερίδων ή στην σιωπηλή συνομιλία της ψυχής με τον εαυτό της, δεν φάνηκαν διατεθειμένοι να πετάξουν τις ανθρώπινες συγκινήσεις. Περιέγραψαν τους ενθουσιασμούς τους σ’ όλες τις πολύ ορατές εικόνες και απευθύνθηκαν σε μία κοινή επιθυμία για παγκόσμια λαμπρότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός ο ουσιώδης Ανθρωπισμός είχε σύμφωνα με κάποιους δυτικούς ανθρώπους τα «μειονεκτήματά» του. Δεν υπάρχει λ,χ. τίποτε στην Ελληνική Λογοτεχνία που να παρουσιάζει το αφηρημένο κάλλος του «Παραδείσου» του Δάντη ή τον διανοητικό συμβολισμό του δευτέρου μέρους του «Φάουστ». Επειδή οι Έλληνες ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τα σταθερά στοιχεία του Ανθρώπου, δεν υπάρχει φιλολογία του Αφύσικου και του Παράξενου. Η ακάθεκτη τόλμη της περιέργειας του Ευριπίδη δεν τον έκανε ποτέ να διερευνά τόσο σκοτει­νές γωνίες της Ψυχής, όπως διερεύνησε ο Σαίξπηρ στον «Τίμωνα τον Αθηναίο». Ακόμα περισσότερο απέφυγαν να αφήσουν πίσω τους τον Ανθρωπισμό και να κινούνται ανάμεσα σε ασώματες αλληγορίες, όπως έπραξε ο Σπένσερ στη «Fairy Queen».

            Για το καλύτερο και το χειρότερο η ανθρώπινη φύση ώρισε και τα δύο και την εκλογή και την διαπραγμάτευση των θεμάτων. Και ο Θουκυδίδης, που αποτελεί κάτι το ξεχωριστό, έχει κατηγορηθεί από τους συνηγόρους της οικονομικής Ιστορίας ότι «αποδίδει μεγάλη σημασία στις προσωπικότητες». Αντίθετα από την φιλολογία των Εβραίων, η οποία τελικά ανάγει όλα τα πρότυπά της στον Θεό, η Ελληνική προτιμάει να τα ανάγει όλα στον Άνθρωπο. Ο Άνθρωπος άλλωστε προμήθευσε το αρχικό σημείο για κάθε μορφή του Ελληνικού γραπτού λόγου, ακριβώς όπως το ανθρώπινο σώμα προμήθευσε το κύριο θέμα για την Ελληνική Γλυπτική.

            Όλα όσα ανήκουν στον Άνθρωπο μπορεί να μη βρίσκουν τον δρόμο τους μέσα στην Φιλολογία, αλλά χωρίς αυτόν θα ήταν η Φιλολογία ακατανόητη. Οι Έλληνες υπήρξαν οι θεμελιωτές του Ανθρωπισμού γιατί το κύριό τους ενδιαφέρον ήταν ο άνθρωπος. Απέρριψαν το δόγμα του Πρωταγόρα «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», γιατί αυτό δεν ήταν αρκετά ανθρώπινο και γιατί αποστερούσε τον άνθρωπο από την πιο προσφιλή πίστη του, την εμπιστοσύνη ότι αυτός ο ίδιος μπορεί να βρει την Αλήθεια. Και επειδή το ενδιαφέρον τους ήταν για την ανθρώπινη φύση, γι’ αυτό ακριβώς ασχολούνταν τόσο συχνά και τόσο βαθιά, άρα επιτυχημένα, με τους Θεούς.

Οι Έλληνες είδαν την ανθρωπότητα να περιτριγυρίζεται και να υφίσταται έλεγχο από τις αόρατες δυνάμεις και φυσικά επεχείρησαν να διατυπώσουν την σχέση τους με αυτές. Αλλά όταν επεχείρησαν να ορίσουν την φύση αυτών των δυνάμεων, μπορούσαν μόνο να συμπεράνουν ότι αυτές ήσαν σαν τους ανθρώπους, ωστόσο απαλλαγμένες από τον θάνατο και την ευθύνη. Ακόμα και ο ισχυρότατος Θεϊσμός του Πλάτωνος αστόχησε στο να απαλλάξει την θεότητα του από τις ανθρώπινες συγκινήσεις. ούτε μπορούσαν ποτέ οι Έλληνες να κρίνουν τον άνθρωπο σαν μηδενικό εν συγκρίσει με τους Θεούς.

Γνώριζαν άλλωστε ότι τίποτε δε προέρχεται από το τίποτε και τίποτε δεν πηγαίνει στο τίποτε. Συχνά καταπονούνταν από την γνώση της ματαιότητας, όμως ποτέ δεν παρηγόρησαν τους εαυτούς τους με την σκέψη πως η ασημότητα του ανθρώπου ήταν δήθεν το μέτρο του μεγαλείου του Θεού. Εάν ο κόσμος ήταν ύστερα από όλα αυτά μία «μάταιη πλάνη», οι Θεοί όχι λιγότερο από τους ανθρώπους θα ήσαν οι μορφές μέσα στο σκιερό θέαμα του κόσμου των σκιών.

Αυτό το ενδιαφέρον και η απορρόφηση στην ανθρώπινη φύση μπορούσε σε κατώτερα χέρια να είχε οδηγήσει σε χαμηλά αποτελέσματα. Αναρίθμητοι δραματικοί και μυθιστοριογράφοι έχουν ασχοληθεί εξ ολοκλήρου με τους δρόμους της ανθρωπότητας όμως η εργασία τους έχει κατά κανόνα περάσει στην λήθη. ΟΙ Έλληνες όμως διασώθηκαν από την ανεξήγητη ικανότητα να βλέπουν κατά ένα μέρος την ζωή με τις υψηλές δυνάμεις της φαντασίας και κατά ένα άλλο μέρος με την δυνατή τους διανόηση, η οποία δεν ανεχόταν να απατάται από το συναίσθημα ή το ψεύδος.

Η πρώτη απλοποιούσε για εκείνους την εμπειρία και έκανε δυνατόν να εκφράσουν τα οράματά τους σε μορφές αυστηρές που είχαν κληρονομήσει. Η δεύτερη εξασφάλιζε ότι κάθε λέξη αναφερόταν στην πραγματικότητα, ότι κάθε επαφή έπειθε το ακροατήριό τους ότι έτσι κι αλλιώς έπρεπε να έχει συμβεί. Οτιδήποτε ερχόταν στις πιο εξυψωμένες στιγμές τους, υποτασσόταν σε μία αυστηρή διανοητική πειθαρχία, πριν περάσει μέσα στην Τέχνη. Και το σπουδαιότερο στοιχείο σε κάθε δημιουργική εργασία ήταν η αδιάκοπη προσπάθεια να καταλάβουν και να συγκατατάξουν τα ανακατεμένα χαρίσματα της φαντασίας.

Η διαδικασία που διαμόρφωσε τα απέραντα οράματα του Αισχύλου στην «Ορέστεια», πρέπει να έχει ορισθεί από μία αυστηρή επιθυμία να πουν οι Έλληνες την αλήθεια και να την επιδείξουν δια μέσου χαρακτήρων, που ήσαν ομολογουμένως ανθρώπινοι. Η Ελληνική Λογοτεχνία παρουσιάσθηκε σε μία μοναδικά ομοιογενή κοινωνία και οι Έλληνες συγγραφείς απευθύνονταν σχεδόν σε μία κοινή συνείδηση. Αν αυτό περιόριζε την γραμμή των θεμάτων και των ιδεών, επαύξανε από την άλλη σε ακαταμέτρητο βαθμό την δύναμή της. Δεν είχαν ανάγκη να χάσουν ώρα για εξηγήσεις. Δεν ανησυχούσαν να προετοιμάσουν το ακροατήριό τους για νεωτερισμούς και παράδοξα. Μπορούσαν να παραδεχθούν ένα ολόκληρο σύστημα αξιών και το έργο τους έχει αυτή την πληρότητα, που μπορεί μόνο να έλθει όταν ο συγγραφέας είναι ένα με την εποχή του, όταν αυτός μπορεί να εργάζεται ασφαλής επί ενός παραδεδεγμένου σχεδίου πραγμάτων και να διαπλάσσει νέες μορφές από αυτό.

          Όπως ακριβώς ο Δάντης οφείλει την μισή από την δύναμή του στον μεσαιωνικό πνευματικό πολιτισμό που χρωμάτιζε σε βάθος το έργο του, έτσι και οι Έλληνες συγγραφείς οφείλουν την σταθερότητα της απόψεώς τους σ’ έναν μεγάλο πολιτισμό, που τους έκανε αυτό που ήταν και που με αυτόν ουσιαστικά ήσαν ένα. Έτσι το τέλος του μεγαλείου της Ελληνικής Λογοτεχνίας είναι και το τέλος του Ελληνικού Πολιτισμού.

Αυτή η λογοτεχνία μάλλον παρά τα λείψανα της Ελληνικής γλυπτικής και ζωγραφικής είναι που μάς φέρνουν σε μία βαθιά επαφή με εκείνους τους ανθρώπους, τους οποίους οι Έλληνες τίμησαν ως εμπνευσμένους διερμηνείς αλλά και ως προσωποποίηση για ότι καλύτερο υπήρχε στους εαυτούς τους. Με αυτήν την λογοτεχνία απευθύνονται στους μεταγενέστερους και δια μέσου αυτής αποκαλύπτεται το μοναδικό τους μεγαλείο, η τελείωσή τους. Εξ αιτίας της εσωτερικότητάς της, της ευθύτητας και της αλάνθαστης αισθήσεως των αληθινών αξιών της ζωής και της αμερόληπτης έρευνας αυτών, η Ελληνική Λογοτεχνία πέρασε στην πνευματική ζωή του κόσμου.

Αλλά αυτή έχει πιο ιερές και πιο δυνατές απαιτήσεις από τούτο. Έχει ένα σταθερό ύφος, διαμορφωμένο από την μυστική πειθαρχία της χώρας, μέσα στην οποία όλα είναι καθαρό περίγραμμα και ακτινοβόλο φως. Έχει την δύναµη να συγκεντρώνεται επάνω στο αντικείμενο της γεμάτης από περιπάθεια σκέψεως, έως ότου αυτό το αντικείμενο έλθει στην ζωή και αποκτήσει δικαιωματικά αυτόνομη ύπαρξη. Έχει τις δικές της μεγαλοπρεπείς αγωνίες του λόγου, όπου οι λέξεις συνεχώς ανασχηματίζονται μέσα σε νέα πρότυπα γοητείας.

Το πνεύμα που πνέει μέσα από αυτά τα έργα είναι το πνεύμα του λαού, που πίστεψε στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου και ερμήνευσε αυτή την πίστη του σε κάθε λέξη που έγραψε. Η λογοτεχνία τους είναι που περισσότερο από κάθε τι άλλο κρατά τους Έλληνες αιώνια ζωντανούς. Σε αυτήν την λογοτεχνία εμπιστεύθηκαν την υπερηφάνειά τους, την μελαγχολία τους, τις χαρές τους και την τυχαία τους ταπείνωση.

Οι λέξεις τους είναι ακόμα νέες. Οι σκέψεις τους είναι και εξακολουθούν να είναι γεμάτες δύναμη.

            Πώς το κατόρθωσαν; Δεν γνωρίζουμε. Ας αρκεστούμε στο ότι ήσαν Έλληνες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s