Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΑΓΟΡΑ


kion1Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΟΝ «ΠΡΩΤΑΓΟΡΑ»

 

 

Σωκρ. Γκίκα

Πλάτωνος Πρωταγόρας, σ. 120 κ.ε.,

εκδ.. Επικαιρότητα

 

 

Δεν έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τον «Πρωταγόρα» ως πολιτικό κείμενο, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι εκφράζονται στον διάλογο αυτόν ορισμένες απόψεις για την ουσία και το περιεχόμενο της πολιτικής, τόσο από την πλευρά του Πρωταγόρα όσο και από την πλευρά του Σωκράτη.

Καταρχήν στον διάλογο γίνεται αναφορά στην πολιτική τέχνη, την οποία διδάσκει ο Πρωταγόρας. Ποιό είναι το αντικείμενο της τέχνης αυτής; Ο Πρωταγόρας λέει ότι η επιστήμη που διδάσκει δημιουργεί «εὐβουλίαν» γύρω από τα προβλήματα της πόλης και κάνει αυτόν που τη διδάσκεται «δυνατώτατον και πράττειν και λέ­γειν». Ευβουλία είναι βέβαια η ορθή σκέψη γύρω από τα προβλήματα της πόλης. Σε

τι έγκειται όμως η ορθή πολιτική σκέψη; Ποια είναι τα κριτήρια και οι αρχές της σωστής πολιτικής δράσης; Ο Πρωταγόρας δεν τα προσδιορίζει…

Συνέχεια

Advertisements

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


kion1Η εξέλιξη της έννοιας του θείου στην πρώιμη ελληνική φιλοσοφία

 

Ενάντια στο μυθικό βασίλειο της αυθαιρεσίας και του φόβου, οι πρώτοι στοχαστές αντέταξαν λογικές εξηγήσεις. Η μετάβαση σ’ έναν τρόπο σκέψης που πλησιάζει στη φιλοσοφία οφείλεται, σε σημαντικό βαθμό, στην υιοθέτηση μιας διαφορετικής κοσμοαντίληψης, πιο άμεσης, λιγότερο συμβολικής και λιγότερο ανθρωπομορφικής. Η μετάβαση αυτή γίνεται σταδιακά και προϋποθέτει ευρύτερες αλλαγές, που στην περίπτωση της Ελλάδας συμπορεύονται με την εξέλιξη των πόλεων και το πέρασμα από μια κλειστή αριστοκρατική κοινωνία σε μια κοινωνία με περισσότερο ανοιχτές δομές, καθώς και με την εμφάνιση μιας παραμέτρου που θα μεταβάλλει ριζικά τον πνευματικό πολιτισμό: την διάδοση της αλφαβητικής γραφής.

 

Τριαντάφυλλος Μπαταργιάς,

καθ. Μουσικής

 

 

Η πρωτόγονη θρησκεία ήταν συνυφασμένη με τη φυλή και λειτουργούσε περισσότερο σε σχέση με αυτή και λιγότερο σε προσωπικό επίπεδο, όπως ίσως βιώνει κανείς το θρησκευτικό συναίσθημα σήμερα. Βασιζόταν στο μύθο και εκφραζόταν με ορισμένες τελετουργίες που αποσκοπούσαν κυρίως στο να προαγάγουν τους συλλογικούς μηχανισμούς σε ότι αφορά τη φυτική, τη ζωική και την ανθρώπινη γονιμότητα. Τα μυθικά σχήματα που χρησιμοποιούσε σκοπό είχαν να δείξουν πως ξεκίνησε και πως λειτουργεί ο κόσμος και, οσοδήποτε απλοϊκά και αφελή κι αν τα χαρακτηρίσει κανείς σήμερα, μπορεί παράλληλα να διακρίνει πως αν και εκφράζονται με τη γλώσσα και τα πρόσωπα του μύθου, έχουν ωστόσο στοιχεία ενός άμεσου, εμπειρικού και πρακτικού τρόπου σκέψης. Από μία άποψη, επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε ότι σημειώνουν τα απαραίτητα βήματα για τη δημιουργία εικόνων για τον κόσμο, όπως εκείνες που είχαν αργότερα οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι. 

Συνέχεια

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΑ


kion1Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΑ

Τοῦ Γ.Χ. Κανελλακοπούλου
(Περιοδικὸν «Νέα Ἑστία», ἔτος ΚΓ’ – 1949, τόμος 49ος, τεῦχος 536, Ἀθῆναι, 1 Νοεμβρίου 1949, σελ. 1397-1399)

* Σημ. τ. «Νέας Ἑστίας». – Ἀπὸ τὰ κείμενα, ποὺ ἐμπόδισε ἡ λογοκρισία τῶν καταχτητῶν νὰ τυπωθοῦν. Βλ. Καὶ τὰ τεύχη 531 κ.ἐ. Φυσικά, ἔχει πολὺ καλὰ τὴ θέση του στὸ Ἀφιέρωμα τοῦτο, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ἑλληνική Ἰδέα.

Στὸν Καθηγητὴ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΤΣΑΤΣΟ

Ὁ Ἀλέξανδρος φυλάει τὴν Ἰλιάδα, σὲ χρυσῆ θήκη. Ὄχι τὸ δόρυ· πνεῦμα εἶναι ἡ Ἑλλάδα!

«Νύχτες τοῦ Φήμιου (254)»
Κωστῆς Παλαμᾶς

             Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πίστευαν ὅτι οἱ πρόγονοί τους εἶχαν γεννηθῆ, ὅπως ὁ Ἐρεχθεύς, ἀπὸ τὴ Γῆ (βλ. Πλάτωνος «Πολιτεία 414 Ε). Καὶ τὴ Γῆ τους ὅπου ἦταν ἐνταφιασμένοι ἐκεῖνοι τὴν ἀγαποῦσαν μὲ ἀκατάλυτο πάθος καὶ ἦταν πάντοτε ἕτοιμοι νὰ θυσιασθοῦν γιὰ τὴν ἐλευθερία της. Τὴν ἔβλεπαν σὰν κοινὴ μητέρα, ζοῦσαν βαθειὰ τὴ ζωή της καὶ πίστευαν ὅτι ὁ ἐαυτός τους εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο της. Ἡ ἀρχαία ψυχὴ αἰσθανόταν τὰ φτερά της νὰ λυγίζουν ὅταν ἔχανε τὴ ζωντανὴ ἐπαφή της μὲ τὴν Ἑλληνικὴ φύση, ὅπως ἀκριβῶς ὁ μυθικὸς Ἀνταῖος ἔχανε τὴ δύναμή του ὅταν δὲν ἄγγιζε τὴ μητέρα του τὴ Γῆ. Ἀλλὰ τότε, γιατί ἡ ἀρχαία Τέχνη πρόσεξε τόσο ἐλάχιστα τὸ φυσικὸ τοπεῖο; Μιὰ τέτοια Φύση ὅπως ἡ Ἑλληνική, γεμάτη φῶς, ὀμορφιὰ καὶ ἀθανασία, πῶς δὲν ἔδωσε στὸν Ἕλληνα Καλλιτέχνη, ποὺ ὡς τόσο εἶχε βαθειὰ τὴν αἴσθηση, σύμβολα γιὰ νὰ ζωγραφίση τὰ μεγάλα ὁράματά του; Καὶ γιατί ὁ ἔρωτας ὁ Πλατωνικὸς ποῦ ἐκβαχεύει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ὑψώνει μέχρι τὸ ἀπόλυτο κάλλος, μέχρι τὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ, ξεκινάει μονάχα, ἀπὸ τὸ ὡραῖο ἀνθρώπινο σῶμα, χωρὶς νὰ μεθύση τὴν ψυχὴ μὲ τὸ ἀθάνατο κάλλος ποὺ γεμίζει τὴ φύση; Σήμερα εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε βαθύτερα ὅ,τι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὀνόμαζαν φύση. Ἡ σύγχρονη «φυσιολατρεία», ὅπως τὴ διεμόρφωσε κυρίως τὸ Γαλλικὸ μυθιστόρημα, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ρωμαντικὴ χαμένη ψυχικὴ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴ φύση. Ἡ ἐπαφή, ὅμως, αὐτὴ στὴν Ἑλλάδα ἦταν ζωντανὴ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἀρχαίου πρὸς τὴ Γῆ του δὲν εἶχε τίποτε τὸ ρωμαντικό. Δὲν ἦταν νοσταλγία ἀλλὰ πραγματικότητα. Ἔπειτα, σήμερα πιστεύουν πὼς ἡ φύση εἶναι μιὰ «ἄψυχη ὕλη», ἕνας νεκρὸς κόσμος ποὺ λειτουργεῖ μηχανικά. Ἀντίθετα οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι ἡ φύση εἶναι ἔμψυχη, εἶναι κάτι ποὺ ἔχει τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του μέσα του, μιὰ ἀδιάκοπη πνευματικὴ ἐνέργεια, πρὸς ὡρισμένο τέλος (Βλ. Κ. Γεωργούλη, Ἀριστοτέλους «Πρώτη Φιλοσοφία» σελ. VIII κ.ἑ.). Γιὰ τὴ μεσαιωνικὴ φιλοσοφία, ἡ φύση εἶναι natura naturata, δηλ. ἕνα φθαρτὸ σύνολο ὑλικῶν δημιουργημάτων. Γιὰ τὴν Ἑλληνική, ὅμως, ἀντίληψη τὰ πάντα εἶναι «πλήρη Θεῶν», γιατί τὰ πάντα κοινωνοῦν μὲ τὸ πνεῦμα (Βλέπε Πλάτωνος «Νόμοι» 899 Β). Ἀλλὰ ἂν ἡ σχολαστικὴ θεολογία ἀρνήθηκε ἀπόλυτα τὴν Ἑλληνικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴ φύση, τὸ ἔκανε γιατί ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ δῆ, τὸ πνεῦμα ποὺ «ζωογονεῖ», ἀφοῦ καὶ τὸ Χριστὸ ποὺ εἶναι ἀπόλυτη ἐλευθερία, τὸν ἔκανε «δόγμα». Μόνο στὸν Ἀπόστολο Παῦλο φανερώθηκε μὲ ὁλόκληρο τὸ οὐράνιο καὶ φοβερὸ μεγαλεῖο του, τὸ Πνεῦμα, ὅταν διώκτης του πλησίαζε πρὸς τὴ Δαμασκό. Καὶ ὁ Παῦλος βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὴν ἑλληνικὴ ἀντίληψη. Ὅταν μίλησε πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, στὸν Ἄρειο Πάγο, τοὺς εἶπε ὅτι ἴσως μπορέσουν νὰ ψηλαφήσουν καὶ νὰ βροῦν τὸν «ἄγνωστο Θεό», γιατί δὲν εἶναι καθόλου μακρυά τους. «Ἐν αὐτῷ γάρ, ἐπρόθεσε, καὶ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμὲν ὡς καί τινες τῶν καθ᾿ ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι» (Βλέπε Πράξεις ιζ’ 22-29). Καὶ πραγματικὰ ὁ Θεὸς δὲν ἦταν καθόλου μακρυά τους. Ἦταν μέσα τους καὶ γύρω τους. Πουθενὰ ἀλλοῦ ἡ φύση δὲν εἶναι τόσο ἔνθεη ὅσο εἶναι στὴν Ἑλλάδα.

Συνέχεια

ΕΛΛΗΝΕΣ – ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ


kion1ΕΛΛΗΝΕΣ – ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ*

 

« Ἕλληνες ἀεί παῖδές ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν »   

       Πλάτων, Τίμαιος, 22b 

          

    Τους όρους αυτούς τους χρησιμοποιούμε σήμερα (και χρησιμοποιούνται από αιώνες πολλούς) αναδρομικά για μια ιστορική πραγματικότητα, που δεν είχε από την αρχή αυτή την ονομασία. Πό­τε άρχισαν οι όροι αυτοί τη σταδιοδρομία τους; Μια ιδέα του προβλήματος μας προσφέρει ο Θου­κυδίδης. Γράφει ο αρχαίος ιστορικός στο τρίτο κεφάλαιο του α΄ βιβλίου της Συγγραφής τον: «πριν από τα Τρωικά δε φαίνεται να έπραξε η Ελλάδα κάτι με κοινή προσπάθεια· μου φαίνεται μάλιστα ότι ούτε το όνομα αυτό είχε όλη η Ελλάδα. Κάποτε. Αντίθετα, πριν από το Δευκαλίωνα και το γιο τον Έλληνα δεν υπήρχε καν τέτοια ονομασία, αλλά ζούσαν οι πιο πολλοί κατά φύλα («έθνη»), χω­ριστά, όπως λ.χ. οι Πελασγοί Όταν όμως ο Έλλην και τα παιδιά τον επικράτησαν στη Φθιώτιδα και απλωνόταν ευεργετικά η παρουσία τους και σε άλλες πόλεις, τότε άρχισαν να ονομάζονται με­ρικοί Έλληνες αλλά χωριστά· και χρειάστηκε χρόνος πολύς για να επικρατήσει αυτή η επωνυμία, να γενικευτεί. Τρανή απόδειξη ο Όμηρος (τα ομηρικά έπη). Γιατί, ενώ έζησε αιώνες αργότερα, δε χρησιμοποιεί το όνομα αυτό πουθενά για όλους, παρά μόνο για κείνους που οδήγησε στον πόλε­μο ο Αχιλλέας (από τη Φθία), που ήταν και οι πρώτοι με το όνομα Έλληνες. Στα έπη του ονομά­ζει Δαναούς, Αργείους, Αχαιούς…»1

Συνέχεια