Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΟΙΤΙΔΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ


kion1Η ελληνική σκέψη

 

Του Δ. Σαραντάκου

Εισαγωγή: Γιατί στην Ελλάδα;

 

Τί ήταν εκείνο που έκανε την Ελλάδα κοιτίδα της Φιλοσοφίας και της Επιστήμης; Γιατί ο φιλοσοφικός στοχασμός, από τον οποίο αργότερα γεννήθηκε η επιστημονική μεθοδολογία και σκέψη δεν άνθισαν στην Αίγυπτο ή στη Βαβυλώνα, όπου και πλούτος μεγαλύτερος υπήρχε και γνώσεις περισσότερες είχαν συσσωρευθεί και επί πλέον η ισχυρότερη κρατική ισχύς εξασφάλιζε πιο μακροχρόνιες περιόδους ειρήνης;

Πολλοί μιλάνε για το ελληνικό θαύμα, το οποίο, όπως ισχυρίζονται, οφείλεται στη φυλετική ανωτερότητα των Ελλήνων. Παρόμοιοι ισχυρισμοί είναι φυσικά απλές αντιεπιστημονικές καυχησιολογίες. Κατ’ αρχήν η ίδια η ιδέα του θαύματος δεν είναι μονάχα αντιεπιστημονική αλλά και ανελληνική. Οι Ελληνες διανοητές απέρριπταν τα θαύματα. Το θαύμα δεν εξηγεί τίποτα. Αντικαθιστά την εξήγηση με θαυμαστικά. Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης ήθελε ο άνθρωπος με τη γνώση να κατακτήσει την αθαμβία, να μη θαυμάζει ως υπερφυσικά, πράγματα και φαινόμενα που μπορούν να ερμηνευθούν. Οσο για τη φυλετική ανωτερότητα, οι αμέσως ενδιαφερόμενοι, οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, ουδέποτε ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο. Αντίθετα όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς μιλάνε με σεβασμό και μεγάλη εκτίμηση για τον πολιτισμό και τις γνώσεις των συγχρόνων τους Αιγυπτίων και Βαβυλωνίων, για την ηθική των Περσών, τη γενναιότητα των Θρακών και γενικά για τις αρετές των γειτονικών τους λαών. Το ρητό ΠΑΣ ΜΗ ΕΛΛΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΣ είχε αρχικά καθαρά γλωσσική κι όχι πολιτιστική ή πολιτική σημασία. Σήμαινε απλώς ότι οι μη Ελληνες μιλούσαν ακατάληπτα (1) Η ίδια η λέξη βάρβαρος απόχτησε τη μειωτική της σημασία πολύ αργότερα, κατά την ελληνιστική εποχή και τη ρωμαιοκρατία.

Ηταν μήπως η εμπορική και ναυτική δραστηριότητα των Ελλήνων, που προκάλεσαν την πνευματική άνθιση των ελληνικών πόλεων; Οπωσδήποτε το εμπόριο και η ναυτιλία υπήρξαν αποφασιστικά θετικοί παράγοντες, όχι όμως γενεσιουργά αίτια. Εκτός του ότι και στις πιο εμπορικές ελληνικές πόλεις, τη Μίλητο, την Κόρινθο ή την Αθήνα, η γεωργική παραγωγή ήταν πάντοτε ο κυρίαρχος οικονομικός παράγων, επισημαίνω ότι στις φοινικικές πόλεις υπήρξε πολύ μεγαλύτερη ναυτική και εμπορική δραστηριότητα, χωρίς να συνοδευεται από ανάλογη πνευματική άνθιση.

Προφανώς άλλη ήταν η αιτία της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Κι αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, η κοινωνική συγκρότηση των ελληνικών πόλεων, ριζικά διαφορετική από τη δομή των κοινωνιών στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, τη Φοινίκη και τις άλλες χώρες της Ανατολής. Κατά την Αρχαιότητα, στις πολιτισμένες χώρες της κοντινής Ανατολής, όπως και στις Ινδίες στην Κίνα και αλλού, οι ανάγκες της κατασκευής και συντήρησης εκτεταμένων αρδευτικών έργων, οδήγησε στη συγκρότηση μεγάλων ισχυρών και συγκεντρωτικών κρατών.Στα κράτη αυτά όλη η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Ανακτόρου και του Ναού, γιατί είχαν τον έλεγχο των αρδευτικών δικτύων και ήταν οι μοναδικοί κάτοχοι της Γνώσης. Οι απλοί αγρότες, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ήταν νομικώς ελεύθεροι και συλλογικοί κάτοχοι της γης, αλλά χωρίς τον έλεγχο των αρδευτικών δικτύων και χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις για τον υπολογισμό των εποχών και τον προδιορισμό της καταλληλότερης εποχής για τις γεωργικές ασχολίες, ήταν ανίκανοι να επιβιώσουν. Ετσι δέχονταν να υποταχτούν στο δίδυμο της εξουσίας, στο Ανάκτορο και το Ναό και ουσιαστικά ήταν συλλογικοί δούλοι του κράτους. Αυτό ήταν το κοινωνικό σύστημα που οι κλασσικοί ονόμασαν ασιατικό ή ανατολικό τρόπο παραγωγής, ενώ άλλοι το θεωρούν μια προδρομική μορφή της φεουδαρχίας και που διέφερε ουσιαστικά τόσο από το δουλοκτητικό σύστημα του ελληνορρωμαϊκού κόσμου όσο και από το φεουδαρχικό της Δυτικής Ευρώπης, που το διαδέχτηκε.

Η εικόνα που σχηματίζουμε για τα μινωικά και μυκηναϊκά κράτη, από τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα κείμενα των πινακίδων με τη γραμμική γραφή Β μας πείθουν ότι έχουμε να κάνουμε με κοινωνίες του ίδιου περίπου τύπου με αυτόν των ανατολικών δεσποτειών και όχι της μορφής των δουλοκτητικών πόλεων-κρατών. Πραγματικά, το κύριο γνώρισμα των κρατικών αυτών σχημάτων του Αιγαίου είναι ότι το ανάκτορο κυριαρχούσε απόλυτα στην οικονομική και πνευματική ζωή της περιοχής που εξουσίαζε. Ολόκληρη η παραγωγή, το εμπόριο και κάθε πνευματική ή άλλη δραστηριότητα ήταν στα χέρια του άνακτα, της αυλής και της πολύπλοκης γραφειοκρατίας που τους περιστοίχιζε. Εμοιαζαν δηλαδή τα μινωικά και μυκηναϊκά αυτά «βασίλεια» με τα σύγχρονά τους κράτη της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, με τα οποία προφανώς διατηρούσαν στενούς εμπορικούς και πνευματικούς δεσμούς από την προϊστορία ακόμη.

Αλλά τα μινωικά και τα μεταγενέστερα μυκηναϊκά κρατικά σχήματα, μολονότι δεσπόζουν στον ελλαδικό και αιγαιακό χώρο για πολλούς αιώνες, δεν είναι και οι μοναδικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης στην περιοχή αυτή. Στα περισσότερα μικρά νησιά του Αιγαίου, αλλά και σε παράλιες ή ορεινές, απομονωμένες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, ταυτόχρονα και παράλληλα με τα ισχυρά μυκηναϊκά βασίλεια, υπήρχαν μικρές ανεξάρτητες κοινότητες, στις οποίες απουσίαζαν ή ήταν ασήμαντες τόσο η ταξική ανισότητα και η περιουσιακή διαφοροποίηση των μελών τους. Στις κοινωνίες αυτές επιβίωναν πολλοί από τους θεσμούς του παλαιότερου γενοφυλετικού συστήματος.

Μολονότι η οικονομική, πολιτιστική και πολιτική συμβολή των περιοχών αυτών στην εικόνα που σχηματίζουν οι ιστορικοί για το προϊστορικό Αιγαίο είναι πολύ μικρή, η επίδραση που είχαν στις μεταγενέστερες εξελίξεις είναι στην πραγματικότητα πολύ σημαντική. Στις νησιωτικές και ηπειρωτικές αυτές κοινότητες ο πλούτος, που προερχόταν από το ψάρεμα, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη ναυτιλία, το εμπόριο (και την πειρατεία), δεν ήταν αρκετός για να συντηρήσει προνομιούχα στρώματα κι ακόμα λιγώτερο, για να εξασφαλίσει τους όρους για να υπάρξει ανάκτορο και αυλή, ενώ από την άλλη μεριά η ισότιμη συμμετοχή όλων των ενήλικων μελών τους σε ριψοκίνδυνες δραστηριότητες, όπως η ναυτιλία, το ψάρεμα και η πειρατεία, απέκλειαν την ανάδειξη αρχηγικών στρωμάτων. Στα μέρη αυτά επιβιώσανε οι δημοκρατικές παραδόσεις του κοινοτικού συστήματος, όπως η συνέλευση των μελών της κοινότητας, το αιρετό των αρχοντων κλπ. που μεταβιβάστηκαν αργότερα στις ελληνικές πόλεις- κράτη.

Τα μυκηναϊκά κράτη τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στην Κρήτη και τα νησιά παρακμάσανε και αποσυντέθηκαν, κατά τον 12ο και 11ο αιώνες πριν από τη χρονολογία μας. Λίγο πιο πριν το ισχυρό κράτος των Χετταίων στη Μικρασία εξαφανίζεται από την ιστορία, ενώ μεγάλες επιδρομές και άλλες αναστατώσεις είχαν προηγηθεί στην Κάτω Αίγυπτο και τις ακτές της Συρίας. Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί για τα αίτια των αναστατώσεων αυτών και ειδικώτερα για τα αίτια της αποσύνθεσης των μυκηναϊκών βασιλείων. Η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα πει την τελευταία λέξη. (2) Η κοινωνία που διαδέχτηκε τα μυκηναϊκά βασίλεια, διατήρησε χαρακτηριστικά γνωρίσματα τόσο από αυτά όσο και από τις παλαιότερες κοινότητες των γενών. Ο Ομηρος ενώ μιλά για ισχυρούς άνακτες σαν τον Αγαμέμνονα ή το Νέστορα, ταυτόχρονα αναφέρει συνελεύσεις των πολεμιστών στις οποίες οι ισχυροί αυτοί βασιλείς έπρεπε να δώσουν λόγο.

Στην κατακερματισμένη από βουνά και θάλασσες Ελλάδα, όπου οι μεγάλοι κάμποι σπάνιζαν και δεν υπήρχε ανάγκη αλλά ούτε και δυνατότητα κατασκευής μεγάλων αρδευτικών έργων, στη θέση των παλιών μυκηναϊκών βασιλείων, που χάθηκαν, δε συγκροτήθηκαν ξανά ισχυρά συγκεντρωτικά κράτη, παρόμοια με εκείνα της Ανατολής. Τόσο οι οικονομικές όσο και οι πολιτικές συνθήκες είχαν αλλάξει. Εξ άλλου για πολλούς αιώνες έχουμε πλήρη σχεδόν διακοπή των εμπορικών και πνευματικών δεσμών του Αιγαίου με την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μεσοποταμία.

Κάθε μικρή περιοχή, νησί ή χερσόνησος ή κοιλάδα, αποτελούσε ιδιαίτερη οικονομική και συνεπώς και πολιτική ενότητα κι ο πληθυσμός της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, που τα ξεπερνούσε με σκληρή εργασία ενώ η κοινωνική ανισότητα και η περιουσιακή διαφοροποίηση μεγάλωναν. Εδώ βαθμιαία αναπτύχθηκε η κλασσική μορφή δουλοκτησίας, μολονότι η έκταση της, η σημασία της και η θεσμική της κατοχύρωση παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ποικιλία από περιοχή σε περιοχή.

Στην Ελλάδα της γεωμετρικής και αρχαϊκής εποχής, δημιουργήθηκαν ομοσπονδίες αρκετών χωριών (κωμών) μιας περιοχής, που αποτελούσε γεωγραφική και οικονομική ενότητα. Βαθμιαία μια από τις κώμες αυτές, που βρισκόταν στο κέντρο της περιοχής ή σε πλεονεκτική γεωγραφική θέση, συνήθως πάνω σε κάποιον οχυρό λόφο, μετατρέπεται σε πόλη (3). Είναι ο λεγόμενος συνοικισμός, εξέλιξη κοσμοϊστορικής σημασίας, σ’ότι αφορά τις επιπτώσεις της. Η διαδικασία δημιουργίας πόλεων με την πολιτική και κοινωνική σημασία του όρου, κράτησε αιώνες, συνοδεύτηκε από έντονες κοινωνικές αναστατώσεις και ταξικές διαμάχες και σε ορισμένες απομονωμένες περιοχές της Ελλάδας συνεχίστηκε ακόμα και μετά την κλασσική εποχή. Στην ελληνική πόλη οφείλονται οι περισσότεροι από τους πολιτικούς θεσμούς που ισχύουν ως σήμερα.

Η διαδικασία δημιουργίας πόλεων ως αυτοδύναμων πολιτικών κυττάρων δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Προηγήθηκαν ανάλογα φαινόμενα συνοικισμού στη Σουμερία και στην κοιλάδα του Νείλου, κατά την 4η χιλιετία, στην κοιλάδα του Ινδού, στις κοιλάδες των Χουάγκ Χο και του Γιαγκτσε Κιαγκ, κατά την 3η και 2η χιλιετία, στις ακτές της Φοινίκης και σποραδικά σε άλλα σημεία του κόσμου. Ομως, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών, η πόλη που δημιουργήθηκε από το συνοικισμό δεν μακροημέρευσε ως αυτόνομος πολιτικός οργανισμός. Πολύ σύντομα υποτάχθηκε στο Ναό του τοπικού θεού και έγινε απλό εξάρτημά του ή συνενώθηκε σε μεγαλύτερες πολιτικές οντότητες, σε μεγάλα βασίλεια ή αυτοκρατορίες, χάνοντας τα κυριώτερα αυτόνομα χαρακτηριστικά της.

Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα της αρχαϊκής εποχής. Εδώ οι πόλεις γίναν κέντρα μικρών ανεξάρτητων κρατών, η έκταση των οποίων περιορίζονταν ουσιαστικά στην πόλη με τη γύρω περιοχή της. Στα κράτη αυτά στην αρχή την εξουσία κατείχαν οι γαιοκτήμονες (4) , συνήθως απόγονοι είτε των αρχηγών των φυλών που είχαν εισβάλει στα παλιά μυκηναϊκά βασίλεια, είτε των αρχαίων βασιλικών οικογενειών. Σε πολλά κράτη η κυριαρχία των αριστοκρατών αυτών συνεχίστηκε για πολύ μεγάλο διάστημα, αλλά σε πολλά άλλα οι γαιοκτήμονες πολύ σύντομα, ύστερα από έντονους ταξικούς αγώνες, αναγκάστηκαν να μοιραστούν την εξουσία με τα ανερχόμενα μεσαία στρώματα των ναυτικών, των εμπόρων και των βιοτεχνών κι αυτό είχε βαθύτατες συνέπειες όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στην πνευματική εξέλιξή τους. Υπήρξαν βεβαίως περιοχές όπου για ειδικούς λόγους δεν δημιουργήθηκαν πόλεις με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου αλλά εξακολούθησαν να υφίστανται οι ομοσπονδίες των παλιών χωριών. Στις περιοχές αυτές, κατά κανόνα καθυστερημένες από κοινωνικής πλευράς) αργοτερα εμφανίζονται τα λεγόμενα κοινά (Βοιωτών, Θεσσαλών κ.ά.) που δεν έχουν το χαρακτήρα των πόλεων – κρατών.

Σε πόλεις-κράτη που μείναν αποκλειστικώς αγροτικές, η εξουσία των αριστοκρατών διατηρήθηκε επί αιώνες. Στα κράτη αυτά οι λαϊκές συνελεύσεις, παρόμοιες με τις συνελεύσεις των πολεμιστών, όπως τις περιγράφει ο Όμηρος, είχαν πολύ λίγες αρμοδιότητες, κατά κανόνα γνωμοδοτικές και επικυρωτικές των αποφάσεων της ολιγαρχικής εξουσίας. Οι θεσμοί ήταν αδιαμόρφωτοι και αδύναμοι και οι νόμοι, βασισμένοι στο εθιμικό δίκαιο, δεν ήταν συνήθως γραπτοί.

Αντίθετα σε πόλεις-κράτη, όπου αναπτύχθηκε το εμπόριο, η βιοτεχνία και η ναυτιλία, τα μεσαία στρώματα σε συμμαχία με τους μικροϊδιοκτήτες ανέτρεψαν την ολιγαρχία των αριστοκρατών και εγκαθιδρύσανε τυραννίες, δηλαδή αυταρχικές κυβερνήσεις επικεφαλής των οποίων ήταν δημοφιλή άτομα, πολλές φορές λαϊκής καταγωγής, που χτύπησαν την κοινωνική και οικονομική βάση της αριστοκρατίας.

Κατά κανόνα τις τυραννίες αυτές τις διαδέχτηκαν δημοκρατικά καθεστώτα, στα οποία η έκταση και το βάθος της δημοκρατίας ποικίλλει. Η πορεία από την κληρονομική μοναρχία στην αριστοκρατική ολιγαρχία και από αυτήν στην τυραννία και τη δημοκρατία σηματοδοτεί και τη μετάβαση από την κλειστή κοινωνία της μυκηναϊκής εποχής στην ανοικτή κοινωνία της αρχαϊκής και κλασσικής Ελλάδας και βρήκε τη σπουδαιότερή της έκφραση στον πνευματικό κυρίως τομέα.

Στις μεγάλες πολιτισμένες χώρες της Ανατολής, όπως στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, όχι μονάχα η οικονομική αλλά και κάθε πνευματική δραστηριότητα ήταν συγκεντρωμένες στο Ανάκτορο και το Ναό. Οι ιερείς των αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών ναών, μοναδικοί κάτοχοι της Γνώσης και της Σοφίας, συγκέντρωναν κατά καιρούς τα εξυπνότερα και πιο προικισμένα παιδιά της περιοχής στο ναό και εκεί σε ατμόσφαιρα υποβολής και μυστικισμού τους δίδασκαν όσα εκείνοι γνώριζαν, για να γίνουν εν καιρώ ικανά να τους διαδεχθούν.

Ο, τι μάθαιναν με τον τρόπον αυτόν οι νεαροί μαθητές ήταν δεδομένο και αδιαμφισβήτητο και την αλήθεια του την εγγυόταν το κύρος των δασκάλων. Η Γνώση δηλαδή μεταβιβαζόταν ως εξ αποκαλύψεως αλήθεια, χωρίς να συνοδεύεται από καμμιά διαδικασία απόδειξης της αλήθειας αυτής, εφ’ όσον η ιερή προέλευσή της έκανε περιττή κάθε παρόμοια διαδικασία. Αυτό απέκλεισε οριστικά και τελεσίδικα κάθε δυνατότητα να μετατραπούν οι συσσωρευμένες γνώσεις σε Επιστήμη.

Αντίθετα στις ελληνικές πόλεις, των αρχαϊκών χρόνων, όπου η παραγωγή ήταν υπόθεση όλης της κοινωνίας και βασιζόταν στην εργασία των ελεύθερων μκροϊδιοκτητών, το Ανάκτορο είχε από νωρίς εκλείψει και ο Ναός είχε πολύ μικρή ισχύ. Οι διανοητές στις ελληνικές πόλεις ήταν και αυτοί σαν τους λοιπούς πολίτες. Δεν ήταν οι αποκομμένοι από την κοινωνία ιερείς των αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών ναών, αλλά μετείχαν στην πολιτική ζωή. όπως ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος ή ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο οποίος μάλιστα έχασε τη ζωή του κατά τις πολιτικές διαμάχες. Είχαν επίσης οικονομικές δραστηριότητες, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος και ήταν πάντοτε σε στενή σχέση με τους εμπόρους, τους τεχνίτες και τους ναυτικούς της πόλης τους.

Θέλοντας να ικανοποιήσουν τα ερωτήματα που έβαζαν οι ναυτικοί και οι έμποροι της Ιωνίας, οι οποίοι ταξίδευαν σ’όλα τα πλάτη και μήκη της Μεσογείου, ερεύνησαν τον έναστρο ουρανό και τον γνωστό τότε κόσμο. Μελέτησαν τη φύση στο σύνολο της, αλλά και τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο μέρος της και την ανθρώπινη κοινωνία ως απαραίτητο για την επιβίωσή του πλαίσιο. Σε όλα τα αντικείμενα της έρευνάς τους αναζήτησαν το βαθύτερο νόημα τους και την πρωταρχική ουσία τους, δημιουργώντας έτσι τη Φιλοσοφία.

Σ’ αντίθεση με όσα συνέβαιναν στην Ανατολή, η παρακολούθηση των μαθημάτων των ελλήνων σοφών ήταν εθελοντική και κατά κανόνα γινόταν με πληρωμή. Ήταν λοιπόν υποχρεωμένοι οι Έλληνες δάσκαλοι να αποδείξουν την αλήθεια των όσων δίδασκαν, υποχρέωση που δεν είχαν οι Αιγύπτιοι ή Βαβυλώνιοι συνάδελφοί τους. Η υποχρέωση αυτή γέννησε τις διαδικασίες της απόδειξης, της δοκιμασίας και της επαλήθευσης, τον ορισμό, το θεώρημα και το αξίωμα, τη διαλεκτική και τη λογική, βάζοντας έτσι τα θεμέλια των Επιστημών.

Καταλήγοντας, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι και οι Έλληνες της αρχαιότητας ήταν οπωσδήποτε άνθρωποι πρωτόγονοι. Πίστευαν σε μύθους, μυστήρια και οιωνούς, είχαν δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Όμως για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας η κοινωνική ζωή ενός ολόκληρου πληθυσμού πήρε τόσο κοσμική – λαϊκή έκφραση. Η πολιτική, η νομοθεσία, η οικονομία, η λογοτεχνια και η τέχνη από πολύ νωρίς απελευθερώθηκαν από τα δεσμά της θρησκείας και τον έλεγχο του ιερατείου. Γεννήθηκε η φιλοσοφία, που άρχισε να διαμορφώνει μια τελείως πρωτότυπη ερμηνεία του κόσμου, της κοινωνίας και του ανθρώπου, στηριγμένη στη φύση. Μπήκαν τα θεμέλεια της επιστήμης, που καθιέρωσε τη μελέτη του κόσμου και του ανθρώπου, με βάση τη λογική. Ανάμεσα σε έναν πληθυσμό πρωτόγονων ανθρώπων εμφανίστηκαν τα πνεύματα εκείνα που με τη διαύγεια, την ευθύτητα και την παρρησία της σκέψης τους, τον απελευθέρωσαν σε μεγάλο και πρωτοφανή εως τότε βαθμό, από το δεσποτισμό, τη μυστικοπάθεια και το φόβο.

Οι Έλληνες αντάλλαξαν πολλά, γνώσεις, ανακαλύψεις, θεσμούς και ιδέες με τους άλλους γειτονικούς λαούς, με τους οποίους είχαν ταχτικές επαφές, ιδίως από τους Αιγύπτιους, τους Φοίνικες, τους Βαβυλώνιους. Ο, τι πήραν όμως δεν ήταν μια δουλική αντιγραφή και μίμηση αλλά στάθηκε αφορμή για τη δημιουργική του μεταμόρφωση. Η Φιλοσοφία και η Επιστήμη, όπως και η Δημοκρατία και η Πολιτική, δεν ήρθανε από την Ανατολή αλλά δημιουργήθηκαν εδώ.

Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής σκέψης

Ο Ρίτσαρντ Λίβινγκστον στο περίφημο βιβλίο του Το ελληνικό πνεύμα και η σημασία του για μας, που πρωτοεκδόθηκε στα 1912 και γνώρισε από τότε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις, αλλά και ο Αντρέ Μπονάρ στο τρίτομο έργο του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που πρωτοεκδόθηκε στα 1957-59, συμφωνούν ότι τα κύρια γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος ήταν:

Η φιλοκαλία, δηλαδή η αγάπη για το ωραίο.
Το μέτρον.
Η ευθύτητα και η παρρησία.
Ο ανθρωπισμός.
Η αγάπη της ελευθερίας.

Οι Έλληνες ζώντας σε μια χώρα ευνοημένη από τη φύση με σπάνια ομορφιά σε τοπίο και κλίμα, αγάπησαν με πάθος την ωραιότητα. Το κάλλος ανθρώπων, ζώων κατασκευών και τοπίων το θεωρούσαν μεγάλο προσόν. Οταν θέλαν να επαινέσουν κάποιον λέγαν πως είναι «καλός καγαθός» δηλαδή όμορφος και καλόκαρδος. Όπως γράφει ο Θουκυδίδης, ο Περικλής στον Επιτάφιο για τους πρώτους νεκρούς του πολέμου, ανάμεσα στα γνωρίσματα του δημοκρατικού πολιτεύματος της Αθήνας αναφέρει την αγάπη για το ωραίο: ΦΙΛΟΚΑΛΟΥΜΕΝ ΓΑΡ ΜΕΤ’ ΕΥΤΕΛΕΙΑΣ καμαρώνει, θέλοντας να επισημάνει την επιδίωξη του ωραίου ακόμα και στα πιο δευτερεύοντα και ευτελή αντικείμενα.

Το μέτρον ήταν εξ ίσου με το κάλλος χαρακτηριστικό της ελληνικής σκέψης. Σήμαινε την αγάπη της μετριοπάθειας και της αρμονίας που κρύβει η αποφυγή των υπερβολών. Είναι γνωστά τα αρχαία ρητά ΜΕΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ και ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ, που αποδίδονται στους επτά σοφούς και δείχουν την εκτίμηση των Ελλήνων στη μετριοπάθεια και στην αποφυγή των υπερβολών. Ο Αρχίλοχος ο Πάριος συμβουλεύει ένα φίλο του: «να μη χαίρεσαι πολύ για τα ευχάριστα ούτε να λυπάσαι πολύ για τα δυσάρεστα. Γνώριζε ποιά ζυγαριά κρατά τη ζωή μας». Λέγεται ότι ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας όταν πολιορκούσε την παλαιστινιακή πόλη της Γάζας, στους πρέσβεις των πολιορκουμένων, που τον ρώτησαν ποιά είναι η μεγαλύτερη αξία για τους Έλληνες, απάντησε «το μέτρον» (που ας σημειωθεί ο ίδιος δεν το διέθετε σε επάρκεια).

Η ευθύτητα και η παρρησία χαρακτηρίζουν όχι μόνο την αρχαία ελληνική σκέψη αλλά και τη συμπεριφορά των πολιτών. Ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια λέει πως μόνο ένας «μαινόμενος ή ανάλγητος» άνθρωπος δεν φοβάται το σεισμό ή την τρικυμία και προσθέτει πως οι πολίτες υπομένουν τους κινδύνους του πολέμου ΔΙΑ ΤΑ ΕΚ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΕΠΙΤΙΜΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΔΗ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΑΣ ΤΙΜΑΣ (Για το φόβο των κυρώσεων του νόμου, για την κατακραυγή αλλά και για τις τιμές), παραλείποντας να αναφερθεί στη φιλοπατρία, το καθήκον προς την πατρίδα και άλλα ηχηρά παρόμοια.

Ο Αρχίλοχος ο Πάριος όταν σε μια μάχη με τους Θράκες έχασε υποχωρώντας την ασπίδα του, ούτε το έκρυψε ούτε προσπάθησε να βρει καμμιά δικαιολογία. «Δε βαριέσαι, γράφει, κι αν την έχασα δε με μέλλει, θα βρώ άλλη καλύτερη». Είναι πασίγνωστα τα ερωτικά ποιήματα της Σαπφώς, που λέει με ευθύτητα και παρρησία τα αισθήματά της:

ΔΕΔΥΚΕ ΜΕΝ Α ΣΕΛΑΝΑ ΚΑΙ ΠΛΗΙΑΔΕΣ
ΜΕΣΑΙ ΔΕ ΝΥΚΤΑΙ, ΠΑΡΑ Δ’ ΕΡΧΕΤΑΙ ΩΡΑ
ΕΓΩ ΔΕ ΜΟΝΑ ΚΑΘΕΥΔΩ

(Βασίλεψε το φεγγάρι κι η Πούλια
μεσάνυχτα, πέρασεν η ώρα
κι εγώ κοιμάμαι μόνη!)

κι αλλού:

«ο έρωτας με τράνταξε,
σαν τον άνεμο που
κατεβαίνει απ’ το βουνό».

Για τα οποία ερωτικά ποιήματά της γνώρισε το μίσος και την αποστροφή των χριστιανών. (5)

Ο άνθρωπος βρίσκεται στο κέντρο της αρχαίας ελλήνικής σκέψης.»Χρημάτων πάντων μέτρον άνθρωπος», έλεγε ο μεγάλος Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης. Σ’ αντίθεση με την ιουδαϊκή σκέψη, που γι’αυτήν ο άνθρωπος παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνον ως δημιούργημα του θεού και μόνο σε ό,τι αφορά τη λατρεία του δημιουργού του, η αρχαία ελληνική σκέψη εξανθρωπίζει τους θεούς: «και το γένος των θεών και το γένος των ανθρώπων από μια μητέρα και τα δυο γεννήθηκαν, τη Γη. Μόνη διαφορά τους είναι η δύναμη που έχουν», λέει ο κατά τα άλλα συντηρητικός Πίνδαρος. Δίκαια λοιπόν θαυμάζει ο Σοφοκλής, στην Αντιγόνη:

ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΔΕΙΝΑ
Κ’ ΟΥΔΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΕΙΝΟΤΕΡΟΝ

(είναι πολλά τα θαυμαστά, μα τίποτα
πιο θαυμαστό από τον άνθρωπο δεν είναι)

Η λέξη ελευθερία έχει την ίδια ρίζα με τις λέξεις έλευση, έλθω κλπ και αρχικά σχετιζόταν με τη συνέλευση του γένους. Μονάχα ο ελεύθερος άνθρωπος ερχόταν στη συνέλευση, τέτοιο δικαίωμα δεν είχαν ούτε οι δούλοι ούτε οι υπήκοοι των ανατολικών δυναστειών, όπου εξ άλλου δεν υπήρχαν συνελεύσεις. Η λέξη αυτούσια, σε μορφή και νόημα, υπάρχει στη γλώσσα μας στο μεν γραπτό λόγο πάνω από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, στον δε προφορικό ασφαλώς περισσότερα.

Όπως μας λέει ο Ηρόδοτος όταν ο απεσταλμένος του Δαρείου Υδάρνης ζήτησε από τους έλληνες να υποταχτούν στον Μεγάλο Βασιλέα, προσφέροντας του «γην και ύδωρ» αυτοί του απάντησαν: «Υδάρνη η συμβουλή που μας δίνεις δεν πηγάζει από ίση εμπειρία. Γιατί εσύ ξέρεις μόνο τη μία κατάσταση και αγνοείς την άλλη. Αν γνώριζες την ελευθερία δεν θα μας συμβούλευες να υποταχτούμε αλλά να αγωνιστούμε γι αυτήν όχι μόνο με όπλα αλλά με πελέκια και ξύλα».

Η ελευθερία δεν ήταν για την αρχαία ελληνική σκέψη κάτι το αόριστο. Πριν απ’ όλα σήμαινε «ισηγορία», το δικαίωμα δηλαδή να λέει ο καθένας τη γνώμη του κι αυτό μας παραπέμπει και πάλι στη συνέλευση. Στην Εκκλησία του Δήμου, το θεσμό που υλοποιούσε την άμεση δημοκρατία και στην οποία παίρναν μέρος όλοι οι πολίτες, ο κήρυκας αφού επέβαλλε την ησυχία με τα λόγια: ΑΚΟΥΕ, ΣΙΓΑ, ΜΗ ΤΑΡΑΤΤΕ, ρωτούσε ΤΙΣ ΑΓΟΡΕΥΕΙΝ ΒΟΥΛΕΤΑΙ; (Ποιός θέλει να μιλήσει) κι ο κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να πάρει το λόγο και να πει ό,τι ήθελε. Κανείς δεν είχε δικαίωμα να του αφαιρέσει το λόγο ή να τον διακόψει.

Ακόμα, ελευθερία σήμαινε για τον αρχαίον Ελληνα κάτι πολύ σημαντικό: την απαλλαγή από το φόβο. Ο Ηρόδοτος λέει πως οι Αθηναίοι υπό την τυραννία των Πεισιστρατιδών δεν ήταν καλύτεροι από τους γείτονές τους, μόλις όμως λευτερώθηκαν, πολύ γρήγορα τους ξεπέρασαν, γιατί «ο καθένας δούλευε με όρεξη για τον εαυτό του και όχι από το φόβο του δεσπότη». Η μεγίστη συμβολή των αρχαίων διανοητών του 6ου και του 5ου αιώνα βρίσκεται στο ότι δίνοντας λογικές και «επιστημονικές» εξηγήσεις σε φυσικά φαινόμενα, τα οποία όμως προκαλούσαν τον τρόμο ή την κατάπληξη στους ανθρώπους, τους βοηθούσαν να λευτερωθούν από το φόβο.

Ο Ελληνας ήθελε να είναι ελεύθερος. Δεν έστεργε να είναι δούλος ούτε των θεών. ΖΕΥ ΦΙΛΕ ΘΑΥΜΑΖΩ ΣΕ, έγραφε ο Θέογνις για τον μέγιστο των θεών. Οι Έλληνες σ’αντίθεση με τους άλλους σύγχρονους μ’ αυτούς λαούς δεν βλέπαν τους θεούς τους σαν δούλοι. Αυτό συνάγεται από τον τρόπο που απηύθυναν στους θεούς προσευχές ή ικεσίες, αλλά και από τα ονόματα που δίναν στα παιδιά τους. Δεν υπάρχει στην ελληνική της αρχαϊκής ή κλασσικής εποχής όνομα με την έννοια Θεόδουλος, που αντίστοιχα του αφθονούν στην αιγυπτιακή, βαβυλωνιακή, φοινικική και εβραϊκή.

Η ελευθερία για τον Έλληνα ήταν στενά δεμένη με τη γνώση και την πληροφόρηση. Είναι γνωστή από τον Πλούταρχο (Περικλής 35) η παρακάτω ιστορία: Το καλοκαίρι του 430, στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμου, ο Περικλής ετοίμαζε μια ναυτική εκστρατεία, όταν έγινε έκλειψη σελήνης, οιωνός πολύ κακός για τις αντιλήψεις της εποχής. Οι ναύτες με κανένα τρόπο δε θέλαν να αποπλεύσουν. Ο Περικλής στον οποίον ο στενός φίλος του Αναξαγόρας είχε ερμηνεύσει το φαινόμενο, το εξήγησε στους ναύτες και μάλιστα «πειραματικά»: σκέπασε το φως ενός λύχνου με το μανδύα του και τους ρώτησε αν αυτή η πράξη του τους φοβίζει. Όταν αυτοί απάντησαν αρνητικά τους εξήγησε ότι και η έκλειψη της σελήνης έχει ανάλογη αιτία. Οι ναύτες λευτερωμένοι από το φόβο ξεκίνησαν για την εκστρατεία.

Ο Ιπποκράτης, ο πατέρας της ιατρικής, συνέβαλε πολύ στην απελευθέρωση του ανθρώπου δια της γνώσεως, γιατί ξερρίζωσε πολλές δεισιδαιμονίες και θρησκοληψίες, δίνοντας επιστημονικές εξηγήσεις σε αρρώστειες και παθήσεις, που ως τότε ο κόσμος τις θεωρούσε «ιερές», σαν την επιληψία, ή «κατάρες» των θεών. Μια τέτοια θεϊκή κατάρα ήταν και η θρυλούμενη σεξουαλική ανεπάρκεια και ανικανότητα των Σκυθών. Ο Ιπποκράτης την εξήγησε αποδίδοντας την στη συνεχή ιππασία των νομαδικών αυτών λαών.

Ο μεγάλος Δημόκριτος ο Αβδηρίτης δίνει τεράστια σημασία στη Γνώση. «Θα προτιμούσα, λέει κάπου, να βρω την απόδειξη ενός ζητήματος παρά να ανεβώ στο θρόνο της Περσίας»! κι αλλού παλι τονίζει πως ούτε λόγω σωματικής αλκής ούτε λογω περιουσίας ευτυχούν οι άνθρωποι αλλά μόνον όταν έχουν «ορθοφροσύνην και πολυφροσύνην».

Ο ίδιος ταυτίζει την ελευθερία με τη δημοκρατία σ’ένα άλλο απόσπασμα του, που θάπρεπε να το διδάσκονται τα παιδιά μας στα σχολεία:

Η ΕΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΗ ΠΕΝΙΗ
ΤΗΣ ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΔΥΝΑΣΤΗΣΙ ΚΑΛΕΟΜΕΝΗΣ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΗΣ
ΤΟΣΟΥΤΟΝ ΕΣΤΙ ΑΙΡΕΤΩΤΕΡΗ
ΟΚΟΣΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΗ ΔΟΥΛΕΙΗΣ.

(Η φτώχεια με δημοκρατία είναι τόσο προτιμώτερη απο αυτό που οι δυνάστες ονομάζουν ευδαιμονία, όσο είναι η ελευθερία από τη δουλεία).

Οι βασικές αρχές που διέπουν τη φύση

 

Μελετώντας την αρχαία ελληνική κοινωνία και τον πολιτισμό της μας κάνει εντύπωση πόσο δεμένος με τη φύση ήταν ο αρχαίος Έλληνας. Όλες οι πνευματικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές, ακόμα και πολιτικές εκδηλώσεις ήταν συνάρτηση του αδιάκοπου κύκλου της ζωής στη φύση. Οι Έλληνες ήταν αληθινά παιδιά της γης τους, αυτόχθονες με την αρχική σημασία της λέξης.

Ήταν λοιπόν επόμενο να ενδιαφερθούν και να αναζητήσουν να βρουν τα μυστικά του φυσικού κόσμου μέσα στον οποίο ζούσαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βιβλία των περισσότερων από τους σοφούς του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα έχουν τον τίτλο «περί φύσεως». Η φύση έγινε για τους πρώτους Ιωνες φιλοσόφους αντικείμενο επιστημονικού προβληματισμού, με σκοπό τη βαθύτερη κατανόησή της. Οπως γράφει και ο Αριστοτέλης οι περισσότεροι από τους πρώτους φιλόσοφους θεώρησαν αρχές των πάντων τις μορφές που βρίσκονται στην ύλη:

ΤΩΝ ΔΕ ΠΡΩΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΗΣΑΝΤΩΝ ΟΙ ΠΛΕΙΣΤΟΙ
ΤΑΝ ΕΝ ΥΛΗΣ ΕΙΔΕΙ ΜΟΝΑΣ ΩΗΘΗΣΑΝ ΑΡΧΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΩΝ

Ο Ηρόδοτος παρατηρεί εύστοχα ότι αυτό που ξεχωρίζει τον Ελληνα από το βάρβαρο είναι ότι προτιμά τη γνώση από την άλογη πίστη. Πραγματικά οι Ελληνες δεν είπαν ποτέ ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ. Αντίθετα προτιμούσαν το ΝΑΦΕ ΚΑΙ ΜΕΜΝΑΣΟ ΑΠΙΣΤΕΙΝ του Επίχαρμου.

Ουσιαστικά η ελληνική φιλοσοφία, αυτή η μητέρα όλων των σύγχρονων επιστημών, γεννήθηκε από τον προβληματισμό των Ελλήνων γύρω από τη φύση και πρωτα πρώτα από τις βασικές αρχές που τη διέπουν. Παραθέτω μερικά παραδείγματα τέτοιων βασικών αρχών.

Η αναγκαιότητα

ΟΥΔΕΝ ΧΡΗΜΑ ΜΑΤΗΝ ΓΙΝΕΤΑΙ
ΑΛΛΑ ΠΑΝΤΑ ΕΚ ΛΟΓΟΥ ΤΕ ΚΑΙ ΥΠ’ ΑΝΑΓΚΗΝ

Το ρητό αυτό, που αποδίδεται στον Λεύκιππο τον Αβδηρίτη, είναι η πρώτη διατύπωση της αρχής της αιτιότητας ή αιτιοκρατίας. Σημαίνει πως κανένα πράγμα δε γίνεται άσκοπα αλλά όλα έχουν κάποιαν αιτία και υπαγορεύονται από την ανάγκη.

Οι Ελληνες πολύ νωρίς κατανόησαν πως όλα τα γεγονότα και όλα τα φαινόμενα είναι αποτέλεσμα κάποιας αλληλουχίας, που πολλές φορές δεν είναι αμέσως αντιληπτή αλλά όταν κατανοηθεί και ερμηνευτεί σωστά αποδεικνύεται πως είναι αιτιολογημένη και όχι αυθαίρετη.

Αυτή η άποψη αποτέλεσε μεγάλο βήμα για την πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Οι πρώτοι έλληνες φιλόσοφοι δίδαξαν ότι ο φυσικός κόσμος, μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος δεν είναι η σκηνή στην οποία διαδραματίζονται ακατανόητα, αυθαίρετα και αναιτιολόγητα γεγονότα. Δεν κυριαρχείται δηλαδή από σκοτεινές, υπερφυσικές και ανεξέλεγκτες δυνάμεις, αλλά αντίθετα είναι δυνατόν να κατανοηθεί και να ερμηνευθεί, μόλις εξακριβωθεί η αιτία, ο λόγος που γεννά τα φαινόμενα αυτά.

Η ανάγκη, που αναφέρεται στο ρητό, ως υπαγορεύουσα τα πάντα, είναι κατά τους έλληνες διανοητές η υπέρτατη αρχή. Ο Θαλής όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το ισχυρότερο στον κόσμο απάντησε η Ανάγκη:

ΙΣΧΥΡΟΤΑΤΟΝ Η ΑΝΑΓΚΗ, ΚΡΑΤΕΙ ΓΑΡ ΠΑΝΤΩΝ

ο δε Παρμενίδης ο Ελεάτης δίδασκε ότι η Ανάγκη κρατεί τα πάντα στα δεσμά των ορίων που αυτή ορίζει:
ΚΡΑΤΕΡΗ ΓΑΡ ΑΝΑΓΚΗ ΠΕΙΡΑΤΟΣ ΕΝ ΔΕΣΜΟΙΣΙΝ ΕΧΕΙ
Εξ άλλου στον Πιττακό το Μυτιληναίο, αποδίδεται η ρήση:
ΑΝΑΓΚΑι Δ’ ΟΥΔΕ ΘΕΟΙ ΜΑΧΟΝΤΑΙ
Η αντίληψη αυτή για την υποταγή των θεών στην αναγκαιότητα, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές της αρχαίας ελληνικής σκέψης και ίσως μοναδική στην κοσμοαντίληψη του ανθρώπου της Αρχαιότητας.

Η αφθαρσία του φυσικού κόσμου

Πρώτοι οι Ελεάτες φιλόσοφοι διατύπωσαν τη γνώμη ότι ο κόσμος είναι αγέννητος, αιώνιος και άφθαρτος. Όπως λέει ο Ξενοφάνης

ΑΓΕΝΝΗΤΟΝ ΚΑΙ ΑΙΔΙΟΝ ΚΑΙ ΑΦΘΑΡΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ

Ο Αναξαγόρας το διατυπώνει με μεγαλύτερη σαφήνεια Κανένα πράγμα δε δημιουργείται ούτε εξαφανίζεται, αλλά από την ανάμιξη υπαρχόντων πραγμάτων δημιουργούνται νέα ενώ με τον διαχωρισμό αποσυντίθενται. Ετσι καλύτερα θα ήταν να λέμε τη γένεση σύνθεση και τη φθορά αποχωρισμό:

ΟΥΔΕΝ ΓΑΡ ΧΡΗΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΥΔΕ ΑΠΟΛΛΥΤΑΙ
ΑΛΛ’ ΥΠΟ ΕΟΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΣΥΣΜΙΓΕΤΑΙ ΤΕ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ.
ΚΑΙ ΟΥΤΩΣ ΑΝ ΟΡΘΩΣ ΚΑΛΟΙΕΝ ΤΟ ΓΙΝΕΣΘΑΙ ΓΕ ΣΥΜΜΙΣΓΕΣΘΑΙ
ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΛΥΣΘΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΣΘΑΙ

Από τη διατύπωση αυτή του Αναξαγόρα φθάσαμε στο πασίγνωστο ρητό:

ΜΗΔΕΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ ΓΙΝΕΣΘΑΙ
ΜΗΔΕ ΕΙΣ ΤΟ ΜΗ ΟΝ ΦΘΕΙΡΕΣΘΑΙ

που αποδίδεται στον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη.

Λογική συνέπεια της αρχής της αφθαρσίας της ύλης είναι αφ’ ενός μεν το αιώνιον και αφ’ ετέρου το άναρχον της. Η ύλη δεν δημιουργήθηκε από κανέναν και από πουθενά και δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, τόσο στο χρόνο όσο και στο χώρο. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα ο Αϊνστάϊν θα μιλήσει για το πεπερασμένο αλλά χωρίς πέρατα σύμπαν και θα συνδέσει την ύλη με το χώρο και το χρόνο.

Η αδιάκοπη αλλαγή και μεταβολή

ΠΑΝΤΑ ΧΩΡΕΙ ΚΑΙ ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ

Το πασίγνωστο αυτό ρητό του Ηράκλειτου του Εφέσιου, διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του «Περί Φύσεως» και διδάσκει την αδιάκοπη αλλαγή και την αιώνια κίνηση των πάντων. Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος δεν είναι ένα στατικό Είναι αλλά ένα αδιάκοπο Γίγνεσθαι. Με ένα εξαιρετικής παραστατικότητας παράδειγμα επεξηγούσε αυτή την αλλαγή:

ΔΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΥΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟΝ ΟΥΚ ΑΝ ΕΜΒΑΙΗΣ

ή σύμφωνα με άλλο απόσπασμα

ΠΟΤΑΜΩι ΓΑΡ ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΕΜΒΗΝΑΙ ΔΙΣ ΤΩι ΑΥΤΩι
ΠΟΤΑΜΟΙΣΙ ΤΟΙΣΙΝ ΑΥΤΟΙΣΙΝ
ΕΜΒΑΙΝΟΥΣΙ ΕΤΕΡΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΑ ΥΔΑΤΑ ΕΠΙΡΡΕΙ

Δεν είναι δυνατό να μπούμε δυο φορές στον ίδιο ποταμό, γιατί στο μεταξύ νέα νερά έχουν τρέξει στην κοίτη του και τον έχουν αλλάξει και ουσιαστικά δεν είναι πια ο ίδιος ποταμός.

Ας σημειωθεί ότι το πασίγνωστο τα πάντα ρει, που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου δεν υπάρχει σε κανένα διασωθέν απόσπασμα του Εφεσίου σοφού. Οπωσδήποτε θα περιλαμβανόταν στο βιβλίο του, όπως μαρτυρούν πολλοί συγγραφείς, αλλά χάθηκε. Άλλωστε για τον Ηράκλειτο σημασία δεν έχει τόσο η αδιάκοπη αλλαγή όσο η πάλη των αντιθέτων.

Η πάλη των αντιθέτων

Πραγματικά κατά τον Ηράκλειτο:

ΕΙΔΕΝΑΙ ΔΗ ΧΡΗ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ ΕΟΝΤΑ ΞΥΝΟΝ,
ΚΑΙ ΔΙΚΗΝ ΕΡΙΝ
ΚΑΙ ΓΙΝΟΜΕΝΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΤ’ ΕΡΙΝ ΚΑΙ ΧΡΕΩΝ

(Πρέπει να ξέρουμε πως ο πόλεμος είναι κοινός, πως δικαιοσύνη είναι η έρις και πως όλα γίνονται με την αντίθεση και την υποχρεωτική νομοτέλεια – όπως αποδίδει το απόσπασμα ο Θ. Βέικος).

Λέγοντας πόλεμο εννοούσε τον αγώνα και την πάλη και γενικότερα την κοινή δύναμη που γεννά όλα τα πράγματα. Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση σύρραξης, από την οποία νέες καταστάσεις δημιουργούνται και παλιές εξαφανίζονται κι αυτό ισχύει τόσο για τη φύση όσο και για την κοινωνία

ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΠΑΤΗΡ
Από την πάλη των αντιθέτων προκύπτει νέα αρμονία:
ΕΚ ΤΩΝ ΔΙΑΦΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΛΛΙΣΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑΝ
διότι
ΤΟ ΑΝΤΙΞΟΥΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙΝ

Ο ίδιος δίδασκε πως η θάλασσα μπορεί νάναι ταυτόχρονα και σωτήρια και ολέθρια, για τα ψάρια το νερό της είναι πόσιμο και ωφέλιμο για τους ανθρώπους άποτο και βλαβερό, ή πως η κίνηση του κοχλία με τον οποίον πίεζαν τα υφασματα στο βαφείο είναι ταυτόχρονα ελικοειδής και ευθεία, για να καταλήξει πως η κρυμμένη μέσα στις διάφορες καταστάσεις και πολλές φορές μη αντιληπτή αμέσως αρμονία είναι ισχυρότερη από αυτή που φαίνεται επιφανειακά.

ΑΡΜΟΝΙΗ ΑΦΑΝΗΣ ΦΑΝΕΡΗΣ ΚΡΕΙΤΩΝ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s