Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ


 

kion1Η αρχαία ελληνική Φιλοσοφία στη σύγχρονη φιλοσοφική ερμηνευτική

 

(Με αφορμή ένα διάλογο)

του ΓΕΩΡΓ. Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

 καθηγ. Φιλοσοφίας Παντείου Πανεπιστημίου

Σε μία συνοπτική έκδοση, αναφερόμενη εις το σύνολο του έργου του Hans Georg Gadamer, δημοσιεύεται και ένα εξαιρετικού ενδιαφέροντος κείμενο: Ένας διάλογος του Jean Grondin με το φιλόσοφο, διάλογος ο οποίος αναφέρεται εις το σύνολο του έργου και εις την επίδρασιν τούτου. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις πολύ περισσότερον παρακινούν εις σκέψεις και επισκέψεις και θέτουν εις πειρασμόν να απαντήσει κανείς παίρνοντας, τηρούμενων των αναλογιών, την θέσιν του Gadamer – και, εφόσον βέβαια ανήκει εις αυτόν τον φιλοσοφικόν κόσμον, ως εάν ήτο αυτός ο ερωτώμενος – να απαντήσει ο ίδιος για το έργο το δικό του και τις απόψεις του για τον εαυτόν του σε μία συνοπτι­κή αυτοπαρουσίαση, η οποία θα βοηθούσε ενδεχομένως τον αναγνώστην να εννοήσει ίσως καλύτερα τόσο τον Gadamer όσον και άλλες συναφείς απόψεις. Ο διάλογος έγινε στις 3 και 24 Μαΐου του 1996. Το κείμενο επανεξετάστηκε και συμπληρώθηκε πολλές φο­ρές από τον Gadamer (βλ. Gadamer Lesebuch, Mohr Siebeck 1997 σ. 280).

Οι τιθέμενες εις τον Gadamer ερωτήσεις εις ένα γενικό περιληπτικό και ελεύθερο διάγραμμα δύναται να απο­δοθούν κατ’ επιλογήν ως εξής:

Ποία βασική σκέψις, ιδέα, σας οδήγησε εξ αρχής; Πώς δύναται να εννοήσει τον όρον «Ερμηνευτική» ο κοινός αναγνώστης και ποία η διαφορά σας προς τον Μ. Heidegger; Τι σκοπεύετε με την επέκτασιν τον αρχικού τίτλον της εκδόσεώς σας εις «Wahrheit und Methode»; Τα στοιχεία της αλήθειας προς τα οποία τείνει το έργο σας τα διατυπώνετε με την βοήθειαν της έν­νοιας κάλλος και της Πλατωνικής μεταφυσικής τον φωτός. Η αναζητονμένη αλήθεια λαμβάνει τότε αισθητικόν χαρακτήρα; Πως υπερβαίνει η ερμηνεία της τέχνης τον ιστορισμό; Η ιστορικό­τητα εφόσον υψούται εις ερμηνευτικήν αρχήν δεν υφίσταται κίνδυνον να ολισθήσει εις σχετικοκρατίαν; Πώς πρέπει να εννοήσει κανείς τις έννοιες «προδομή» του κατανοείν; Τί είναι «πράγμα», τι εννοείτε, τι σημαίνει τούτο; Περί της οικουμενικής διαστάσεως της «γλωσσικότητος» και της οντολογικής διαστάσεως της ερμηνευτικής; Τι γνώμη έχετε; Ποιος ο ρόλος της Γλώσσης;

Πώς νοούνται οι σχέσεις «γλώσσα – ον» και τα όρια της ερμηνευτικής δια­δικασίας; Περί της εννοίας της κυριαρ­χίας εις την γνώσιν, τι νομίζετε;

Τι καλείται ειδικότερα «Γλωσσικότητα», Γλώσσα και μεταφορά; Ο διάλο­γος του Σωκράτους με τους σοφιστές; Πώς αντιδράτε εις την κατηγο­ρίαν ότι ο ερμηνευτικός στοχασμός, η ερμηνευτική διανόηση, διάκειται εχθρικώς προς την λογικήν, την επιστήμην, την αντικειμενικότητα; Ποια η πράξη της τεχνικής; Ο σύνδεσμός σας με τον Heidegger. Η δική σας θέσις ως προς την φιλοσοφίαν του; Πώς βλέπετε την έκδοσιν των έργων σας; Ποιες εργασίες σκοπεύετε να αναλάβετε αργότερον; Τί σκοπεύετε για το μέλλον;

Τί μας ωθεί προς τους Έλληνες;

Ειδικότερα τίθεται εις τον «Διάλο­γον» το ερώτημα: «Τι σημαίνει αυ­τό τούτο το ον»; Ο Gadamer[1] ομιλεί πε­ρί της οικουμενικής διαστάσεως της «Γλωσσικότητος», η οποία αποκαλύ­πτει και την οντολογικήν διάστασιν της Ερμηνευτικής: «Ον – Κατανοείν – Γλώσσα» εμφανίζονται διαπλεκόμενα εις εν. Αλλά εν συνεχεία τίθεται και το ερώτημα: Τί σημαίνει η επαναλαμβανό­μενη φράση: «ον το οποίον κατανοείται είναι γλώσσα»; Η δυνατότης της γνώσεως, η κατανόησις διέρχεται από την Γλώσσαν. Το θαυμασμό του προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γλώσσα εκφράζει ο Gadamer και δεν α­ποκρύπτει την επίδρασιν του Heidegger: Αυτός ήτο ο λόγος να στρα­φεί ιδιαίτερα προς την ελληνική φιλο­σοφία και να μελετήσει κλασική φιλο­λογία, διότι η Λατινική εχρωμάτισε και επηρέασε όλην την εννοιολογίαν όλων των γλωσσών του πολιτισμού των νεωτέρων χρόνων και μαζί με τούτο την ερμηνείαν της. Η ανάγνωση του Πλωτίνου μας παρέχει μίαν τόσον εμψυχω­μένη ελληνική γλώσσα, ώστε να συνηχούν τα έσχατα μυστικά του Πλατωνι­κού πνεύματος. Πώς συμβαίνει, συνε­χίζει ο Gadamer, η πρώιμη σχολαστική φιλοσοφία να έχει τόσον εξ ολοκλήρου καταληφθεί από τον Αριστοτέλη; Όταν διαβάζει κανείς Αυγουστίνο ανασαίνει την Πλατωνική αύρα. (s. 289). Αλλά και η παρουσία των σοφιστών αποτελεί ένα μεγαλοφυές εύρημα του Πλάτωνος και με πόση ποιητική δύναμη! Και συνεχίζει: Σημαντική η παρατήρη­ση ότι ο Hegel είδε καλύτερα από τον Heidegger την υπάρχουσα σχέση μετα­ξύ Πλάτωνος και Αριστοτέλους, δύναται λέγει κανείς να ανταλλάξει κατά βούλησιν τα σχόλια του Hegel2 για τον Πλάτωνα με τα σχόλια του ιδίου για τον Αριστοτέλη. Εδώ, κατά τη γνώμη μου, υποκρύπτεται η πρωταρχική ενό­τητα των μεγάλων θεμάτων της αρχαί­ας φιλοσοφίας αλλά και των πρωταρ­χικών τρόπων του φιλοσοφείν (θεωρία, θεωρείν, οράν, θαυμάζειν, έρως, λόγος) αλλά και η δημιουργία και γένεση της φιλοσοφικής γλώσσης, η αρχέγονη νο­μοθεσία και αρχιτεκτονική αυτής, η προέλευση ονομάτων και ρημάτων. Κατά τη γνώμη μου το θεωρητικό πνεύμα, η φιλοσοφική «όραση» (θεω­ρείν, οράν) του Μεγάλου Διδασκάλου κατέλαβε εξ ολοκλήρου και τον Αρι­στοτέλη (το Μεγάλο Μαθητή) και εις αυτήν την διδασκαλίαν αναπτύσσεται και ολοκληρούται το μέγιστο, κοσμοϊστορικής σημασίας πνευματικό επί­τευγμα, της συνθέσεως φιλοσοφικής διανοήσεως και φιλοσοφικού λόγου.

Ο χώρος δεν μας επιτρέπει μίαν  πληρέστερη έκθεση και προς τούτο δια­χωρίζουμε και παρουσιάζουμε βασικές θέσεις, προκειμένου να περιορισθούμε κυρίως στο ρόλο και στην επίδραση της αρχαίας φιλοσοφικής διανοήσεως και της αρχαίας φιλοσοφικής γλώσσης. Αφ’ ενός για να δείξουμε την παρουσία των Ελλήνων στη σύγχρονη φιλοσο­φία, αφ’ ετέρου να διανοίξουμε μίαν ορισμένην με προσωπικές θέσεις προο­πτικήν προς το μέλλον. Διότι τίθεται το ερώτημα εις τον προαναφερθέντα διάλογον (σ. 282): «Τι μας ωθεί προς τους Έλληνες;» και ο Gadamer απα­ντά: «Εις τους Έλληνες θα ηδύνατο κανείς να επιστρέφει εις την καθημερινήν εγκόσμιον εμπειρίαν» και προσθέ­τει: «τούτο με οδήγησε εις τον καθολι- κόν, εις τον συνοπτικόν ρόλον της γλώσσης». Αλλά θέτουμε το ερώτημα: αναφερόμενοι εις τους αρχαίους Έλληνας και σκοπεύοντες στην γλώσ­σαν, ποια γλώσσα ειδικά εννοούμε; Την γλώσσαν της ποιήσεως, της φιλο­σοφίας, των ρητόρων, ή γενικά εννοού­με την αρχαία ελληνική γλώσσα;

Σύγχρονοι εξέχοντες φιλόσοφοι αναφέρονται ως γνωστόν εις την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και στον ελληνικό λόγο, θαυμάζουν και υμνούν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία – τους μεγάλους φιλοσόφους τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη – αξιοποιούν και ερμηνεύ­ουν κατά την «προσωπική» τους κρίση και προχωρούν εις την δημιουργίαν μιας νέας φιλοσοφίας (Heidegger, Gadamer). Τίθεται όμως το ερώτημα «είδαν» ορθά όσα ερμήνευσαν; Καλύ­τερα προβάλλουμε σειρά ερωτημάτων συνδεομένων με τον πυρήνα της αρχαίας φιλοσοφίας προς τον οποίον εστράφησαν. Τί σημαίνουν οι όροι «Θεω­ρία», «Θεωρείν» και ό,τι συνδέεται με τις έννοιες αυτές, ποιό είναι το νόημα και η σημασία του ανθρώπου στην αρ­χαία φιλοσοφία, πού οφείλεται το με­γαλείο και η δύναμη της ελληνικής φι­λοσοφικής γλώσσας, του ελληνικού λόγου; Και μέσα στο πλαίσιο τούτο τί ση­μαίνει, εφόσον ασχολούμεθα με τα μεγάλα θέματα της αρχαίας φιλοσοφίας, τί σημαίνει ο λόγος του Πλάτωνος «διάνοια και λόγος ταυτόν», όπου εις μίαν συνόρασιν ερμηνευτικήν καθορί­ζεται η Αρχή και το Όλον και η σημασία εκάστου μέλους;

Κατά την γνώμην μας, στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία τα πάντα κυριαρχούνται και ερμηνεύονται από την «φιλοσοφικήν όρασιν» (Θεωρία, Οράν) των μεγάλων φιλοσόφων του Πλάτω­νος του Διδασκάλου και του Αριστοτέλους του μεγάλου μαθητού. Και το μέγιστο μάθημα το οποίο ενστερνίσθηκε ο Αριστοτέλης – δεν έπαυσε να το τονίζει – είναι το «μάθημα» της Θεωρίας. Και τι εννοούμε με τον όρον Μέθοδος -κατανόησις – ερμηνεία – λόγος – διδα­σκαλία; Η αρχαία φιλοσοφική Θεωρία εκφράζει την πορείαν, την σύλληψιν του όντος (όσον τούτο είναι δυνατόν να ειπωθεί) και τον αγώνα για την αναπαράστασιν του όντος, την δημιουρ­γίαν του λόγου, του θεωρητικού φιλο­σοφικού λόγου!

Ιστορικότητα της ύπαρξης και ιστορική εμπειρία

Με αφορμή πάντοτε τον διάλογον Grondin – Gadamer, προχωρούμε και επιθυμούμε να διατυπώσουμε ορι­σμένες προσωπικές παρατηρήσεις επάνω στο Θουκυδίδη και δη στον «Επιτά­φιο» του ΓΙερικλέους3 αφ’ ενός και αφ’ ετέρου στη «Ρητορική» του Αριστοτέλους. Σχηματικά θα ηδύνατο κανείς να παρατηρήσει ότι στην πρώτη περίπτωση («Επιτάφιος») μας προσφέρεται μία ιδιαίτερη και μοναδική δημιουργία ρητορικής και στοχασμού – στην άλλη (στη «Ρητορική» του Αριστοτέλους) μας δί­δεται – κείμενο μελέτη περί ρητορικής με έντονο φιλοσοφικό στοχασμό ή καλύτερα μια φιλοσοφική πραγματεία περί ρητορικής με πολλές σημαντικές φιλοσοφικές προεκτάσεις. Στην περίπτωση του «Επιταφίου» παρατηρούμεν ότι όπως οι πρώτοι φιλόσοφοι εφιλοσόφησαν για πρώτη φορά, θαυμάζοντες τον κόσμον της φύσεως – αρχέγονες δυνάμεις και στοιχεία, κατ’ ανάλογον τρό­πον εμφανίζονται για πρώτη φορά περιγραφές, ερμηνευτική προσπάθεια – του κόσμου της ιστορίας και της πολιτείας αλλά και του κόσμου και της δο­μής της ιστορικής υπάρξεως. Με θεμελιώδεις καθορισμούς και την επισήμανση αρχεγόνων δυνάμεων προσπαθεί ο Περικλής να καθορίσει και να ερμηνεύσει ως πολίτης, ως ιστορικό ον, τη θέση του και το ρόλο του μέσα στον κόσμο, στον κόσμο της πολιτείας και της ιστορίας: «Καίτοι ἐμοί τοιούτῳ ἀνδρί όργίζεσθε, ὅς οὐδενός ἥσσων οἴομαι εἶναι γνῶναι τε τά δέοντα καί ἐρμηνεῦσαι ταῦτα, φιλόπολίς τε καί χρημάτων κρείσσων· ὅτε γάρ γνούς καί μή σαφῶς διδάξας ἐν ἴσῳ καί εί μή ένεθυμήθη…» (Θουκ. II. 60).

Εάν το προηγούμενο απόσπασμα μας περιγράφει και ερμηνεύει την ύ­παρξη ως πολιτική και ερμηνευτική ύ­παρξη, η ακόλουθη μας παρέχει την ε­σωτερική δομή της πολιτικής ύπαρξης (Θεμιστοκλής) και μάλιστα, ως χρονική ύπαρξη δυναμένη να εκτείνεται μέ­σα στο χρόνο και κατά τις διαστάσεις του χρόνου («προμαθών» – «επιμαθών»), Ο Θεμιστοκλής λόγω των φυσι­κών ιδιοτήτων (ἰσχύς φύσεως, οἰκείᾳ γαρ ξυνέσει) ανεδείχθη «κράτιστος αυτοσχεδιάζειν τα δέοντα» και δη των «μελλόντων επί πλείστον του γενησο- μένου άριστον εικαστήν». Ο Θεμιστο­κλής όμως ακριβώς λόγω των ικανοτή­των αυτού δεν παρίστατο ανάγκη να προσφεύγει εξεταστικά λεπτομερώς ε- κάστοτε εις την πείραν του παρελθό­ντος, ούτε εις τα δεδομένα του παρό­ντος. Η υπαρξιακή δομή όμως της πο­λιτικής υπάρξεως, ως όλον, μας παρέ­χεται εδώ πλήρως από τον Θουκυδίδη. Ο συνδυασμός αμφοτέρων των ερμη­νευτικών αναλύσεων (Περικλής – Θεμι­στοκλής) αποδίδει και ορίζει τον πολιτικόν ως πολιτική ύπαρξη που διαθέτει την αναγκαίαν πνευματικήν δύναμιν, την ιστορική εμπειρία προς ερμηνείαν των δεόντων και λήψιν αποφάσεως του πολιτικού ισταμένου εις το παρόν μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Αλλά το ταμείον των αρχεγόνων υπαρ­ξιακών δομών και τρόπων δεν περατούται μόνον εις τα προηγούμενα. Ο Περικλής («Επιτάφιος») ωσάν να προ­αισθάνεται την έλευσιν του Πλάτωνος – νουθετών και συμβουλεύουν – λέγει: «ἀλλά μᾶλλον τήν τῆς πόλεως δύναμιν καθ’ ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καί ἐραστάς γιγνομένους αὐτῆς, καί ὅταν ὑμῖν μεγάλῃ δόξῃ εἶναι ἐνθυ μουμένους ὅτι τολμῶντες καί γιγνώσκοντες τά δέοντα…» (43,1). Διά πρώτην φοράν καθορίζεται και ιδρύε­ται εις την αρχαία διανόησιν η Θεωρία, συνοδευομένη από όλον τον θαυμαστι- κόν πάθος αυτής ως αξιοκρατικός τρόπος συλλήψεως και δημιουργικής παρουσίας και η ανάμνησις, ως κύριος παράγων του ιστορικώς και πολιτικώς υπάρχειν προς αξιοποίησιν της ιστορι­κής εμπειρίας – της παραδόσεως – του ιστορικού Γεγονότος. Μία τέτοια θεωρία αποτελεί πράξιν υψίστης γνώσεως αλλά και ελευθερίας, ελευθερίας πραγματώσεως του πολιτικού χρέους (πρβλ. το γνωστόν τρίπτυχον «ελεύθερον» – «εύψυχον» – «εύδαιμον»), τρίπτυχον το οποίον δεν αγνοήθηκε από τον Σταγειρίτην! Η θεωρία του ιστορικού και πο­λιτικού κόσμου (δύναμις πόλεως) προς την οποίαν προτρέπει συμβουλεύων ο Περικλής, ολοκληρούται και χαρακτη­ρίζεται και από την αναγκαίαν ερμηνευτικήν διαδικασίαν αποφασιστικού χαρακτήρος (ερμηνεῦσαι…). Ο ίδιος ο Περικλής – αναλαμβάνων την ευθύνην της αυτοπαρουσίας του – δηλώνει βάσει της ικανότητάς του να ερμηνεύσει τα δέοντα, όπως είδαμε στα προηγούμενα, αρμόδιος και ικανός προς εκτέλεσιν του υψίστου χρέους. Η ερμηνευτική διαδικασία και «μέθοδος» εισέρχε­ται με φορέα την ιστορική ύπαρξη ως ερμηνευτικός «κανών» κρίσεως και αποφάσεως εις τον κόσμον της ιστορίας. Εις τον κόσμον όμως τούτον όπου διά πρώτη φορά αποκαλύπτονται οι δυνάμεις αι οποίαι δρουν και κυριαρχούν με φορέα τον ανθρώπων, δημιουργείται και γεννάται διά πρώτην φοράν ως ιδρυτική πολιτική πράξις, ο λόγος, ο πολιτικός λόγος ως δημιουργία της υψίστης θεωρητικής και ερμηνευτικής ευθύνης και ελευθερίας του πολιτικού («σαφώς διδάξας»). Η αλή­θεια της ιστορικής εμπειρίας θεμελιούται εις την κρίση του θεωρούντος και ερμηνεύοντος πολιτικού, ο οποίος «πράττει» και «υπάρχει», πράττει ηθικά και υπάρχει ως «ανοικτή» ύπαρξη εις το πολιτικόν πεδίον (προϋποθέσεις και όροι αναγκαίοι προς διασφάλισιν της ορθότητος της κρίσεως και του υ­ψηλού και ορθού πολιτικού λόγου). Η αλήθεια κυριαρχεί και ελέγχει τις δια­στάσεις και τα δεδομένα των χρονικών εκτάσεων: «παρελθόν – μέλλον», με γνώμονα το δίκαιον – το άδικον, το συμφέρον – το βλαβερόν – όπως θα είπει και θα ερμηνεύσει αργότερα ο Αρι­στοτέλης την πολιτική ύπαρξη, και θα προσθέσει «τό δυνάμενον τῇ διανοίᾳ προορᾳν ἄρχον καί δεσπόζον» επαναφέρουν ούτω το θεωρητικόν όραμα ως κυρίαν πολιτικήν, πνευματικήν, ερμηνευτικήν δύναμιν.

Ερχόμαστε τώρα στον Αριστοτέλη, εις την Ρητορική. Θα πρέπει να σημει­ώσουμε ότι η αναφορά εις τους Αρχαί­ους και η ειδική επιλογή που επιχειρούμε δεν σημαίνει ήδη και την έκθεσιν κεφαλαίων μιας ελληνικής φιλοσοφικής – ερμηνευτικής, δυνατόν όμως να αποτελέσουν αφετηρίαν δημιουργικής αξιοποιήσεως προς την κατεύθυνσιν αυτήν. Θα μπορούσε ο Αριστοτέλης να στοχαστεί και να μιλήσει κατ’ αυτόν τον τρόπον, (εννοώ το απόσπασμα) «Ἀνάγκη δε τόν ἀκροατήν ἤ θεωρόν εἶναι ἤ κριτήν…» απόσπασμα, το οποί­ον ενισχύεται σημαντικά και συμπληρούται ολοκληρούμενο εις εν Όλον από άλλα χωρία με ερμηνευτικές αναλύ­σεις συγγενείς περί μνήμης και αναμνήσεως ή περί πολιτικής εμπειρίας, ε­άν δεν είχε προηγηθεί ο Θουκυδίδης; Όχι μόνον προς τον πολιτικόν αλλά προς την δημιουργικήν όρασιν του Περικλέους έτρεφε ο Αριστοτέλης ιδιαίτε­ρον θαυμασμόν.

Η Ρητορική στην Αθήνα επεσήμανε και παρουσίασε και ερμήνευσε για πρώτη φορά την πολιτική και ιστορική ύπαρξη, τη δομή και «αρχιτεκτονική» του ανθρώπου – του πολίτου. Η ερμη­νεία του αρχαίου ελληνικού πολιτικού φαινομένου (Θουκυδίδης, Περικλής, Ρητορική, Αριστοτέλης), προϋποθέτει την «πολιτικότητα» και «ιστορικότη­τα» του πολιτικώς και ιστορικώς υπάρχειν. Η ιστορική εμπειρία προϋποθέτει την «ιστορική» δομή και διάσταση της ύπαρξης, μέγα θέμα κατά την ά- ποψίν μας και δεν νομίζουμε ότι είχε μέχρι τώρα αξιοποιηθεί φιλοσοφικά4. Ο Πλάτων έχει όλη την θεωρία της Αναμνήσεως εμπειρική και μεταφυσική , ο δε Αριστοτέλης στο «Περί ψυχής» και στο περί «μνήμης και αναμνή­σεως» συνεχίζει την όλην παράδοσιν εις τον τομέα αυτόν, επεκτείνων εις άλλους τομείς του πολιτικώς και ιστορικώς υπάρχειν.

Η ιδέα μιας ελληνικής Φιλοσοφικής Ερμηνευτικής

O Gadamer εστράφη προς την σπου­δήν και μελέτην της κλασικής φιλολογίας ύστερα από προτροπήν του Heidegger ο οποίος υπήρξε και καθηγητής του. Αλλά τίθεται το ερώτημα ει­δικά ως προς την ελληνική φιλοσοφική γλώσσα: Οι γλωσσολόγοι διέκριναν τη δομή και τη σημασία της; Το αυτό ι­σχύει και για τους φιλοσόφους – χωρίς να αγνοείται βεβαίως το έργον το οποίον έχει συντελεσθεί. Ο Πλάτων μας ά­φησε τα πρώτα πλήρη κείμενα. Η γλώσσα συντίθεται βασικώς από ονό­ματα και ρήματα («εξ ονομάτων και ρημάτων»), Η μεγάλη επανάσταση συνετελέσθη όταν η όρασις από απλή αί­σθηση υψώθηκε σε «φιλοσοφική» όρα­ση· τόπος κατ’ εξοχήν του μεγίστου τούτου έργου υπήρξε ο Πλατωνικός μύθος. Με το έργο τούτο η φιλοσοφική όρασις κατέκλυσε το φιλοσοφικό λόγο. (Θεωρείν, «οράν», θεάσθαι, καθοράν, κ.τλ.)5, ο φιλοσοφικός λόγος κατέστη άμεση δημιουργία της θεωρίας (βλ. Συ­μπόσιο). Και άνοιξε η οδός προς αναπαράστασιν του όντος. Η αναπαράστασις του όντος δεν επαφίεται μόνο εις την δύναμιν της Θεωρίας – από τις άλλες συνιστώσες δυνάμεις – μολονότι περικλείεται εντός μιας θεωρίας πάντοτε. Ο Αριστοτέλης δεν αρκείται εις τον ορισμόν του ανθρώπου ως ζώου πολιτικόν λόγον έχοντος («το δηλούν τι το δίκαιον τι το συμφέρον…») (βλ. Πολ.) και παραθέτει εις την δύναμιν του λόγου το μιμείσθαι, διότι πολύ πε­ρισσότερον ο άνθρωπος είναι μιμητικό ον.6 Ο αγών του λόγου προσφεύγει και εις τις δυνάμεις και δυνατότητες ανα- παραστάσεως του όντος. Κατά τη γνώμη μας η δομή, η όλη αρχιτεκτονική του ελληνικού φιλοσοφικού λόγου ενι- σχυμένου από τις δυνάμεις αναπαρα- στάσεως, δυνατόν να αποτελέσουν ένα δημιουργικόν κεφάλαιον μιας ελληνι­κής φιλοσοφικής ερμηνευτικής.

1. Πολύτιμα και αναγκαία βοηθήματα για τη σπουδή και μελέτη συναφών θεμάτων είναι αι εκδόσεις της Ε.Φ.Ε. «Η Αρχαία Σο­φιστική» (1982), «Η φιλοσοφία σήμερα»

(1985)), «Γλώσσα και Πραγματικότητα στην Ελληνική Φιλοσοφία», (1985), «Η Διαλεκτι­κή» (1988), «Η Φιλοσοφική Ερμηνευτική»

(1986).  Το τελευταίο περιέχει μελέτες ανα- φερόμενες κυρίως εις την ερμηνευτική του Η. G. Cadamer. Εις τις τέσσερις τελευταίες εκδόσεις δημοσιεύονται και οι δικές μας α­νακοινώσεις. Ο επιθυμών αναγνώστης του παρόντος δύναται να ανεύρει εκεί πολλά θέματα πρωταρχικής φύσεως.

2. Βλ. καιJ.L. Viellard Baron, G.W. F. Hegel. Παραδόσεις Πλατωνικής Φιλοσο­φίας (1825 – 1826) μετ. Α. Κελεσίδου, Αθή- ναι 1991. Ο V.B. γράφει: «Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων στον καθηγητή Gadamer ο οποίος με εξαίρετη προθυμία ενίσχυσε τις προσπά­θειες μου και επέμεινε στην ανάγκη μιας δη- μοσιεΰσεως» σελ. 20.

3. Βλ. και τιςμελέτες μου «Περικλέους Επιτάφιος» Αν. 1978, «Ο Άνθρωπος ως Πολιτική Ύπαρξη στη Φιλοσοφία του Αρι­στοτέλη» Αν. 1982. Βλ. επίσης «Πολιτική ύ­παρξη» 3 τομ.

      4. Βλ. Ρητορική 1358, βΐ κ.έ. «Ανάγκη δε τον ακροατήν ή θεωρόν είναι ή κριτήν, κρι­τήν δε ή των γεγενημένων ή των μελλόντων. Έστι δ’ ο μεν περί των μελλόντων κρίνων οίον εκκλησιαστής, ο δε περί των γεγενημέ­νων οίον ο δικαστής… Χρόνοι δε εκάστου τούτων εισί τιο μεν συμβουλεύοντι ο μέλλων περί γαρ των εσομένων συμβουλεύει ή προτρέπων ή αποτρέπων, τω δε δικαζομένω ο γενόμενος περί γαρ των πεπραγμένων αεί ο μεν κατηγορεί, ο δε απολογείται, τω δ’ ε­πιδεικτικά) κυριώτατος μεν ο παρών· κατά γαρ τα υπάρχοντα επαινούσιν ή ψέγουσι πάντες, προσχρώνται δε πολλάκις και τα γενόμενα αναμιμνήσκοντες και τα μέλλοντα προεικάζοντες…».

Βλ. Ρητορική 1367, β30, 1358 α κ.έ. Η με­γάλη σημασία που έχει η εμπειρία για τον πολιτικό υπογραμμίζει και τη μεγάλη σημα­σία της ανάμνησης για την πολιτική ύπαρξη ως δομικό καθοριστικό στοιχείο πρωταρχι­κής σημασίας: «Ου μην μικρόν γε έοικεν η εμπειρία συμβάλλεσθαι- ουδέ γαρ εγίνοντο αν διά της πολιτικής συνήθειας πολιτικοί· διό τοις εφιεμένοις περί πολιτικής ειδέναι προσδείν έοικεν εμπειρίας» (Ιίολ. 1181 α 11). Η εμπειρία διατηρείται αλλά και αξιοποιείται επιστημονικά από τη μνήμη· ιδιαί­τερα η πολιτική εμπειρία έχει νόημα μόνον εφ’ όσον επανεκτιμάται και αξιοποιείται δη­μιουργικά από την ανάμνηση. Για τον αν- θρωπολογικό σύνδεσμο μνήμης και εμπει­ρίας βλ. και τις αναπτύξεις ΜΓΦ 980. α 29 κ.έ.

5. Η γνωστή διατύπωση «η γλώσσα ομι- λεί» (Heidegger) εξένισε τους μαθητάς αυ­τού. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφική γλώσ­σα κατά την άποψιν μου «βλέπει», η γλώσ­σα «βλέπει». Πώς νοείται τούτο; Η διάρ­θρωση της γλώσσας με τη βοήθεια ρημάτων οράσεως – αποκλειστικά – μεταθέτει τον α­ναγνώστην ή τον ακροατήν εις τον χώρον του λέγειν, όπου το οραθέν ον εκτίθεται, αοκαλύπτεται και πρόκειται εις θέαν διά τον θεωρούντα αναγνώστη του κειμένου. Ο αναπαριστάμενος αναγνώστης μετατίθεται ως θεατής (=«θεωρός») δι’ όσα το κείμενο προσφέρει εις «θέαν», εις «θεωρίαν», τα ο­ποία ο συγγραφεύς του κειμένου αυτός ού- τος είχε θεωρήσει. Η περιγραφή του Σωκρά- τους στο Συμπόσιο (βλ.) παρουσιάζει την γλώσσαν να βλέπει: Ο ορών και θεωρών συγγραφεύς εις την φιλοσοφικήν γλώσσαν προσφέρει την θέσιν του εις τον αναγνώ­στην! Εάν ο αναγνώστης του Συμποσίου και των άλλων μύθων δεν αναλάβει ο ίδιος την όρασιν του ορώντος, εάν δεν υψωθεί εις «θεωρόν», εις το θεωρητικόν ύψος του θεω- ρούντος, δεν δύναται να εννοήσει το ον της γλώσσας «που βλέπει». Η όλη δομή και σύ- στασις της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσ­σας, η ιδιοτυπία ή ιδιομορφιία, η «φιλοσοφι­κότητα» της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσ­σας οφείλεται στη θεωρητικότητα του λέγειν και τη «γλωσσικότητα» του θεωρείν (=θεω- ρητικώς ελληνίζειν) και τα δύο αυτά παρα­μένουν αξεδιάλυτα ενωμένα και δημιουργι­κά προσφερόμενα εις την «όρεξιν» (ορέγε­ται του ειδέναι) του αναγνώστου. Γι’ αυτό ο Σωκράτης ομιλεί περί εποπτικών («Τέλεια και εποπτικά»), Ο μύστης καλείται να θεω­ρήσει εισερχόμενος εις τον χώρον της μυή- σεως, εις τον χώρον της φιλοσοφικής – θεω­ρητικής γλώσσας. Αλλά και όταν ο Περι­κλής λέγει «βεώμενοι την δύναμιν της πόλε- ως», είναι δυνατόν ο αναγνώστης να μην προσπαθήσει να «θεωρήσει» την «εικόνα» της δυνάμεως των Αθηνών;

Ο Σωκράτης («Τέλεια και εποπτικά»), – και στην πράξη Αρχιθεωρός – (Δήλος), ο Πλάτων – υμνεί την φιλοσοφίαν (Τίμαιος) – όρασιν ο Αριστοτέλης ονομάζει την φιλοσο­φία: «επιστήμην θεωρητικήν». Όλοι συνέλαβαν και ολοκλήρωσαν την επανάστασιν του «Οράν» και μετέφεραν και εδώρησαν εις την ανθρωπότητα το Φως της Φιλοσο­φίας. Εφιλοσόφησαν και δημιούργησαν την ελληνική φιλοσοφική γλώσσα ως νομοθέται, ονοματοθέται, γλώσσα η οποία περικλείει την φιλοσοφική διανόηση και το ον εις μίαν Συνόραση, εις μίαν ενιαίαν ερμηνευτική σννόραση. Η θεωρητική γλώσσα του Πλά­τωνος και του Αριστοτέλους, του Διδασκά­λου και του Μαθητού, «θεωρεί» ήτοι «κατα­νοεί» και ερμηνεύει.

6. Βλ. και Β. Κύρκος: «Die Dichtung als Wissens Problem bei Aristoteles 1972: Διακτορική διατριβή υπό την εποπτεία του H.G. Gadamer. Λίαν ενδιαφέρουσα μελέτη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s