Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


kion1Ο  ΣΩΚΡΑΤΗΣ  ΚΑΙ  Η  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

  ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗ

Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας Ακαδημίας Αθηνών

 

 «Φοβούμαι ότι… διατρέχουμε ξανά τον κίνδυνο να γίνουμε μάρτυρες της παλαιάς και επαναλαμβα­νόμενης θυσίας του Σωκράτη. Το Ζήτημα του μέλ­λοντος θα είναι είτε η πολιτεία του διαλόγου εί­τε η αυστηρή και συμβολική καταδίκη σε θάνατο των μαρτύρων του διαλόγου…»  ΑλμπέρΚαμί, Actuelles I, σελ. 218

Οι μελετητές των πλατωνικών διαλόγων νται σε εξελικτικούς και σε ενωτικούς: οι δεύτεροι τάσσονται υπέρ του ενιαίου χαρακτήρα της πλατω­νικής φιλοσοφίας, ενώ οι πρώτοι υποστηρίζουν,ότι αυτή χωρίζεται σε διάφορες περιόδους και η πρώτη περίοδος είναι εκείνη στην οποία καλύτερα διακρίνεται η αληθινή φιλοσοφία του Σωκράτη, ο οποίος ως γνωστόν δεν έγραψε ποτέ τίποτε και μόνο μεθώ των μαθητών του, κυρίως του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, διασώζονται, ίσως, οι πραγματικές φιλο­σοφικές θέσεις του. Ο Ελληνοαμερικανός ιστορικός της σωκρατικής και πλατωνικής φιλοσοφίας Γρη­γόρης Βλαστός (1907-1991) υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο Πλάτων ατούς μεσαίους διαλόγους του είχε συστηματοποιήσει μια μεγαλειώδη μεταφυσι­κή θεωρία περί ιδεών «χωριστών» από τον αιολικό κόσμο, ενώ ο Σωκράτης δεν είχε καμιά τέτοια θεωρία. Αν σκεφτούμε ότι ο Πλάτων δεν θεωρείται φιλοδημοκρατικός, ο χαρακτηρισμός ως «σωκρατικών» των πρώιμων διαλόγων (των πριν από την Πο­λιτεία όπου βλέπουμε να επικρίνεται το πολίτευμα της δημοκρατίας) επιτρέπει την απαλλαγή του Σω­κράτη από υποψίες περί αντιδημοκρατικών αισθημάτων. Αυτή είναι η άποψη του χριστιανού σοσιαλι­στή Βλαστού, αλλά και του φιλελεύθερου Καρλ Πόπερ, ο οποίος επίσης απαλλάσσει τον Σωκράτη από τις κατηγορίες περί «απολυταρχισμού», που ά­φθονες επιφύλαξε για τον Πλάτωνα, χαρακτηρίζο­ντας τον πρόδρομο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Και οι δύο θέσεις αντιτίθενται έτσι, με διαφορετικό τρόπο, στις κατά καιρούς προβαλλόμενες α­πόψεις, όπως πρόσφατα αυτή του Στόουν (Stone), ότι ο Σωκράτης ήταν κρυπτοολιγαρχικός.

Το πρόβλημα είναι ότι οι μαρτυρίες, ακόμη και στους «σωκρατικούς» διάλογους, είναι συχνά αντι­κρουόμενες. Στις ικεσίες του μαθητή του Κρίτωνα να εγκαταλείψει την πόλη για να αποφύγει το θά­νατο, στον οποίο τον είχαν καταδικάσει, ο Σωκράτης εκφωνεί, δια μέσου του στόματος των Νόμων, σε μια περίφημη προσωποποιία, το εγκώμιο της πόλεως ίων Αθηνών: «Ή τόσον σοφός είσαι ώστε έχει διαφύγει την προσοχή σου… ότι είναι πολυτιμότερον η πατρίς… και ότι πρέπει να την σεβώμεθα και να υπακούωμεν εις αυτήν… και ή να προσπαθώμεν να πείσωμεν αυτήν ή να πράττωμεν όσα διατάσσει, και να πάσχωμεν αν μας διατάσση» (Κρίτων, 51b, Κ. Αραπόπουλος). Τέτοια ήταν η στάση του Σωκράτη απέναντι στα επίσημα όργανα του δήμου, κινούμενη ανάμεσα στην προσπάθεια να «πεισθούν» οι εκπρόσωποί τους και την «υποταγή» στις αποφάσεις τους. Επομένως, ήταν μια στάση εξόχως δημοκρατική. Σε πολλά ωστόσο σημεία, ο Σωκράτης επιδίδεται σε μια κριτική των πολλών, συχνά υ­πέρ της ηθικής ανωτερότητας των ολίγων (πβ.Απολ. 22d, 25b), Λαχ. 184e, Κρίτ. 44d, 47c-48c, Πρωτ. 319bd). Μια παρόμοια άποψη Βρίσκουμε και στον Ξενοφώντα (ο οποίος δεν έχει τη θεωρητι­κή υψηγορία του Πλάτωνα- στην Απολογία του Ξε­νοφώντα, π.χ., η καταδίκη του Σωκράτη εμφανίζεται ως μία σύγκρουση προσωπικοτήτων, αυτής του φιλοσόφου και εκείνης των κατηγόρων του, και ό­χι ως μία σύγκρουση κοσμοθεωριών)· στα Απο­μνημονεύματα του Ξενοφώντα, λοιπόν, Βλέπουμε τον Σωκράτη να μιλάει έτσι στον Χαρμίδη: «θέλω να σου διδάξω ένα μάθημα· εσύ που δεν ντρέπεσαι τους σοφώτερους, που δεν φοβάσαι τους ισχυρώτερους, μπροστά στους πιο αδύναμους και τους πιο ανόητους κοκκινίζεις να πάρεις τον λόγο. Ποιοι εί­ναι αυτοί που σε κάνουν να ντρέπεσαι; οι γναφείς, οι υποδηματοποιοί, οι οικοδόμοι, οι σιδεράδες, οι έ­μποροι, οι εμπορευόμενοι στην αγορά που φροντίζουν ν’ αγοράζουν φθηνά και να πουλούν ακριβά; απ’ όλους αυτούς συνίσταται η εκκλησία του δή­μου» (III, 7, 5-6). Στο ίδιο έργο, ο Σωκράτης δεί­χνεται επικριτικός προς τις δημοκρατικές μεθό­δους εκλογής αντιπροσώπων (III, 9, 10-III, 1, 5). Τη διάθεση αυτή «μισοδημίας» του Σωκράτη τη βρί­σκουμε και στους πλατωνικούς διάλογους, σε διά­φορα σημεία (Αλκ. Α’, 110e-111a, Κρίτ. 48ac, Γοργ. 503d, 520d, Πρωτ. 319d), ενώ στον Μενέξενο, έχουμε ένα πολύ αμφιλεγόμενο εγκώμιο της δημοκρατίας (239Η), 4 που πολλοί μελετητές συ­γκρίνουν με τον Επιτάφιο λόγο του Περικλή στον Θουκυδίδη (Π, 35-46). Οι διάφορες μαρτυρίες φαί­νονται τόσο περισσότερο αντικρουόμενες όσο τα υ­πό εξέταση Ζητήματα είναι μερικότερα, όπως η στά­ση του Σωκράτη απέναντι στη Σπάρτη (Κρίτ. 52e-53a, Αλκ.Α 120c, Ιππ. Μ. 283e, Λάχ. 183ab, Πρωτ. 342a-343b, Πολιτεία Η’ 544c, 545a, Ξενοφ. Απομν. IV, 4, 15, Συμπ. VIII, 35, αλλά και Αριστοφάνη, Όρνιθ. 1281- 83) ή απέναντι στον Περικλή (Φαίδρ. 269e, Γοργ. 503c κ.επ.), χωρίς μάλιστα να αγγί­ξουμε γενικότερα Ζητήματα, όπως ποιοι ήταν οι πραγματικοί λόγοι της καταδίκης του.

Αλλά, αν η εξέταση των διάφορων χωρίων των σχετικών με τα αισθήματα του Σωκράτη απέναντι στη δημοκρατία δεν μας διαφωτίζει, αυτό γίνεται ό­χι επειδή, όπως θα φανταζόταν κάποιος, ο Σωκρά­της ή ο Πλάτων είναι ασυνεπείς στις διατυπώσεις τους, αλλά μάλλον επειδή ήταν τόσο συστηματικοί ή ολιστές, ώστε να χρειάζεται να κατανοήσει κανείς το βάθος της φιλοσοφίας τους πριν πραγματευτεί τις λεπτομέρειες της. Ετσι, το θέμα της δημοκρατίας στον Σωκράτη οφείλει να εξεταστεί σε σχέση προς τη γνώση, δηλαδή προς το πλέον καίριο Ζήτημα της ηθικής φιλοσοφίας του, αφού γι’ αυτόν η αρετή είναι γνώση. Είναι λοιπόν η γνώση διδακτή στους πολλούς, ή αποτελεί κτήμα μόνο των ολίγων; Το ε­ρώτημα αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας για το θέμα μας. Αν σταθούμε στον Μένωνα, τότε η απάντηση θα ήταν πως όλοι οι άνθρωποι είναι δεκτικοί μορφώσεως, ακόμη και οι δούλοι, όπως άλλωστε υποστηρίζεται εκεί. Δυστυχώς, στο Ζήτημα της πολι­τικής αρετής το πράγμα είναι λιγότερο ξεκάθαρο. Στον Πρωταγόρα, ο Σωκράτης δηλώνει θετικά ότι η πολιτική αρετή δεν είναι διδακτή (3190-3200, βλ. ακόμη Μεν. 93ο-94β). Ετσι, όμως, βρισκόμαστε α­ντιμέτωποι με ένα παράδοξο, από εκείνα που, είναι αλήθεια, συνηθίζει ο Σωκράτης και που συνοψίζεται στις παρακάτω προτάσεις: α) η αρετή είναι γνώ­ση· β) η γνώση είναι διδακτή· γ) η πολιτική αρετή δεν είναι διδακτή. Είναι προφανές ότι, εφ’ όσον α­ληθεύει η α), οι β) και γ) είναι ασύμβατες. Η πιθα­νή αυτή ασυνέπεια στη σκέψη του Σωκράτη θα μπορούσε ίσως να υπερπηδηθεί χάρη στη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα, όπου το «όντως ον», αυτό δηλαδή που αξίζει να γνωσθεί, ανήκει στον ιδεατό κόσμο, ενώ ο αισθητός κόσμος του, πολιτικού επί­σης, γίγνεσθαι απαξιώνεται πλήρως.

Τίποτε ωστόσο δεν είναι πιο ξένο, πιστεύουμε, προς τον πλατωνικό στοχασμό, αλλά και προς την ηθική φυσιογνωμία του Σωκράτη, από αυτό το δια­χωρισμό. Η πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα δεν επιτρέπεται επίσης να διαχωρίζεται εύκολα από τον «κοινό νου», σε Ζητήματα σύλληψης, αλλά και πρακτικής, όπως μας έχουν δείξει με θετικό τρόπο οι αναλύσεις του Κ. Δεσποτόπουλου.

            Ο Σωκράτης που, σε αντίθεση προς νεότερους στοχαστές σαν τον Μακιαβέλι, τον Χομπς ή τον Μαξ Βέμπερ, εννοούσε να ταυτίζει ηθική και πολι­τική, πληρώνοντας μάλιστα γι’ αυτό με τη ζωή του, δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να μην αντιλαμβάνεται την απόσταση που χωρίζει τη θεωρία από την πρά­ξη σε μια δημοκρατία σαν την αθηναϊκή, η οποία γνώρισε συχνές και βίαιες κρίσεις. Χάρη στη διδα­σκαλία του εγκαινιάζεται μια φιλοσοφία του διαλό­γου, μια διαλεκτική της ελευθερίας, η οποία συνεχίζεται και στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη.

Ο Σωκράτης άλλοτε δήλωνε ότι δεν είναι πολιτικός (Γοργ. 473β) και άλλοτε ότι ή­ταν ο μόνος που κατέχει και εξασκεί την πολιτική τέχνη (ό.π., 521ά). θα λέγαμε, συνεπώς, ότι υπάρχουν δύο είδη πολιτικής και ότι οι πολιτικοί δεν είναι οι πλέον κατάλληλοι για να διδάξουν το υψηλό είδος της πολιτικής, όπως μάλλον υπονοείται και στο προαναφερθέν χωρίο του Πρωταγόρα. Αφού η πολιτική αρετή δεν είναι δι­δακτή από τους πρακτικούς της πολιτικής, είναι ω­στόσο διδακτή από τους φιλοσόφους, όπως θα ανα­πτύξει και ο Πλάτων στην Πολιτεία του. Ο Σωκρά­της που δείχθηκε υπέρμαχος της δικαιοσύνης τόσο ενάντια στους δημοκρατικούς, κατά την άδικη δικα­στική κρίση για το ναυάγιο των Αργινουσών, όσο και ενάντια στους Τριάκοντα τυράννους, δεν υπήρ­ξε άνθρωπος καμιάς παράταξης. Ελέγχοντας τους Αθηναίους στην Αγορά, θα μπορούσε να είχε πει αυ­τό που ισχυρίστηκε πολύ αργότερα ο, επίσης μέγας ειρωνευτής, Κίρκεγκαρντ: «Είμαι μία βαδίζουσα εντιμότης!». Η θέση και η δυνατότητα ύπαρξης του υ­περβατικού μέσα στη δημοκρατία δεν γίνεται, κατ’ αρχήν, να τίθενται υπό αμφισβήτηση. 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ«ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ»

7 Ιουνίου 2001

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s