ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ – ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ


kion1ΟΡΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Προσέγγισις Μαιευτικής / Διαλεκτικής

Αλτάνη

            Η Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία έχει μίαν ιδιαιτέραν ορολογίαν, μέ τήν οποίαν ερχόμενος εις επαφήν ο αναγνώστης διά πρώτην φοράν ευρίσκεται εις απορίαν ως πρός τήν ακριβή σημασία τών λέξεων. Άν καί γνωστόταται αι λέξεις καί εν χρήσει καί σήμερον, εν τούτοις δέν ανταποκρίνονται εις τήν σημασία τών αρχαίων κειμένων. Η αδυναμία κατανοήσεως τών λέξεων καθιστά τά αρχαία κείμενα άλλοτε δυσνόητα καί άλλοτε απομεμακρυσμένα από τήν πραγματική των σημασίαν. Καί τό χειρότερον, συχνά αποδίδεται εις αυτά μία ερμηνεία, η οποία δέν έχει σχέσιν μέ τήν ουσίαν τών συλλογισμών τού εκάστοτε φιλοσόφου.

Αι ερμηνείαι τών λέξεων, αι οποίαι έχουν επιλεγεί μέ κριτήριον τήν αλλαγήν τής σημασίας των, έχουν τήν αρχή των κυρίως εις τά πλατωνικά κείμενα, ώστε μέ τήν καθαυτό προσέγγισιν νά γίνεται η, κατά τό δυνατόν, καλυτέρα κατανόησις τών εννοιών. Ο αναγνώστης θά ημπορεί νά ανατρέξη εις τάς παραπομπάς τών κειμένων διά νά αποκτήση τήν πλήρη καί ακριβή εικόνα.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΡΩΝ ΤΗΣ «ΜΑΙΕΥΤΙΚΗΣ»
ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Η ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ: ΣΩ.: «Εις τήν ιδικήν μου μαιευτικήν τέχνην υπάρχουν τά γενικά χαρακτηριστικά όσα υπάρχουν καί εις τήν ιδικήν των (τών μαιών), υπάρχει όμως η διαφορά ότι η ιδική μου ξεγεννά άνδρας καί όχι γυναίκας καί ότι επιβλέπει τάς ψυχάς αυτών κατά τόν τοκετόν των καί όχι τά σώματα. Τό σπουδαιότατον δέ εις τήν ιδικήν μου τέχνην είναι τούτο, ότι δηλ. δύναται νά ελέγχη ποικιλοτρόπως εάν η διάνοια τού νέου γεννά παιδί φαινομενικόν καί ψευδές ή ζωντανόν καί αληθές». (Θεαίτητος, 150B – C, 184B, περί μαιευτικής καί εις τόν επίλογον 210C).

Η Μαιευτική τέχνη τού Σωκράτους είναι η ανάδυσις γνώσεως από την ψυχήν τού συνομιλητού, η οποία προϋπήρχε καί τήν οποίαν επαναφέρει ο Σωκράτης διά τών εντέχνων ερωτήσεών του (Θεαίτητος, Μένων, ο δούλος καί τό Δήλιον πρόβλημα κλπ.). Άλλως εις αντίθετον περίπτωσιν, κατά την οποίαν ο συνομιλητής νομίζει ότι γνωρίζει, αναγκάζεται νά παραδεχθή τήν άγνοιάν του (Αλκιβιάδης Α’, Ευθύφρων, Ευθύδημος , Γοργίας κλπ.).

ΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΕΙΡΩΝΕΙΑ (Πολιτεία 337Α, Κρατ. 384Α) είναι η προσποιητή άγνοια, μέ τήν οποίαν ήρχιζε τήν συνομιλίαν του ο Σωκράτης εις τήν αγοράν, άνευ ιδιαιτέρας επιλογής μαθητών. Εις τήν Απολογίαν του ηρνήθη ότι είχε μαθητάς (Απολογία 33, «Εγώ δέ διδάσκαλος μέν ουδενός πώποτ’ εγενόμην»). Οιοσδήποτε προσερχόμενος ήτο ελεύθερος νά παρακολουθήση τήν συζήτησιν. Μεταξύ τών παρευρισκομένων ο Σωκράτης επέλεγε τόν συνομιλητήν του, κατά προτίμησιν επώνυμον ή κατέχοντα εξουσία, προκειμένου νά δημιουργήση διά τών ερωτήσεων τό κατάλληλον φιλοσοφικόν κλίμα. Ο σκοπός ήτο η διερεύνησις τής ουσίας τής αρετής καί γενικώτερον τών αξιών καί προτύπων. (Απολογία Σωκράτους 30C – 31C).

Διά τών ερωτήσεων τού Σωκράτους ο συνομιλητής προχωρούσε εις τό θέμα, τό οποίον ενόμιζε (= ώετο) ότι κατείχε, ενώ δέν τό κατείχε. («τήν οίησιν» Αλκιβιάδης 120C – 122C, «η τού οίεσθαι ειδέναι, ά ουκ οίδεν» Απολογία Σωκράτους, 39Β), «… ακούοντες χαίρουσιν εξεταζομένοις τοίς οιομένοις μέν είναι σοφοίς, ούσι δ’ού» (… διότι ευχαριστούνται νά ακούουν νά ελέχγωνται οι νομίζοντες μέν ότι είναι σοφοί, ενώ δέν είναι… Απολογία Σωκράτους, 33C). «… ουκ οιόμενος ειδέναι, ά μή οίσθα». (Δέν θά φαντάζεσαι ότι γνωρίζεις, όσα δέν γνωρίζεις, Θεαίτ. 210C, Πολιτεία 506Ε καί 524Ε).

ΑΠΟΡΙΑ: Ο συνομιλητής, έχων περιέλθει εις αδιέξοδον μετά από τάς αλλεπαλλήλους ερωτήσεις τού Σωκράτους, περιπίπτει εις απορίαν, αντιλαμβανόμενος τάς αντιφάσεις. αι οποίαι τόν οδηγούν εις αδιέξοδον. (Απορία =Α στερητικόν + πόρος = πέρασμα, αδυναμία διελεύσεως ή προχωρήσεως. Η έλλειψις π ό ρ ο υ ή διεξόδου).

Η ελεγκτική διαδικασία τού Σωκράτους, αφορμωμένη από τήν ειρωνεία, γίνεται αιτία δημιουργίας ΑΠΟΡΙΩΝ. ΑΠΟΡΗΤΙΚΟΙ είναι οι πρώτοι διάλογοι τού Πλάτωνος, οι οποίοι δέν καταλήγουν εις τόν ορισμόν τής εξεταζομένης εννοίας, εφ’ όσον ο ίδιος ο Σωκράτης ομολογεί ότι δέν γνωρίζει. (Αριστ. Σοφιστικοί Έλεγχοι, 183Β, 7 «Σωκράτης ηρώτα, αλλ’ ουκ απεκρίνατο. ωμολόγει γάρ ουκ ειδέναι»).

 

ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΕΕΙΝ έχει εκκίνησιν από τήν αρχικήν θέσιν τού Σωκράτους, ότι «έν οίδα, ότι ουδέν οίδα». Η παραδοχή τής αγνοίας τού Σωκράτους εντέχνως παρεισφρήει εις τόν διάλογον. Τά εξεταζόμενα θέματα αφεώρουν πάντοτε τήν ηθικήν, προσωπικήν ζωήν τών ατόμων (Απολογία Σωκράτους, Τό παράδειγμα τής αλογόμυιγας εις τά ώτα τού ίππου 31). Η ομολογία τής αγνοίας τής σημασίας τών εννοιών περιέρχεται εις τόν συνομιλητήν, όταν διά τών αντιφάσεων, εις τάς οποίας περιπίπτει μέ τάς ερωτήσεις τού Σωκράτους, αναγκάζεται νά ομολογήση ενώπιον όλων ότι δέν γνωρίζει (Πολιτεία 477Ε).

ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΕΕΙΝ είναι η πρώτη φάσις καθάρσεως τής ψυχής από τήν φαντασίωσιν, τήν ψευδή, ελλειπή ή μονομερή διά λόγων έκφρασιν τής εννοίας τής «Αρετής», τών αξιών καί αρχών, τών οποίων τώρα ο συνομιλών αναγνωρίζει «τήν καθαρκτικήν τέχνην» (Φαίδων 69C – 70).

Αρετή: Διά τόν Σωκράτην όλοι οι άνθρωποι έχουν τήν δυνατότητα νά αποκτήσουν «Aρετήν» καί ως εκ τούτου έχουν χρέος νά τήν αναζητήσουν. Η επίγνωσις τού Αγαθού ενυπάρχει εις όλας τάς ψυχάς. Υπό τήν καθοδήγησιν τού Αγαθού, μέ μεγάλους κόπους καί μακροχρόνιον προσπάθειαν, αποκτάται η «Αρετή».

Δυστυχώς σήμερον η εκ τών ουκ άνευ γνώσις τής σημασίας της έχει παντελώς εκλείψει: πρώτον ως θεωρία καί δεύτερον, καί ουσιαστικώτερον, εις τήν καθημερινή πρακτική. Η φιλοσοφική διάστασις τής Αρετής είναι ασυλλήπτου βεληνεκούς. Διότι η Αρετή πρέπει νά έχη πλήρη εφαρμογήν εις τήν πρακτικήν της εξάσκησιν κατά τήν διάρκειαν της ζωής, άλλως τό φιλοσοφικόν οικοδόμημα είναι άνευ αντικρύσματος.

Η Αρετή αναλύεται εις τούς διαλόγους τού Πλάτωνος καί είναι η αρμονική σύζευξις τών τεσσάρων ιδιοτήτων: τής σωφροσύνης, τής ανδρείας, τής φρονήσεως καί τής δικαιοσύνης (Πολιτεία 442C – 445D, 500C – 501, 504 – 506Β, Φαίδων 68D – 69E, 114C, 115, Πρωταγόρας 322C – E, Απολογία 18, Φίληβος 33A – C, κλπ.),

Αι τιμαί δέ όσον αφορά εις τήν κατοχήν καί άσκησιν τής αρετής πρέπει νά κατανέμωνται από τήν πολιτείαν κατά λόγον. Μεγαλύτεραι εις τούς ασκούντας ταύτην καί μικρότεραι εις τούς ολιγώτερον κατέχοντας αυτήν. (Νόμοι, Βιβλίον ΣΤ, 757C).

Η ουσία τής Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, όπως αναπτύχθη αρχικώς από τούς Πυθαγορείους, καί εν συνεχεία από τόν Πλάτωνα, τόν Αριστοτέλην καί τούς Στωκούς, είναι θεωρία καί πράξις. Εγκειται πρώτον εις τήν κατανόησιν καί δεύτερον εις τήν εφαρμογήν τής ουσίας τής Αρετής, διότι φιλοσοφία άνευ Αρετής εις τόν ιδιωτικόν καί τόν δημόσιον βίον είναι συνταγή μαγειρικής άνευ αντιστοίχου εδέσματος. Δηλ. απόκτησις γνώσεως τής Αρετής είναι η προετοιμασία τού εδέσματος, άνευ όμως προσλήψεως καί αφομοιώσεως τής ουσιαστικής τροφής. Διότι πρόσληψις καί αφομοίωσις τής πνευματικής τροφής / φιλοσοφίας / Αρετής είναι η εφαρμογή της εις τόν δημόσιον καί τόν ιδιωτικόν βίον.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΡΩΝ ΤΗΣ «ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ» ΚΑΤΑ ΠΛΑΤΩΝΑ

Ι Δ Ε Α (είδος/μορφή) είναι τό περιεχόμενον τής ουσίας τών όντων, τά οποία είναι εξ ολοκλήρου νοητά. Αι ΙΔΕΑΙ είναι τά πρότυπα σύμφωνα μέ τά οποία τό θείον εδημιούργησε τόν αισθητόν κόσμον (Πολιτεία 476 – 484 καί 597Β, παράδειγμα κλινοποιού, ζωγράφου, Παρμενίδης 129 – 135C, κλπ. ).

Αι ΙΔΕΑΙ είναι τά αιώνια πρότυπα τών αισθητών. Επειδή τά αισθητά είναι τά μιμήματα τών ΙΔΕΩΝ, είναι ατελέστερα αυτών (Τίμ. 28, 48Ε, 50C, Φαίδ. 74Ε). Τά μιμήματα τών ΙΔΕΩΝ εις τό αισθητόν είναι άπειρα, ενώ αι ΙΔΕΑΙ εις τό νοητόν είναι μονοειδείς, έχουν μόνον μίαν μορφήν. Ο εντός τού Σπηλαίου κόσμος τού Ζ’ Βιβλίου τής Πολιτείας είναι ο ορατός κόσμος τών αισθήσεων, ο εκτός τού Σπηλαίου είναι ο νοητός τών Ιδεών, ο οποίος είναι δυνατόν νά γίνη προσιτός διά τής επιστήμης τής αστρονομίας. «. . . αύτη γε αναγκάζει ψυχήν εις τό άνω οράν καί από τών ενθένδε εκείσε άγει». (…διότι αυτή, η αστρονομία, αναγκάζει τήν ψυχή νά βλέπη πρός τά επάνω καί οδηγεί από τά πράγματα τού εδώ κόσμου στά πράγματα τού νοητού). (Πολιτεία, 529).

Αι ΙΔΕΑΙ, υπαρκταί εις τόν νοητόν κόσμον καί όχι εις τόν αισθητόν, είναι αγέννηται, άφθαρτοι, ούτε αυξάνουν, ούτε πάσχουν (Συμπ. 211Α). Ουδεμίαν αλλοίωσιν επιδέχονται, αλλ’ «αεί ωσαύτως έχουν» (Φαίδρ. 78C). Αποτελούν τών πραγμάτων τήν ουσίαν καί τής γνώσεως τό υποκείμενον εις τό νοητόν. Αύται είναι η αιτία τής μορφοποιήσεως τής ύλης εις τόν αισθητόν κόσμον, συνδέουσαι τό αόρατον μέ τό ορατόν πεδίον.

«Καί τά μέν δή (πράγματα) οράσθαί φαμεν, νοείσθαι δ’ ού, τάς δ’ αύ ιδέας νοείσθαι μέν, οράσθαι δ’ ού». (Καί δεχόμεθα ότι τά μέν αντικείμενα είναι ορατά, όχι όμως νοητά, οι ιδέες εξ άλλου είναι νοηταί, όχι όμως ορατές, Πολιτεία 507).

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ είναι ο απολογισμός, πού γίνεται διά τών ερωταποκρίσεων περί τής ΟΥΣΙΑΣ τών ΙΔΕΩΝ καί τών ΟΝΤΩΝ, η οποία ΟΥΣΙΑ «ωσαύτως αεί έχει καί κατά ταυτά». (περί Διαλεκτικής Πρωτ. 336B – 337C).

«ΔΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΠΟΡΕΥΕΣΘΑΙ»: Η πορεία διά τών Λόγων μέ τήν μέθοδον τών ερωταποκρίσεων αποκαλύπτει τάς ΙΔΕΑΣ. Αι αισθήσεις ατονούν βαθμηδόν. Αφού εξ αυτών έγινεν η εκκίνησις έχουν δώσει τήν θέσιν των εις τήν νόησιν. Η αλληλουχία τών φαινομένων τής αισθητής πραγματικότητος υποχωρεί πρό τής νοητής επεξεργασίας τών δεδομένων.

«Σω. : Ή καί διαλεκτικόν καλείς τόν λόγον εκάστου λαμβάνοντα τής ουσίας;» (Σω.: Ονομάζεις αλήθεια, διαλεκτικόν εκείνον πού γνωρίζει τόν λόγον τής ουσίας τού κάθε πράγματος; Πολιτεία 533B). » (Λέγω δέ χαλεπώτατον τό περί τούς λόγους«. (Λέγω δέ ότι τό δυσκολότερο μέρος τής φιλοσοφίας είναι η διαλεκτική, Πολιτεία 498).

            ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ είναι η πορεία πρός τήν πρώτην αρχήν τού παντός, τήν ανυπόθετον αρχήν («τό επ’ αρχήν ανυπόθετον εξ υποθέσεων ιούσα» Πολιτεία 510B). Χρησιμοποιών ο φιλόσοφος μόνον τόν λόγον ανέρχεται ερευνών τάς Ιδέας, χωρίς τήν παρέμβασιν εικόνων τών αισθητών πραγμάτων, αλλά ούτε καί τών υποθέσεων, ως χρησιμοποιεί τάς υποθέσεις η μαθηματική επιστήμη (Πολιτεία 533 – 535).

ΛΟΓΟΣ εις τήν Διαλεκτικήν είναι η σταθερά καί πραγματική ύπαρξις τών δεδομένων (Θεαίτ. 201D καί 209D), ουδεμίαν, εις τήν προκειμένην φιλοσοφικήν πορείαν, σχέσιν έχων (ο Λόγος) μέ τήν ομιλίαν, τήν αιτίαν, τήν αναλογίαν, τόν μέσον καί άκρον όρον κλπ.

«Ουκούν ερωτηθείς, ώς έοικε, τί εστίν επιστήμη, αποκρινείται ότι δόξα ορθή μετά επιστήμης διαφορότητος. Λ ό γ ο υ γάρ πρόσληψις τούτ’ άν είη κατ’ εκείνον». (Συντόμως λοιπόν ερωτηθείς εκείνος ο άνθρωπος τί είναι γνώσις, θ’ απαντήση ότι είναι γνώμη ορθή μέ γνώσιν τής διαφοράς. Διότι απόκτησις λ ό γ ο υ θά ήτο αυτό τό πράγμα κατά τήν γνώμην εκείνου, Θεαίτ. 210).

Διαλεκτική καί λόγος συνάπτονται μετά από μακρόν καί κοπιώδη αγώνα, καθώς συναντώνται κατά τήν συλλογιστικήν πορείαν. Η μέν Διαλεκτική είναι η πορεία διά τών λόγων. Οι δέ λόγοι είναι η σταθερά καί πραγματική ύπαρξις τών δεδομένων εις τήν γνώσιν τών οποίων ωδηγήθη ο διαλεγόμενος διά τών υποθέσεων.

ΥΠΟΘΕΣΙΣ εις τήν Διαλεκτικήν είναι η υφισταμένη πραγματικότης, τής οποίας η αρχή έχει διερευνηθή καί αποδειχθή. Δέν είναι η παραδοχή κατά σύμβασιν μιάς αρχής, ως δογματικώς αποδέχεται η μαθηματική επιστήμη (Πολιτεία 509C – 511E, 533C). Αι ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ διαστέλλονται από τά ΕΙΔΗ/ΙΔΕΕΣ, διότι έχουν στοιχεία εποπτικότητος, πού προέρχονται από τόν αισθητόν κόσμον.

Tήν ΥΠΟΘΕΣΙΝ τού επιστήμονος, τήν βασιζομένην εις εικόνα τού αισθητού κόσμου (γεωμετρία, κύκλοι, τρίγωνα, διάμετροι κλπ.) τήν μετατονίζει ο διαλεκτικός εις ΙΔΕΑΝ / ΕΙΔΟΣ / ΜΟΡΦΗΝ, διότι ούτος κατανοεί τάς συναφείας τών όντων εις τήν νοητήν σφαίραν διά τών υποθέσεων. Είναι εις θέσιν νά συνθέση δια των λόγων, τά επί μέρους όμοια στοιχεία καί νά τά εντάξη εις τό σύνολον τών εννοιών τής επισκοπουμένης Ιδέας, εις τήν Ιδέαν τού Τριγώνου, τού Κύκλου κλπ. Αι αποκαλυπτόμεναι ΙΔΕΑΙ / ΕΙΔΗ / ΜΟΡΦΑΙ δια των υποθέσεων έχουν καί λογικήν καί μεταφυσικήν έννοιαν. Καθίστανται αντιληπταί από «τού τής ψυχής όμματος» διά τής ενοράσεως.

«Αι θείαι θεωρίαι» (Πολιτεία 517D) τών ΙΔΕΩΝ φέρουν τόν αφυπνιζόμενον συνομιλητήν εις τήν ενόρασιν, μέ τήν προϋπόθεσιν, ότι «έχει γίνει φίλος τού εαυτού, έχων συναρμολογήση τά τρία ψυχικά του στοιχεία όπως ακριβώς τούς τρείς τόνους τής μουσικής αρμονίας, δηλαδή τήν κατωτάτη βάση, τήν ανωτάτη καί τήν μεσαία καί ό,τι άλλο υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά. Όλα αυτά αφού τά συνδέση καί γίνει ένας μονάχα ολόκληρος από τά πολλά, φρόνιμος καί αρμονικός, τότε νά αρχίση τίς ενέργειές του…» (Πολ. 443Β -C).

Τότε ο συνδιαλεγόμενος είναι εις θέσιν νά παραμερίση τάς προσωπικάς του απόψεις καί αντιλήψεις καί νά αποδεχθή τάς από κοινού εξεταζομένας αρχικάς ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ μέ τήν ορολογίαν τής διαλεκτικής τέχνης. Προχωρών καί κατανοών τήν πορείαν από μίαν ΥΠΟΘΕΣΙΝ πρός μίαν νέαν ΥΠΟΘΕΣΙΝ ως νά ήσαν βαθμίδες κατευθύνεται πρός τό Αγαθόν ή πρός τήν ΑΝ + ΥΠΟΘΕΤΟΝ Αρχήν (Πολιτεία, 509C – 511E, «τό επ’ αρχήν ανυπόθετον εξ υποθέσεως ιούσα» καί 534B – D). Εισχωρών εις τήν αντικειμενικήν πραγματικότητα τού νοητού κόσμου πορεύεται πρός τόν Υπερουράνιον Τόπον τού Φαίδρου, ο οποίος έχει σταθερότητα, σοφία, κάλλος καί διαπνέεται εκ τής ΙΔΕΑΣ τού ΑΓΑΘΟΥ. Εκεί ο ΦΘΟΝΟΣ δέν έχει προσπέλασιν καί θέσιν. «Φθόνος γάρ έξω θείου χορού ίσταται» (Φαίδρος 247Β)

 .

Ψ Υ Χ Η  ΚΑΙ  Ι Δ Ε Α Ι

            Η ψυχή φέρει τήν γνώσιν τών ΙΔΕΩΝ μέ τήν είσοδον της εις τό ανθρώπινον σώμα (Φαίδρ. 249). Η αναγνώρισις τών ΙΔΕΩΝ ενυπάρχει από τήν πρό τής ενσαρκώσεώς της κατάστασιν (Φαίδων 76Ε – 77Β καί 92D – E).

Ο Πλάτων παραδέχεται τήν μυστηριακήν διδασκαλίαν τής μετενσαρκώσεως (Φαίδων 83D «… ώστε ταχύ πάλι πίπτειν εις άλλο σώμα»), τήν οποίαν εδραιώνει διά τής θεωρίας τών αντιθέσεων (Φαίδ. 70C – 72E) καί τής θεωρίας τής αναμνήσεως (Φαίδ. 72Ε – 77Β καί Θεαίτ. θεωρία τών εκμαγείων καί τής Μνημοσύνης 191D, Φίληβος 33C – 36B).

Εις ατομικόν επίπεδον αι ΙΔΕΑΙ είναι αποτυπώματα/δακτυλίδια, τά οποία φέρει η ψυχή επί τού κηρού μέ τό σύνολον τών αναμνήσεών της εκ τών προγενεστέρων της βίων. Συνεπώς η γνώσις τών αισθητών γίνεται διά τής αναγνωρίσεως εις αυτά τής γενεσιουργού των αιτίας, πού είναι αι ΙΔΕΑΙ, αι αποτυπωθείσαι εις τό εκμαγείον τής ψυχής. Αι αφηρημέναι έννοιαι, αι οποίαι είναι αόρατοι (Ιδέα τής σωφροσύνης, τής οσιότητος, τής φιλίας κλπ.), δέν θά ήτο δυνατόν νά γίνουν ούτε αντιληπταί, ούτε κατανοηταί άνευ τής προϋπάρξεως τών Ιδεών/δακτυλιδιών, τα οποία αφήνουν τά αποτυπώματά των εις τό εκμαγείον/κερί τής ψυχής.

            Τά αισθητά δέν θά ήτο δυνατόν νά γίνουν κατανοητά, αλλά μόνον αντιληπτά, διότι είναι αεί ρέοντα καί μεταβλητά. Καθίστανται νοητά, εφ’όσον αι αεί προϋπάρχουσαι ΙΔΕΑΙ, είναι μόνιμαι καί «αεί ωσαύτως έχουν» εις τήν ψυχήν, χωρίς ποτέ νά αλλοιούνται. Είναι αι αποτυπώσεις, τάς οποίας μεταφέρει η ψυχή από βίον εις βίον.

Πάς άνθρωπος έχει μίαν «δυνάμει» προκαταβολικήν γνώσιν τής ΙΔΕΑΣ τής Αρετής. Δέν τήν κατέχει. (Πολιτεία 617Ε, «Αρετήν δέ αδέσποτον, ήν τιμών καί ατιμάζων πλέον καί έλαττον αυτής έκαστος έξει. Αιτία ελομένου θεός αναίτιος»).

Όμως η «δυνάμει» υπάρχουσα γνώσις, καί όχι κατοχή τής Αρετής εις τήν ψυχήν, δέν είναι αρκετή. Τό άτομον είναι ανάγκη νά τήν επαναφέρη εις τήν συνείδησιν διά τής αναμνήσεως (θεωρία τής αναμνήσεως Θεαίτ.191D – 195Β) καί τής εντριφήσεως εις τάς ιδιότητάς της (Διάλογοι, Χαρμίδης «περί σωφροσύνης», Λάχης «περί ανδρείας», Πολιτεία «περί δικαίου»). Η φρόνησις, η τρίτη ιδιότης της Αρετής, επανέρχεται εις πολλούς διαλόγους τού Πλάτωνος, διότι άνευ φρονήσεως αι άλλαι ιδιότητες δέν έχουν ουσιαστικήν αξίαν. Περί φρονήσεως, λέγει τά εξής ο Σωκράτης εις τήν Πολιτείαν:

«Οι άλλες αρετές λοιπόν πού ονομάζονται αρετές τής ψυχής είναι σχεδόν παρόμοιες μέ τίς αρετές τού σώματος, γιατί πραγματικώς ενώ στήν αρχή δέν υπάρχουν, ύστερα αποκτώνται μέ τήν συνήθεια καί τήν εξάσκηση. Η αρετή όμως τής φρονήσεως, καθώς φαίνεται, έχει πολύ περισσότερο θεϊκή προέλευση εν σχέση μέ κάθε άλλο πράγμα, δέν χάνει ποτέ τήν δύναμη της, ανάλογα δέ μέ τήν περιστροφή της γίνεται χρήσιμη καί ωφέλιμη ή τουναντίον άχρηστη καί βλαβερή, Πολιτεία 518D – E).

            Μέ οδηγόν πάντοτε τήν ΙΔΕΑΝ τού Αγαθού, η ψυχή θά πρέπει νά ενεργοποιήση καί νά εφαρμόση τήν αρετήν εις τήν πρακτικήν τής καθημερινότητος τού βίου. Υπάρχει μέθοδος πρός τούτο;

Η ψυχή οφείλει διά τού συνεχούς αυτοελέγχου, τού προσωπικού της δικαστηρίου, «τόν λόγον διδόναι», νά εξετάζη συνεχώς τάς πράξεις τού βίου της (Σοφ. 230Α, Πρωτ. 336C, Πολ. 344D, Θεαίτ. 190 «καλώ καί τήν δόξαν λόγον ειρημένον… αλλά σιγή πρός αυτόν»), ώστε διά τού προσωπικού ελέγχου, αλλά καί τήν κριτικήν τών συνανθρώπων της, νά βελτιώνη τάς ενυπάρχουσας ιδιότητας τής Αρετής υπό τήν επίβλεψιν πάντοτε τής Ιδέας τού Αγαθού.

«Τόν έλεγχον λεκτέον, ως άρα μεγίστη καί κυριωτάτη τών καθάρσεών εστι». (Ο κριτικός έλεγχος είναι ο πιό σπουδαίος καί μεγάλος καθαρμός, Σοφιστής, 230d).

Η Μαιευτική τού Σωκράτους καί η Διαλεκτική τού Πλάτωνος θά ήτο εις θέσιν νά επαναφέρουν τήν ίασιν εις τήν πάσχουσα ψυχή τής ανθρωπότητος, εάν επανήρχοντο εις τήν πράξιν διά τής Παιδείας καί τού ορθού Λόγου.

Βιβλιογραφία:

Η απόδοσις τών αρχαίων κειμένων είναι από τούς κάτωθι ερμηνευτάς:
ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Α. Παπαθεοδώρου – Φ. Παππά, εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ
ΣΟΦΙΣΤΗΣ, Δημ. Γληνός, εκδ. «Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ»
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, Ν. Σ. Μπαξεβανάκι, εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ
ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Κ. Αραποπούλου, εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ
ΦΑΙΔΩΝ, Κ. Αραποποπούλου, εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ
ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ, Τάκης Δημόπουλος, εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ, ΝΟΜΟΙ, ΛΑΧΗΣ, ΧΑΡΜΙΔΗΣ, εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ
Λέξεις 2.649, 5.3.2003, Α Λ Τ Α Ν Η

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s