Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


kion1Η αρχαία Ελληνική Μουσική*

 

 ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΣΠΙΩΤΗΣ

 

                     Η Μουσική, όπως και ο Λόγος, έχουν την αρχήν απροσδιόριστον. Χάνονται εις τα βάθη των χιλιετιών. Η φύσις με τον άνεμον, το άσμα των πτηνών, τον θρούν των φύλλων έδωκεν εις τον άνθρωπον την ιδέαν του ήχου. Ασφαλές είναι, ότι το πρώτον μουσικόν όργανον ήτο η φωνή του ανθρώπου. Σήμερον με την λέξιν μουσική εννοούμε γενικώς την τέχνην των ήχων. Κατά τους αρχαίους χρόνους έδιδαν τον όρον αρμονική. Μουσική εσήμαινε πάσαν τέχνην, της οποί­ας προστάτιδες ήσαν αι Μούσαι, ήτοι ό,τι είχε σχέσιν με την ψυχοπνευματικήν αγωγήν, την διανόησιν, τας καλάς τέχνας, τα γράμματα (εν γένει την παιδείαν) και κυρίως την λυρικήν ποίησιν. Αι Μούσαι ήσαν αι θεαί κάθε πνευματικής παραγωγής, της ωδής, της μουσικής και της ποιήσεως. Η πεφιλημένη έδρα τους ήτο ο Ελικών (Ελικωνιάδες). Η λέξις Μούσα η Μοίσα η δωριστί Μώσα προέρχεται εκ του ρήματος μώ (μυέω = διδάσκω, κατηχώ, εισάγω εις τα μυ­στήρια, μύω = κλείνω, είμαι κρυφός).

Δια τους αρχαίους Έλληνας η μουσική ήτο το ασφαλέστερον μέσον, δια να εγχαράξουν εις το ανθρώπινον πνεύμα τας αρχάς της ηθικής και της αρετής, να επηρεάσουν δε την ψυχήν προς το αγαθόν. Ήσαν οι πρώτοι, οι οποίοι έδωσαν εις αυτήν ιδιαιτέραν σημασίαν και ανάπτυξιν. Εθεώρουν την προέλευσίν της ουρανίαν και απέδιδον εις αυτήν και μαγικήν ακόμη δύναμιν, ικανήν να επιτέλεση θαύματα. Έτσι εις τον Όμηρον βλέπομεν τον Έλληνα να ψάλλη άσμα, δια να σταματήση το αίμα της πληγής του.

  Συνέχεια

Advertisements

ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ


kion1ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ

 

Άν­να Κε­λε­σί­δου

 

1. Ἤ προ­σω­κρα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης

       Ὁ ὁ­ρι­σμός τοῡ Zeller[1] σύμ­φω­να μέ τόν ὁ­ποῖ­ο «σο­φί­α», «στήν ἑλ­λη­νι­κή ἐκ­δο­χή τοῦ ὅ­ρου, σή­μαι­νε πάν­τα ἐ­κτός ἀ­πό τή θε­ω­ρη­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου καί μιάν ὁ­ρι­σμέ­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά στή ζω­ή», δι­και­ώ­νε­ται μέ τόν Ξε­νο­φά­νη, τόν ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἀ­πό τήν Κο­λο­φώ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἄν καί δέν ἔ­δρα­σε πο­λι­τι­κά, ὅ­πως ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, οὔ­τε ρί­ζω­σε σέ μί­α πό­λη, δέν ὑ­πῆρ­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρος γιά τά πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα: τήν πο­λι­τι­κή του συ­νεί­δη­ση ἐκ­φρά­ζει ὁ λό­γος του ὅ­τι «ἡ σο­φί­α» εἶ­ναι κύ­ριος συν­τε­λε­στής τῆς εὐ­νο­μί­ας καί τῆς εὐ­η­με­ρί­ας τῆς πό­λης (Β 2.19,22). Τό ἀ­γω­νι­στι­κό στοι­χεῖ­ο τοῦ πνεύ­μα­τός του ἐκ­δη­λώ­νει ἡ πο­λε­μι­κή στά ψεύ­δη τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί τῆς ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας τοῦ Ὁ­μή­ρου καί τοῦ Ἡ­σι­ό­δου καί τό θαρ­ρα­λέ­ο κή­ρυγ­μα γιά τόν ἕ­να λο­γι­κό θε­ό, κυ­βερ­νή­τη τῶν «πάν­των». Τά βι­ο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να φα­νε­ρώ­νουν μί­α φύ­ση ἀ­νει­ρή­νευ­τη πού ζή­τη­σε νά ἀ­νοι­χθεῖ στόν χῶ­ρο τῆς ζω­ῆς καί τῆς γνώ­σης: ὁ ἴ­διος λέ­ει ὅ­τι ἑ­ξήν­τα ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια γύ­ρι­ζε, θαρ­ρα­λέ­ος ἀ­πο­δη­μη­τής, ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο (Β 8), πέ­ρα­σε ἀ­πό ὅ­λα τά πε­δί­α τῆς ἔ­ρευ­νας ζη­τών­τας τήν κα­λύ­τε­ρη γνώ­ση (Β 34) γιά τόν θε­ό καί τά «πάν­τα» καί πραγ­μά­τω­σε τό γνω­στι­κό, αἰ­σι­ό­δο­ξο πι­στεύ­ω του, ὅ­τι μέ τόν χρό­νο καί τήν ἔ­ρευ­να βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι τό κα­λύ­τε­ρο («χρό­νῳ ζη­τοῦν­τες ἐ­φευ­ρί­σκου­σιν ἄ­μει­νον», Β 18).

Συνέχεια

ΟΙ ΕΛΕΑΤΕΣ


kion1ΟΙ ΕΛΕΑΤΕΣ

 Jean Brun

Η Ελέα, χτισμένη λίγο νοτιότερα από το σημερινό Σαλέρνο, ήταν αποι­κία των Φωκιέων, που ‘φθασαν εκεί διωγμένοι όταν οι Πέρσες κατέλαβαν την Ιωνία.

        Ι. Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (Η ηθική θεωρία του Ξενοφάνη)

         Ο Ξενοφάνης γεννήθηκε το 570 π.Χ. και πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία. Στα είκοσι πέντε του χρόνια εγκαταλείπει τον Κολοφώνα για να γλιτώσει από την εισβολή των Περσών, πηγαίνει αρχικά στην Ελλάδα κι αργότερα στην Ελέα και στις Συρακούσες. Πέρασε τη ζωή του περιπλανώμενος από πόλη σε πόλη και απαγγέλλοντας ποιήματα, ίσως μάλιστα να ήταν και ραψωδός. Όντας εξαιρετικά φτωχός, έγραφε ιάμβους και ελεγείες, με­ταξύ των οποίων εποποιίες για την ίδρυση του Κολοφώνα και της Ελέας. Δεν μας απομένουν πια παρά ορισμένα αποσπάσματα από τις Ελεγείες του και τους Σίλλους (δηλ. σάτιρες), ενώ μια παράδοση του αποδίδει ακόμα ένα εκτενές ποίημα με τίτλο Περί Φύσεως. Γελοιοποιούσε τον Πυθαγόρα, γνωρίστηκε πιθανότατα με τον Αναξίμανδρο τον Μιλήσιο αλλά και εθε­ωρείτο από τον Ηράκλειτο πολύξερος δίχως μυαλό (απ. 40).

Συνέχεια

ΟΙ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ


kion1ΟΙ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ 

Jean Brun

        Οι Πυθαγόρειοι δεν ήταν απλώς μια επιστημονική και φιλοσοφική σχολή αλλά και μια θρησκευτικοπολιτική αίρεση, περιβαλλόμενη με αρκετό μυ­στήριο. Τα κείμενα που διαθέτουμε σχετικά είναι συνήθως ελλιπή, γι’ αυ­τό και δύσκολα διακρίνει κανείς τι ανήκει στο μύθο και τι στην ιστορία.

    

    Ι. Η ζωή του Πυθαγόρα1     

         Γεννήθηκε στη Σάμο το 580 περίπου π.Χ. Λέγεται ότι πήγε στη Μίλητο να ακούσει τον Αναξίμανδρο καθώς κι ότι ο Θαλής τον θεωρούσε ιδιο­φυΐα και ανώτερο του. Ορισμένες, μεταγενέστερες ως επί το πλείστον, πα­ραδόσεις τον φέρουν να ταξιδεύει στην Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα (όπου και συναντά τον Ζωροάστρη), τις Ινδίες κ.λπ. Ο Τσέλλερ θεωρεί όλ’ αυτά τα ταξίδια μυθικά ενώ ο Σαινιέ πιστεύει πως το ταξίδι στην Αίγυπτο πρέπει να θεωρείται βέβαιο. Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα, το σίγουρο είναι πως ο Πυθαγόρας εγκατέλειψε τη Σάμο για ν’ αποβιβαστεί στη Σύβαρη κι από κει να μεταβεί πεζός στον Κρότωνα. Εκεί διδάσκει και συγκεντρώνει γύρω του πλήθος μαθητών. Ιδρύει μια κοινότητα από άνδρες, γυναίκες και παιδιά, όπου κυριαρχεί η κοινοκτημοσύνη, διδάσκεται η ομόνοια κι επιβάλλεται η μυστικότητα. Έτσι ο Πυθαγόρας αποκτά σιγά σιγά μεγά­λη επιρροή στα πράγματα της πόλης και το πρόσωπο του περιβάλλεται με πλειάδα μύθων. Λεγόταν πως ήταν γιος του Απόλλωνα, πως ήταν θαυ­ματουργός, ότι θυμόταν τις παρελθούσες ζωές του, ακόμα κι ότι μπορού­σε να μετακινηθεί αστραπιαία μέσα στο χώρο. Πολύ σύντομα όμως θα προκαλέσει το μίσος του λαού, που θα τον κατηγορήσει για τον αριστοκρατισμό και τον μυστικισμό του. Ξεσπά λαϊκή εξέγερση και οι Πυθαγό­ρειοι σφαγιάζονται.

Συνέχεια