Η ΘΟΥΚΥΔΙΔΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ


 

kion1Ἡ Θου­κυ­δι­δι­κή ἔ­ρευ­να στήν ἐ­πο­χή μας

 

Α. Πα­να­γό­που­λου

Ἡ τε­λευ­ταί­α με­γά­λη στρο­φή στή Θου­κυ­δι­δι­κή ἔ­ρευ­να ση­μει­ώ­θη­κε τό 1972 μέ τήν ταυ­τό­χρο­νη ἐμ­φά­νι­ση δύ­ο με­γά­λων ἔρ­γων, τοῦ The Origins of the Peloponnesian War («Ἡ προ­έ­λευ­ση τσΰ Πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ Πο­λέ­μου», New York, 1972) τοῦ G.E.Μ. de Ste Croix καί τό The Athenians empire («Ἡ Ἀ­θη­να­ϊ­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α», Oxford 1972) τοῦ Russel Meiggs.

Εἶ­χαν προ­η­γη­θε­ϊ βέ­βαι­α με­ρι­κά πο­λύ ση­μαν­τι­κά βι­βλί­α καί κα­τά τήν προ­η­γού­με­νη δε­κα­ε­τί­α, ὅ­πως τό ἔρ­γο ταῦ F.E. Adcock, Thucydides and His History («Ὁ Θου­κυ­δί­δης καί ἡ Ἱ­στο­ρί­α του», Cambridge, 1963), τοῦ Η.Ρ. Stahl, Thukydides: Die Stellung des Menschen im geschichtlichen Prozess («Ἡ θέ­ση τοῦ ἄν­θρω­που στήν ἱ­στο­ρι­κή δι­α­δι­κα­σί­α», Munchen, 1966), το­ϋ Kurt von Fritz, α΄ τό­μος τοῦ Die griechische Geschichtsschreibung («Ἡ Ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α», Berlin 1967, 532-823), τοῦ J.H. Finley, Three Essays on Thucydides («Τρί­α δο­κί­μια γιά τόν Θου­κυ­δί­δη», Cambridge Mass., 1967) – εἶ­χε προ­η­γη­θεῖ 25 χρό­νια νω­ρί­τε­ρα τό ἄλ­λο του σπου­δαῖ­ο ἔρ­γο μέ τί­τλο Thucydides· τοῦ H.D. Westlake, Individuals in Thucydides («Ἄ­το­μα στόν Θου­κυ­δί­δη», Cambridge, 1968), καί ἐ­πι­τέ­λους (!) τό λῆμ­μα τοῦ Otto Luschnat «Thukydides der Historiker» («Θου­κυ­δί­δης ὁ Ἱ­στο­ρι­κός») στή R.E., Supplementband, ΧΠ, 1971, μέ 268 στῆ­λες (!).

Κα­τά τήν ἀ­κό­μη προ­η­γού­με­νη δε­κα­ε­τί­α κο­ρυ­φαί­α εἶ­χαν στα­θεῖ τά ἔρ­γα τῆς Jacqueline de Romilly, Thucydide et l’imperialisme Athenien («Ὁ Θου­κυ­δί­δης καί ὁ Ἀ­θη­να­ϊ­κός Ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμός». Paris, 1954) καί Histoire et raison chez Thucydide (« Ἱ­στο­ρί­α καί λο­γι­κή στόν Θου­κυ­δί­δη», Paris, 1956), ταῦ C. Meyer, Die Urkunden im Geschichtswerk des Thukydides («Οἱ πη­γές στό ἱ­στο­ρι­κό ἔρ­γο τοῦ Θου­κυ­δί­δη», Munchen, 1955) καί τοῦ H.J. Diesner, Wirtschaft und Gesellschaft bei Thukydides («Οἰ­κο­νο­μί­α καί κοι­νω­νί­α στόν Θου­κυ­δί­δη», Halle, 1956).

Ἀ­κό­μη πιό πα­λιά εἶ­χαν ἐ­πη­ρε­ά­σει τήν Θου­κυ­δι­δι­κή ἔ­ρευ­να τά με­γα­θή­ρια τῆς Γερ­μα­νι­κῆς κυ­ρί­ως ἀρ­χαι­ο­γνω­στι­κῆς καί Ἱστορικῆς σχο­λῆς ὅ­πως ὁ Eduard Schwartz, ὁ W. Schadewalt, ὁ A. Grossinsky καί ὁ Η. Patzer.

Καί ὡς ἐ­δῶ τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι λί­γο-πο­λύ ἀν­τι­κει­με­νι­κά· αὐ­τά εἶ­ναι, πράγ­μα­τι, τά ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα το­ῦ αἰ­ώ­να μας γιά τόν Θου­κυ­δί­δη μέ­χρι τό 1971, ὅ­πως ἤ­δη ἐ­κτι­μή­θη­καν ἀ­πό τή σύγ­χρο­νη ἔ­ρευ­να. Ἀπό ἐ­δῶ καί πέ­ρα ὅ­μως ἡ ἐ­πι­λο­γή γί­νε­ται ἀ­να­πό­φευ­κτα ἐν­τε­λῶς ὑ­πο­κει­με­νι­κή, για­τί ὁ χρό­νος ζω­ῆς τῶν νέ­ων ἔρ­γων δέν ἐ­πι­τρέ­πει (ἰ­δι­αί­τε­ρα σέ ὅ­σα ἐκ­δό­θη­καν με­τά ­τό 1980) μιάν ἀν­τι­κει­μενι­κό­τε­ρη κρί­ση γιά τήν ἐ­πί­δρα­σή τους. Γι αὐ­τό θά ἐ­πι­χει­ρή­σω μί­α στα­χυ­ο­λό­γη­ση τῶν πιό ση­μαν­τι­κῶν, κα­τά τή γνώ­μη μου, βι­βλί­ων γιά τόν Θου­κυ­δί­δη κα­τά τά τε­λευ­ταί­α χρό­νια. «Ση­μαν­τι­κά», θε­ω­ροῦν­ται ἐ­δῶ ἐ­κε­ῖ­να τά ἔρ­γα, πού προ­ϋ­πο­θέ­τουν (καί ἀ­πο­δέ­χον­ται, ἀμ­φι­σβητο­ῦν ἤ ἀ­πορ­ρί­πτουν) ὁ­λό­κλη­ρη τήν προ­η­γού­με­νη ἐρ­γα­σί­α τῆς Θου­κυδι­δι­κῆς ἔ­ρευ­νας καί φαί­νε­ται ὅ­τι θά ἐ­πη­ρε­ά­σουν τίς ἑ­πό­με­νες γε­νι­ές Θου­κυ­δι­δι­στῶν.

Σάν τέ­τοι­α ἐ­πέ­λε­ξα νά πα­ρου­σιά­σω σύν­το­μα, ἐ­κτός ἀ­πό τά ἔρ­γα τῶν Ste Croix καί R. Meiggs το­ῦ 1972, πού ἔ­δω­σαν καί τήν τε­λευ­ταί­α με­γά­λη ὤ­θη­ση σ­τή σύγ­χρο­νη ἄν­θη­ση τῶν Θου­κυ­δι­δι­κῶν σπου­δῶν, καί τά ἔρ­γα: α) τό 8ο βι­βλί­ο τοῦ H.C.T. β) τῆς Virginia Hunter 1973 καί 1982 γ) τοῦ Peter Pouncey δ) τοῦ Rawlings καί ἐ) τοῦΰ Robert Connor. Ἀ­πό τήν πλευ­ρά τῶν Ἑλ­λή­νων, πού ἔ­γρα­ψαν βι­βλί­α σέ ξέ­νη γλώσ­σα, ἀ­σχέ­τως ἀ­πό τήν ἀν­τα­πό­κρι­σή τους στή δι­ε­θνῆ κρι­τι­κή, ἀ­να­φέ­ρω μό­νο ὀ­νο­μα­στι­κῶς τά ἔρ­γα το­ῦ Εὐ­αγγ. Σού­λη, το­ῦ Ἄγγ. Βλά­χου, τῆς Ναν­νῶς Μα­ρι­νά­του, το­ΰ Ἀν­τώ­νη Ρεγ­γά­κου καί το­ῦ γρά­φον­τας τό πα­ρόν.

Τό βι­βλί­ο τοῦ G. Ε. Μ. de Ste Croix γιά τήν προ­έ­λευ­ση το­ΰ Πε­λο­πον­νη­σι­α­κο­ΰ Πο­λέ­μου, The Origins of the Peloponnesian War, εἶ­ναι ἡ πρώ­τη σο­βα­ρή ἀ­πό­πει­ρα ὑ­λι­στι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης τῶν αἰ­τί­ων τοῦ Πε­λο­πον­νη­σια­κοί Πο­λέ­μου. Χω­ρίς νά ὑ­πο­τι­μᾶ τήν Ἱ­στο­ρι­κή καί ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φι­κή ἄ­ξια το­ῦ Θου­κυ­δί­δη καί τόν θαυ­μα­στό, γιά τήν ἐ­πο­χή του, ρε­α­λι­σμό, ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν ἐ­κτί­μη­ση καί προ­βο­λή τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καί τῆς θέ­λη­σης γιά δύ­να­μη ὡς κύ­ρι­ων μο­χλῶν στήν ἱ­στο­ρί­α, ὁ Ste Croix ὑ­πο­στη­ρί­ζει τολ­μη­ρά, καί σ’ ἕ­να βαθ­μό τό ἀ­πο­δει­κνύ­ει, ὅ­τι ὁ Θου­κυ­δί­δης πο­τέ δέν κα­τά­λα­βε πλή­ρως τά πραγ­μα­τι­κά αἴ­τια τοῦ Πε­λο­πον­νη­σι­α­κοῦ Πο­λέ­μου (πρό­λο­γος, σέλ. XII)· φέρ­νει ὡς πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­νά­με­σα σ’­ἄλ­λα, καί τό Με­γα­ρι­κό ψή­φι­σμα, τό πρῶ­το ἐμ­πορι­κό ἐμ­πάρ­γκο το­ῦ Δυ­τι­κοῦ κό­σμου. Τό δεύ­τε­ρο κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τοῦ ἔρ­γου τοῦ Ste Croix εἶ­ναι ἡ σα­φής δι­ά­κρι­ση πού κά­νει ἀ­νά­με­σα στόν τρό­πο ἀν­τι­με­τώ­πι­σης ἀ­πό τόν Θου­κυ­δί­δη τῶν ἐ­σωτε­ρι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων τῆς Ἀθήνας, ὅ­που ὁ Ἱ­στο­ρι­κός τά­χτη­κε ἔμ­με­σα ὑ­πέρ μιᾶς συμ­βα­τι­κῆς ἠ­θι­κῆς, καί στήν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων, στίς ὁ­ποί­ες ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἐν­τε­λῶς ἀ­μο­ρα­λι­στι­κές με­θό­δους. Σ’αὐτή τήν δι­ά­κρι­σή του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τές.

Τό ἔρ­γο το­ῦ Ste Croix προ­κά­λε­σε ἀ­πό ἔκ­πλη­ξη καί δυ­σα­ρέ­σκεια μέ­χρι ὀρ­γή καί θαυ­μα­σμό, πράγ­μα πού συμ­βαί­νει μό­νο μέ τά με­γά­λα ἔρ­γα. Καί πρίν οἱ ἀρ­χαι­ο­γνῶ­στες συ­νέλ­θουν ἀ­πό τίς ποι­κί­λες συγ­κι­νή­σεις πού τούς προ­κά­λε­σαν The Origins of the Peloponnesian War, ἐν­νιά χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τό 1981, ἦρ­θε τό μνη­μει­ῶ­δες The Class Struggle in the Ancient Greek World («Ἡ πά­λη τῶν τά­ξε­ων στόν ἀρ­χαῖ­ο Ἑλληνικό κό­σμο»), δι­α­λε­κτι­κή ἀ­νά­λυ­ση τῆς πά­λης τῶν τά­ξε­ων ὁ­λό­κλη­ρης ταῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, ἔρ­γο πού ἔ­χει ἤ­δη ἀρ­χί­σει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει σο­βα­ρά ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἀρ­χαι­ο­γνω­στι­κή ἔ­ρευ­να τῆς ἐ­ποχῆς μας.

Τό βι­βλί­ο ἐ­ξάλ­λου του R. Meiggs εἶ­ναι τώ­ρα ἀ­πό τό­τε πού ἐκ­δό­θη­κε τό standard ἔρ­γο γιά τήν Α’ Ἀ­θη­να­ϊ­κή Συμ­μα­χί­α ἤ Κρά­τος ἤ ’Ἰμπεριαλισμό ἤ Κοι­νο­πο­λι­τεί­α με­τά ἀ­πό τά ἔρ­γα το­ϋ George Meautis καί τῆς Jacqueline de Romilly.

Τά ἔρ­γα τοῦ Wolfgang Schuller, Die Herrschaft der Athener im Ersten Seebund («Ἡ κυ­ρι­αρ­χί­α τῶν Ἀθηναίων κα­τά τήν πρώ­τη Συμ­μα­χί­α»), Berlin/New York, 1974) καί Die Stadt als Tyrann – Athens Herrschaft iiber seine Bundesgenossen («Ἡ πό­λη τύ­ραν­νος – Ἡ κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς Ἀ­θή­νας στούς συμ­μά­χους της», Konstanz 1978), δέν φαί­νε­ται νά ἔ­χουν προ­σθέ­σει τί­πο­τε ση­μαν­τι­κό στά ὅ­σα ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὁ R. Meiggs, ἔ­χουν ὅμως ἐ­παι­νε­θεῖ γιά τήν βι­βλι­ο­γρα­φι­κή τους πλη­ρό­τη­τα. Ἀντίθετα, τό θέ­μα ἐ­ρευ­νή­θη­κε σέ κά­ποι­ες νέ­ες πτυ­χές του τό­σο ἀ­πό τόν John Rexine, Thucydides and Tacitus on the Nature of Power («Ὁ Θου­κυ­δί­δης καί ὁ Τά­κι­τος γιά τή φύ­ση τῆς δύ­να­μης», 1980) καί τόν G. Huxley, Thucydides on the Growth of Athenian Power («Οἱ ἰ­δέ­ες τοῦ Θου­κυ­δί­δη γιά τήν ἀ­να­πτυ­ξη τῆς Ἀ­θη­να­ϊ­κῆς δύ­να­μης», Dublin, 1983. Δη­μο­σι­εύ­ε­ται ἐ­δῶ σέ με­τάφρά­ση-πε­ρί­λη­ψη).

Τό 1981 βγῆ­κε μέ με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση ὁ πέμ­πτος καί τε­λευ­ταῖ­ος τό­μος τοῦ γι­γάν­τιου συλ­λο­γι­κοῦ ἔρ­γου τῶν Gomme-Andrewes-Dover, A Historical Commentary on Thucydides («Ἱστορικός ὑ­πο­μνη­μα­τι­σμός στόν Θου­κυ­δί­δη») μέ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Antony Andrewes, πού κα­λύ­πτει τό 8ο βι­βλί­ο. Ὁ προ­η­γού­με­νος, ὁ τέ­ταρ­τος τό­μος μέ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Sir Keneth J. Dover βγῆ­κε τό 1970 καί κα­λύ­πτει ἀ­πό τό V. κέφ. 24 μέ­χρι τό VII βι­βλί­ο, ἐ­νῶ οἵ τρεῖς πρῶ­τοι τό­μοι, μέ ὑ­λι­κό καί ἐ­πι­μέ­λεια μό­νον τοῦ A. W. Gomme εἶ­χαν ἀρ­χί­σει νά βγαί­νουν ἀ­πό τό 1945.

Ἔτσι ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε σέ 36 χρό­νια ὁ σχο­λια­σμός, ὄ­χι μό­νο ἱ­στο­ρι­κός, τοῦ ἔρ­γου τοῦ Θου­κυ­δί­δη γιά τόν Πε­λο­πον­νη­σια­κό Πό­λε­μο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­άρ­κε­σε, χω­ρίς τά προ­ει­σα­γω­γι­κά, 27 χρό­νια, δήλ. 9 χρό­νια λι­γό­τε­ρο ἀ­πό τό H.C.T.. Κα­τ’­αὐ­τον τόν τρό­πο ἀ­χρη­στεύ­θη­κε ἐν­τε­λῶς κά­θε προ­η­γού­με­νο ἔρ­γο, ἐ­κτός ἀ­πό κά­ποι­ες φι­λο­λο­γι­κές καί κρι­τι­κές (ἐκ­δο­τι­κές) πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ ἀν­τί­στ­οι­χου τῶν Classen- Steup τῶv ἀρ­χῶν τοῦ αἰ­ώ­να μας. Γιά τούς «πα­ροι­κο­ῦν­τας ἐν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ» τό Lebenswerk αὐ­τό τοῦ Gomme κυ­ρί­ως, μέ τή γεν­ναί­α συμ­βο­λή τῶν Andrewes καί Dover, ἀ­πο­τε­λεῖ τώ­ρα τό ἀ­δι­α­φι­λο­νί­κη­τα ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο τῆς Θου­κυ­δι­δι­κῆς ἔ­ρευ­νας ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν ὅ­λων τῶν λα­ῶν τῆς γῆς. Βέ­βαι­α τοῦ ἔ­χουν γί­νει ἐ­πι­κρί­σεις σέ κάμ­πο­σα ση­μεῖ­α, κα­θώς καί δι­ορ­θώ­σεις, προ­σθῆ­κες, ἀ­ναι­ρέ­σεις κλπ., ἀλ­λά κα­νείς πιά δέν ἀρνεῖ­ται τή θε­με­λι­ώ­δη του ἀ­ξία: πρό­κει­ται γιά νά τό ποῦ­με ἁ­πλά γιά ἕ­να ἀ­πα­ραί­τη­το vademecum στόν Θου­κυ­δί­δη, καί λό­γω τῶν συγ­κρί­σε­ων καί πα­ρα­βο­λῶν πρός ἄλ­λες πη­γές, πολ­λούς ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἱ­στο­ρι­κούς κα­θώς καί ­ἱ­στο­ρι­κές ἐ­πι­γρα­φές, ἕ­να sine qua non ἐρ­γα­λε­ῖ­ο γιά ὁ,τι­δήπ­στε σχε­δόν θέ­λει νά ἐ­ρευ­νή­σει κα­νείς σ’­αὐ­τόν. Θυ­μᾶ­μαι, καί πα­ρα­κα­λῶ νά μοῦΰ συγ­χω­ρε­θεῖ ἡ πα­ρέκ­βα­ση, ὅτι, ὅ­ταν τό 1979 στήν Ὀξ­φόρ­δη συ­ζη­τοῦ­σα μέ τόν Andrewes γιά μιά με­τα­φρα­στι­κή συ­νερ­γα­σί­α μας καί τό ἔ­φε­ρε ἡ κου­βέν­τα γιά τό H.C.T., τοῦ εἶ­πα ὅ­τι κα­τά τή γνώ­μη μου, ὅ­ταν τό ἔρ­γο ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ, θά ἀ­πο­τε­λέ­σει τό με­γα­λύ­τε­ρο ἴ­σως κα­τόρ­θω­μα στό σύ­νο­λο τῶν ἀρ­χαι­ο­γνω­στι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ 20ου αἰ­ώ­να. Μο­ῦ ἀ­πάν­τη­σε χω­ρίς δι­σταγ­μό: «με­τά ἀ­πό τήν ἀ­πο­κρυ­πτο­γρά­φη­ση τῆς Γραμ­μι­κῆς Β΄ ἀ­πό τόν Μ. Ventris καί τό The Roman Revolution («Ἡ Ρω­μα­ϊ­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση») τοῦ Ronald Syme (τοῦ 1939)». Δέν μέ ἔ­πει­σε· ἀ­κό­μη τώ­ρα πι­στεύ­ω πώς στά­θη­κε πο­λύ γεν­ναι­ό­δω­ρος πρός τούς ἄλ­λους καί σε­μνός γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί τούς συ­νερ­γά­τες του. Μό­νο πού τώ­ρα πλά­ϊ στό H.C.T., τό The Roman Revolution καί τήν ἀ­πο­κρυ­πτο­γρά­φη­ση τῆς Γραμ­μι­κῆς Β , θά ἔ­βα­ζα τό The Class Struggle in the Ancient Greek World καί τόν «Ἴ­βυ­κο» (πρό­γραμ­μα ἠ­λε­κτρο­νι­κῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν στά κλασ­σι­κά) τοῦ David Packard. Καί ἀ­σφα­λῶς δέν ξέ­ρου­με τί μᾶς ἐ­πι­φυ­λάσ­σουν ἀ­κό­μη τά ὑ­πό­λοι­πα χρό­νια του αἰ­ώ­να μας καί τῆς δεύ­τε­ρης χι­λι­ε­τί­ας. Ἀλ­λά κα­λύ­τε­ρα ἄς ἐ­πι­στρέ­ψου­με πά­λι στό θέ­μα μας. Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­ξία σ’­αὐ­τον τόν 5ο τό­μο ἔ­χουν δύ­ο πα­ραρ­τή­μα­τα, ἕ­να μέ τί­τλο «Indications of Incompleteness» («Ἐν­δεί­ξεις ἡ­μι­τέ­λειας», ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Andrewes) καί τό ἄλ­λο «Strata of Composition» («Στρώ­μα­τα σύν­θε­σης», ἀ­πό τόν Sir Kenneth Dover) καί οἱ ἐ­ξαι­ρε­τι­κά πο­λύ­τι­μοι ἑ­νια­ῖοι πί­να­κες γιά ὅ­λο τό ἔρ­γο καί γιά τούς πέν­τε τό­μους. Στά addenda τοῦ τέ­λους ἀ­να­γνω­ρί­ζει τή συμ­βο­λή πολ­λῶν Θου­κυ­δι­δι­στῶν σέ ἐ­πι­μέρ­συς θέ­μα­τα, ὅ­πως τοῦ H.D. Westlake, τοῦ J. Wilson, τοῦ L. Robert, τοῦ R. Sealey, τοῦ D.M. Lewis, τοῦ P. Cartledge, τοῦ Μ. Η. Hansen, τοῦ P. Harding, τοῦ D. Lateiner, τοῦ F. Ferluato, τοῦ W.K. Pritchett, Kromayer, R.S. Stroud, Fougeres κ. α.

Ἡ Virginia Hunter, ἕ­νας ἀ­πό τους δυ­να­τό­τε­ρους «χω­ρί­ζον­τες» τῆς ἐ­πο­χῆς μας στό λε­γό­με­νο «Θου­κυ­δι­δι­κό πρό­βλη­μα», μᾶς εἶ­χε εἰ­δο­ποι­ή­σει δέ­κα χρό­νια πρίν γιά τίς εἰ­κο­νο­κλα­στι­κές της προ­θέ­σεις. Μέ τό Thucydides the Artful Reporter («Θου­κυ­δί­δης, ὁ ἔν­τε­χνος ἀν­τα­πο­κρι­τής», Toronto, 1973) ἔ­δει­ξε δυ­να­μι­κά ὅτι κά­τι ἐν­τελῶς προ­σω­πι­κό εἶ­χε νά πεῖ γιά τόν Θου­κυ­δί­δη καί ὅ­τι ἤ­ξε­ρε πῶς νά τό κά­μει. Σέ μί­α κρι­τι­κή μου τοῦ 1975 (Πλά­των, 27) εἶ­χα ἀ­να­γνω­ρί­σει τή δι­α­λε­κτι­κή της δύ­να­μη καί τήν πει­στι­κή, στά ἐ­πι­μέ­ρους προ­βλή­μα­τα, ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α τῆς Hunter, ἄλ­λα γιά λό­γους, πού δέν ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω ἐ­δῶ, τε­λι­κά κερ­δί­ζει στά ση­μεῖ­α, ἀλ­λά χά­νει στό τε­λι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα· για­τί ὁ Θου­κυ­δί­δης ἦ­ταν με­γά­λος τε­χνί­της, ὄ­χι ὅ­μως στήν «ἀν­τα­πό­κρι­ση» λό­γων καί ἔρ­γων, ἀλ­λά στήν Ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α. Ἀνάμεσα στό 1973 καί τό 1982, ὁ­πό­τε βγῆ­κε τό δεύ­τε­ρο βι­βλί­ο της, πού κα­τά τό ἥ­μι­συ ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν Θου­κυ­δί­δη, Past and Process in Herodotus and Thucydides («Πα­ρελ­θόν καί δι­α­δι­κα­σί­α στόν Ἡ­ρό­δο­το καί στόν Θου­κυ­δί­δη) ἡ κα­θη­γή­τρια Hunter, στη­ρι­ζό­με­νη στό ἐ­δά­φιο V. 26.1-2, τό γνω­στό ὡς «Δεύ­τε­ρος πρό­λο­γος», ὑ­πο­στη­ρί­ζει γεν­ναί­α τίς χω­ρι­στι­κές της ἀ­πό­ψεις μ’ ­ἕ­να ἄρ­θρο στό πε­ρι­ο­δι­κό Historia 26 (1977) μέ τί­τλο «The Composition of Thucydides’ History: a New Answer to the Problem» («Ἡ σύν­θε­ση τῆς Ἱ­στο­ρί­ας το­ῦ Θου­κυ­δί­δη: μί­α νέ­α ἀ­πάν­τη­ση στό πρό­βλη­μα»).

Ἐ­κεῖ, ἡ Hunter ὑ­πο­στη­ρί­ζει, χω­ρίς πά­λι νά τό ἀ­πο­δει­κνύ­ει, ὅ­τι ὁ λε­γό­με­νος «Δεύ­τε­ρος πρό­λο­γος» συ­νε­πά­γε­ται «ἕ­να προ­η­γού­με­νο ἔρ­γο», δήλ. μί­α Ἱ­στο­ρί­α το­ῦ «δε­κα­ε­τοῦς ἤ Ἀρ­χι­δά­μει­ου Πο­λέ­μου, πού ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ὁ Θου­κυ­δί­δης εῖ­χε συμ­πλη­ρώ­σει καί ἴ­σως ἐκδώ­σει (!) στή μι­κρή διά­ρκεια τῆς ἐ­πι­σφα­λοῦς Εἰ­ρή­νης τοῦ Νι­κί­α (421). Ἀλ­λά ἡ χω­ρι­στι­κή σχο­λή συ­νο­λι­κά στήν ἐ­πο­χή μᾶς μπο­ρεῖ νά κερ­δί­ζει, ἄν κερδί­ζει, μι­κρο­μά­χες, τόν πό­λε­μο ὅ­μως τόν κερ­δί­ζουν οἱ ἑ­νω­τι­κοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι καί δέν ἀ­φή­νουν νά ὑ­πο­βαθ­μι­στο­ῦν οἱ Θου­κυ­δι­δι­κές σπου­δές σέ φι­λο­λο­γι­κή ἔ­ρι­δα γιά τή σύν­θε­ση το­ῦ ἔρ­γου καί τό πρό­γραμ­μα ἐρ­γα­σί­ας τοῦ Θου­κυ­δί­δη. Ἡ με­γά­λη Jacqueline de Romilly, ὁ σο­βα­ρό­τε­ρος ἐκ­πρό­σω­πος τῶν χω­ρι­ζόντων στήν ἐ­πο­χή μας, εἶ­χε πρός αὐ­τή τήν κα­τεύ­θυν­ση κά­πως πα­ρά­δο­ξα ἐ­πι­ση­μά­νει πρίν λί­γα χρό­νια σέ δι­ά­λε­ξή της στή Φι­λο­σο­φι­κή τῆς Ἀ­θή­νας ὅ­τι μέ αὐ­τή τή λο­γι­κή, μα­κρο­χρό­νια καί μα­κρο­σκο­πι­κά, ἕ­νας πι­θα­νός Θου­κυ­δί­δης τῶν δύ­ο Παγ­κο­σμί­ων πο­λέ­μων τοῦ 20οΰ αἴ­ω­να, θά μπο­ροῦ­σε, τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν, κυ­ρί­ως τῶν με­γε­θῶν, νά θε­ω­ρή­σει τήν πε­ρί­ο­δο τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου (1919-38) ὡς εἰ­ρη­νι­κό δι­ά­λειμ­μα ἕ­νος καί τοῦ αὐ­τοῦ πο­λέ­μου. Ἀλλά βέ­βαι­α ἄλ­λο 24 χρό­νια συ­νε­χῶν ἐ­χθρο­πρα­ξι­ῶν καί τρί­α ἐ­πι­σφα­λοῦς εἰ­ρή­νης καί ἄλ­λο δέ­κα χρό­νια συ­νε­χοῦς πο­λέ­μου καί δε­κα­εν­νέ­α συ­νε­χοῦς εἰ­ρή­νης.

Σ’ αὐ­τό τό δεύ­τε­ρο βι­βλί­ο ἡ Hunter, στήν Εἰ­σα­γω­γή, ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅτι προ­σφέ­ρει δύ­ο μο­να­δι­κό­τη­τες στήν ἔ­ρευ­να, (α) τήν πρώ­τη συ­στη­μα­τι­κή σύγ­κρι­ση τῶν δύ­ο με­γά­λων ἱ­στο­ρι­κῶν καί (β) τήν εἰ­σα­γω­γή ἐν­νοιῶν, πού προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τή σύγ­χρο­νη ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α καί ἀ­πό τή με­θο­δο­λο­γί­α τῶν κοι­νω­νι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν. Ἀλ­λά, κα­τά ­τή γνώ­μη μου, καί οἱ δύ­ο εἶ­ναι ψευ­δο­μο­να­δι­κό­τη­τες, (α) για­τί τή σύγ­κρι­ση τήν ἔ­κα­με πρῶ­τος καί μά­λι­στα χω­ρίς τυμ­πα­νο­κρου­σί­ες καί πο­λύ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα ὁ Gomme καί δευ­τε­ρευ­όν­τως οἱ Andrewes καί Dover στό H.C.T. καί (β) για­τί, τό νά μπά­σεις και­νού­ρι­ες ἔν­νοι­ες, ἀ­κό­μη καί με­θό­δους, σέ πα­λαι­ά πράγ­μα­τα, δέν εἶ­ναι δι­ό­λου ση­μαν­τι­κό. Ση­μαν­τι­κό εἶ­ναι νά ἀ­ξι­ο­ποί­η­σεις σω­στά τά σύγ­χρο­να με­θο­δο­λο­γι­κά ἐρ­γα­λεῖ­α στήν ἔ­ρευ­να τοῦ ἀρ­χαί­ου κό­σμου, ὅ­πως π.χ. ἔ­κα­με ὁ Ste Croix καί μά­λι­στα ἕ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα ἀ­πό τήν Hunter, ἀλ­λά φυ­σι­κά δέν προ­λά­βαι­νε καί ἄν ἀ­κό­μα ἤ­θε­λε, νά τό ἀ­να­γνω­ρί­σει ἤ καί νά τό ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει στό δι­κό της ἔρ­γο ἡ Hunter.

Ἔ­πει­τα φο­βᾶ­μαι ὅ­τι δέν πρό­σε­ξε ὅ­σο ἔ­πρε­πε τούς ἐ­ρευ­νη­τές τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­πι­στή­μης ἤ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν, πολ­λοί ἀ­πό τους ὁ­ποί­ους θε­ω­ροῦν τόν Θου­κυ­δί­δη ἀ­πο­κλει­στι­κά δι­κό τους «πε­δί­ον δρά­σε­ως» (ὅ­πως ὁ μα­θη­τευ­ό­με­νος κου­ρέ­ας τό κε­φά­λι τοῦ κα­σί­δη), καί ξε­κι­νοῦν τή Θου­κυ­δι­δι­κή τούς ἔ­ρευ­να ἀ­πό τόν Thomas Hobbes καί κα­τα­λή­γουν στόν George Sabine. Ή Hunter, μέ ἀ­νά­λο­γη αὐ­το­πε­ποί­θη­ση, ὑ­πο­στη­ρί­ζει πώς βρῆ­κε τό κλει­δί (τό λέ­ει ἔ­ξι φο­ρές) γιά τήν ἔ­ρευ­να τῶν δύ­ο ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τόν τρό­πο πού οἱ δύ­ο αὐ­τοί ἱ­στο­ρι­κοί ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται τό μα­κρι­νό τους πα­ρελ­θόν καί τίς ἀ­πόπει­ρές τους νά τό ἐ­ξη­γή­σουν ἱ­στο­ρι­κά, καί ὅ­τι τό κλει­δί αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α «δι­α­δι­κα­σί­α» (process), δήλ. ἡ δι­α­λε­κτι­κή κί­νη­ση ἀ­πό τήν ἀ­νά­πτυ­ξη στήν κρί­ση καί ἀ­πό τήν κρί­ση στήν πα­ρακ­μή. Αὐ­τή τή δι­α­δι­κα­σί­α (μέ τήν δι­α­λε­κτι­κή ση­μα­σί­α το­ῦ ὅ­ρου) τή θε­ω­ροῦν καί οἱ δύ­ο ἱ­στο­ρι­κοί, πι­στεύ­ει ἡ Hunter, ὡς κοι­νό κεν­τρι­κό ἀν­τι­κεί­με­νο μα­ζί μέ τούς κιν­δύ­νους τούς ἐγ­γε­νεῖς σέ κά­θε «ἀρ­χή» (ἐν­νο­εῖ ἡ­γε- μο­νι­σμό), δήλ. ὁ μέν Ἡ­ρό­δο­τος τῶν Περ­σῶν, ὁ δέ Θου­κυ­δί­δης τῶν Ἀ­θη­ναί­ων. Ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες κα­τα­σκευ­ές, πού ἀ­πέ­χουν ὅ­μως πα­ρα­σάγ­γες ἀ­πό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Οὔ­τε ὁ Ἡ­ρό­δο­τος οὔ­τε ὁ Θου­κυ­δί­δης εἶ­χαν, ὅ­πως φαί­νε­ται, δι­α­βά­σει τίς σύγ­χρο­νές μας ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φι­κές καί κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κές με­θό­δους ἀ­νά­λυ­σης γιά νά θέ­λουν, καί μά­λι­στα ἀ­πό κοι­νοῦ, νά τίς ἐ­φαρ­μό­σουν στό ἱ­στο­ρι­κό τους ἔρ­γο, ὄ­πως θά ἔ­κα­ναν π.χ. δύ­ο μα­θη­τευ­ό­με­νοι σ­τρου­κτου­ρα­λι­στές, δήλ. νά ἐ­φαρ­μό­σουν γιά ἄ­σκη­σή τους τόν γλωσ­σο­λο­γι­κό δο­μι­σμό σέ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κά ποι­ή­μα­τα καί νά κα­τα­λή­ξουν στά ἴ­δια ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα.

Πάν­τως πα­ρά τό ὅ­τι καί ὡς δο­μί­στρια καί ὡς «χω­ρί­ζου­σα» ἡ Hunter φαί­νε­ται νά ἔ­χει ἤ ἀ­γνο­ή­σει ἤ πα­ρερ­μη­νεύ­σει τίς γό­νι­μες ἐρ­γα­σί­ες τῆς De Romilly καί το­ῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Immerwahr, ἐν­τούτοις καί μέ τό ἔρ­γο της αὐ­τό ἔ­χει ἀρ­χί­σει νά ἑλ­κύ­ει, ὅ­πως καί μέ τό πρῶ­το, με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον καί θά ἀ­σκή­σει με­γά­λη ἐ­πιρ­ρο­ή στή Θου­κυ­δι­δι­κή ἔ­ρευ­να, μᾶλ­λον ἀρ­νη­τι­κή, δήλ. ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρός ἀ­πο­φυ­γήν. Ἀλ­λά νά τό ἀ­γνο­ή­σει δέν μπο­ρεῖ κα­νείς.

Ὁ ἀν­τί­πο­δας στό­χου καί με­θό­δου τῆς Hunter εἶ­ναι τό τρί­το ἔρ­γο τοῦ Donald Kagan, The Peace of Nicias and the Sicilian Expedition («Ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Νι­κί­α καί ἡ Σι­κε­λι­κή ἐκ­στρα­τεί­α», 1981), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­τσι ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τήν τρί­το­μη δι­κή του ἀ­νά­λυ­ση τοῦ Πε­λο­πον­νη­σι­α­κο­ῦ Πο­λέ­μου με­τά τό The Outbreak of the Peloponnesian War («Ἡ ἔ­κρη­ξη το­ϋ Πε­λο­πον­νη­σι­α­κοῦ Πο­λέ­μου», 1969) καί The Archidamian War(«Ὁ Ἀρχιδάμειος Πό­λε­μος», 1974) καί γρά­φει, ὅ­πως καί στά προ­η­γού­με­να ἔρ­γα του, πα­ρα­δο­σια­κή, ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κή, θά ἔ­λε­γα, ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πε­λο­πον­νη­σι­α­κο­ῦ Πο­λέ­μου μέ βά­ση κυ­ρί­ως τόν Θου­κυ­δί­δη καί τίς ἄλ­λες πη­γές, ­ἱ­στο­ρί­α πο­λι­τι­κο­στρα­τι­ω­τι­κή καί δι­πλω­μα­τι­κή. Ἀ­γνο­εῖ σχε­δόν ἐν­τε­λῶς τήν κοι­νω­νι­κή δι­ά­στα­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος καί ἐν­τε­λῶς τήν οἰ­κο­νο­μι­κή καί φαί­νε­ται ὅ­τι θά ἀ­σκή­σει μι­κρή ἐ­πιρ­ρο­ή στή Θου­κυ­δι­δι­κή ἔ­ρευ­να, ἄν καί δέν εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρο τοῦ ἔρ­γου τῆς Hunter, ἀλ­λά εἶ­ναι πο­λύ πιό προ­σγει­ω­μέ­νο καί σχε­δόν χρο­νι­κο­γρα­φι­κό.

Ἄς δοῦ­με τώ­ρα τά βι­βλί­α δύ­ο ἀ­μι­γῶν στρου­κτου­ρα­λι­στῶν: τό ἔρ­γο τῶν Peter R. Pouncey: The Necessities of War: A Study of Thucydides’ Pessimism («Οἱ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τες τοῦ πο­λέ­μου: Ἔ­ρευ­να τῆς ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­ας τοῦ Θου­κυ­δί­δη», Columbia Univ. Press, 1980) σκο­πεύ­ει, καί κα­τά τή γνώ­μη με­ρι­κῶν ὁ­μο­τέ­χνων τό κα­τα­φέρ­νει, νά δι­ορ­θώ­σει τίς θέ­σεις τῆς De Romilly καί τοῦ Stahl γιά τή φύ­ση καί τήν αἰ­τία τῆς ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­ας τοῦ Θου­κυ­δί­δη, πού αὐ­τός καί μα­ζί του με­ρι­κοί ἄλ­λοι τίς βρί­σκουν ὑ­πε­ρα­πλου­στευ­μέ­νες. Ό Pouncey ἀ­να­ζη­τά­ει τό δι­κό του κλει­δί, πού τό ὀ­νο­μά­ζει «δι­α­νο­η­τι­κή ὑ­πο­δο­μή» τοῦ ἔρ­γου τοῦ Θου­κυ­δί­δη. Αὐ­τό τόν ὁ­δη­γεῖ στή δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι «ἡ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Θου­κυ­δί­δη καί ἡ τε­λι­κή ἐ­ξή­γη­ση ὅλων, ὅ­σα γί­νον­ται, εἶ­ναι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση», ὁ χα­ρα­κτή­ρας, πού τά βα­σι­κά του στοι­χεῖ­α, ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα, φό­βος καί συμ­φέ­ρον, εἶ­ναι πα­ρορ­μη­τι­κά. Αὐ­τά τά ἴ­δια εἶ­ναι πού ἀ­νε­γεί­ρουν μί­α κοι­νω­νί­α (ὅ­λες οἱ ἔν­νοι­ες, ἄν προ­σέ­ξει κα­νείς, εἶ­ναι ἀ­πό τή δο­μι­κή ὁ­ρο­λο­γί­α) καί ἔ­χουν τή δύ­να­μη νά τήν γκρε­μί­σουν μέ­σα ἀ­πό κάποι­ες δι­α­δι­κα­σί­ες, πού κα­τα­λή­γουν στήν ἐμ­φύ­λια δι­α­μά­χη. Ἕ­να ἄλ­λο συ­στα­τι­κό της «δι­α­νο­η­τι­κῆς ὑ­πο­δο­μῆς» τοῦ Θου­κυ­δί­δη, κα­τά τόν Pouncey, εἶ­ναι με­ρι­κές βα­σι­κές ἰ­σορ­ρο­πί­ες, ἰ­σο­δυ­να­μί­ες στή σκέ­ψη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ, πού ἐκ­δη­λώ­νον­ται στή στά­ση του καί τήν κρί­ση του, τό­σο γιά ἄ­το­μα (ὅ­πως π.χ. γιά τόν Ἀλ­κι­βιά­δη), ὅ­σο καί γιά γε­γο­νό­τα (ὅπως τά ἐ­πει­σό­δια τῆς Μή­λου). Αὐ­τό τόν ὁ­δη­γεῖ σέ δι­πλή στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, κά­ποι­α ἀ­νο­χή ἤ καί ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­α τῆς θέ­λη­σης γιά δύ­να­μη, ἀ­πό τή μί­α πλευ­ρά, καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη, κά­ποι­α ἀ­παι­σι­ό­δο­ξη συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι αὐτή ἀ­κρι­βῶς ἡ τά­ση μπο­ρεῖ νά κα­τα­στρέ­ψει μιά κοι­νω­νί­α. Καί γιά νά μή φα­νεῖ ὅ­τι εἶ­ναι μο­νο­με­ρής στήν ἀ­νά­λυ­σή του, ὁ Pouncey δέ­χε­ται ὅ­τι ὁ Θου­κυ­δί­δης ἀ­πο­φεύ­γει κά­πο­τε αὐ­τή τή νο­μο­τε­λεια­κή ἄ­πο­ψη γιά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα καί τήν Ἱ­στο­ρί­α ἀ­κό­μη καί μέ­σα στήν ἀ­δή­ρι­τη ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ πο­λέ­μου· καί, νά, μέ­σα ἀ­πό τή φθαρ­τι­κή δι­α­δι­κα­σί­α προ­βάλ­λουν δύ­ο ἀ­το­μι­κές ἐ­ξαι­ρέ­σεις, ὁ Βρα­σί­δας καί ὁ Ἑρ­μο­κρά­της, λές καί ἡ ἱ­στο­ρί­α τούς ἐ­φεῦ­ρε γιά νά ἐ­πι­βε­βαι­ώσουν τή στρου­κτου­ρα­λι­στι­κή κα­τα­σκευ­ή το­ῦ Pouncey. Συ­νο­λι­κά φαί­νε­ται ὅ­τι τό ἔρ­γο αὐ­τό ἀ­σκεῖ ἐ­πιρ­ρο­ή καί θά ἀ­σκή­σει ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­νά­με­σα στούς δο­μι­στές καί τούς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­πι­στή­μης, καί κυ­ρί­ως σ’­αὐ­τούς πού ἀρ­νο­ῦν­ται οἱ ἴ­διοι τόν ἕ­αυ­τό τους καί τό ἔρ­γο τους. Καί ἄς μο­ῦ ἐ­πι­τρα­πε­ῖ νά ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἔκ­πλη­κτος κά­που μιά δι­ά­λε­ξη γιά τόν Θου­κυ­δί­δη ἀ­πό ἕ­ναν τέ­τοι­ο «πο­λι­τι­κό ἐ­πι­στή­μο­να», πού ὑ­πο­βί­βα­σε τό πο­λι­τι­κό φαι­νό­με­νο σέ ἀ­το­μι­κό-ψυ­χο­λο­γι­κό καί μά­λι­στα χω­ρίς νά ἀ­να­φέ­ρει τήν πη­γή του. Ὁ Θου­κυ­δί­δης θά τη­ροῦ­σε σί­γου­ρα ἀ­πέ­ναν­τι σ’­αὐ­τό τό φαι­νό­με­νο, «ἰ­σο­δυ­να­μί­α» στά­σε­ων: κα­τα­νό­η­ση γιά τή θέ­λη­ση γιά δύ­να­μη τοῦ ὁ­μι­λη­τή καί με­λαγ­χο­λί­α γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση.

Τό βι­βλί­ο το­ῦ Η. R. Rawlings ΙΙΙ The Structure of Thucydides’ History («Ἡ δο­μή τῆς Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Θου­κυ­δί­δη», Princeton, 1981) εἶ­ναι ἀ­κό­μη πιό «κα­τα­σκευ­α­στι­κό». Αὐ­τό ἀ­σφα­λῶς ἀ­σκεῖ καί θά ἀ­σκή­σει κά­ποι­α ἐ­πιρ­ρο­ή ἰ­δι­αί­τε­ρα στούς κύ­κλους τῶν ὁ­μο­τέ­χνων ἐ­κεί­νων, πού πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ δο­μι­σμός μέ τά δι­ά­φο­ρα μον­τέ­λα του ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να passe-partout κλει­δί γιά ὅ­λα καί γιά τήν ἔ­ρευ­να τοῦ ἀρ­χαί­ου κό­σμου, ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ Θου­κυ­δί­δη.

Τό βα­σι­κό δο­μι­κό μον­τέ­λο το­ῦ Rawlings εἶ­ναι καί ἀ­μι­γῶς χω­ρι­στι­κό: τό κλει­δί του εἶ­ναι ἡ «δι­πλή θέ­α», ὅ­πως ἀ­πο­κα­λεῖ τήν κα­τά τή γνώ­μη του ἀν­τι­με­τώ­πι­ση το­ῦ Πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ Πο­λέ­μου ἀ­πό τόν Θου­κυ­δί­δη ὡς δύ­ο αὐ­το­τε­λῶν καί σχε­δόν ἰ­σομή­κων πο­λέ­μων καί ὁ κύ­ριος στό­χος του εἶ­ναι ἡ ἐ­πα­νε­ξέ­τα­ση τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ πο­λέ­μου ἀ­πό τόν Θου­κυ­δί­δη καί τῶν τρό­πων μέ τούς ὁ­ποί­ους ὁ ἴ­διος ὁ ἱ­στο­ρι­κός ὁ­δη­γεῖ τούς ἀ­να­γνῶ­στες του νά δε­χθο­ῦν τήν ἐγ­κυ­ρό­τη­τα τῆς ἑρ­μη­νεί­ας του. Τό ἔρ­γο ὅ­μως αὐ­τό πά­σχει ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τίς ἐγ­γε­νεῖς καί ἀ­να­πό­φευ­κτες με­θο­δο­λο­γι­κές ἀ­δυ­να­μί­ες ὅ­λων τῶν δι­δα­κτο­ρι­κῶν δι­α­τρι­βῶν (ἦ­ταν μα­θη­τής τοῦ R. Connor καί στό θέ­μα αὐ­τό, ὅ­πως θά δο­ῦ­με πα­ρα­κά­τω, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά καί με­τα­φο­ρι­κά «βρῆ­κε τό δά­σκα­λό του») δήλ. ἀ­πό φόρ­το πε­ριτ­τῶν κά­πο­τε λε­πτο­με­ρει­ῶν καί ἀ­πό ἐ­πι­χε­ρη­μα­το­λο­γί­α, πού ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἀρ­γά καί δύ­σκο­λα· ἀλ­λά πά­σχει καί ἀ­πό τό βα­σι­κό ἐ­λάτ­τω­μα ὅ­λων τῶν μο­νι­στῶν: δέν εἶ­ναι πάν­το­τε προ­σε­κτι­κός στή δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στή γνώ­μη τοῦ Θου­κυ­δί­δη καί σ’­αὐ­τό πού πράγ­μα­τι ἔ­γι­νε, για­τί τά δύ­ο τους πο­λύ συ­χνά δι­α­φέ­ρουν, ἀ­κό­μη καί γιά ὅ­σα γε­γο­νό­τα δέν ἔ­χουν ἄλ­λη πη­γή πλη­ρο­φο­ρι­ῶν κι αὐ­τά εἶ­ναι τά πιό πολ­λά.

Καί τώ­ρα τό βι­βλί­ο τοῦ W. R. Connor: Thucydides (Princeton, 1984). Μᾶς εἶ­χε προ­ϊ­δε­ά­σει γιά τή δι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα καί πρω­το­τυ­πί­α τῆς σκέ­ψης του στά δύ­ο προ­η­γού­με­να ἔρ­γα του, Theopompus and FifthCentury Athens («Ὁ Θεόο­πομ­πος καί ἡ Ἀ­θή­να τοῦ πέμ­πτου αἰ­ώ­να», Cambridge, Mass. 1968) καί New Politicians of Fifth Century Athens («Νέ­οι πο­λι­τι­κοί της Ἀ­θή­νας τοῦ πέμ­πτου αἰ­ώ­να», Princeton, 1971), ἀλ­λά κα­νείς δέν θά μπο­ροῦ­σε νά προ­βλέ­ψει τή ρι­ζο­σπα­στι- κό­τη­τα καί τολ­μη­ρό­τη­τα τοῦ νέ­ου του βι­βλί­ου.

Ὁ κεν­τρι­κός πυ­ρή­νας τῆς αἱ­ρε­τι­κῆς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης τοῦ Θου­κυ­δί­δη ἀ­πό τόν Κα­θη­γη­τή Connor εἶ­ναι ἡ σκέ­ψη-κλει­δί ὅ­τι ὁ Ἀλιμούσιος δι­α­μορ­φώ­νε­ται καί ἐ­ξε­λίσ­σε­ται στή διά­ρκεια τῆς συγ­γρα­φῆς τοῦ Πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ Πο­λέ­μου καί προσ­δο­κᾶ ἀ­πό τόν ἀ­να­γνώ­στη του νά τό δε­χτεῖ αὐ­τό καί νά κά­μει κι αὐ­τός τό ἴ­διο. Πιό ἀ­να­λυ­τι­κά: τό ἐν­δι­α­φέ­ρον μας, κα­τά τόν Connor, πρέ­πει νά ἐ­στιασθεῖ στό ρό­λο πού παί­ζει ὁ ἀ­να­γνώ­στης στό νά δο­θεῖ νό­η­μα στό κεί­με­νο τοῦ Θου­κυ­δί­δη. Ὅ­τι ὁ ἱ­στο­ρι­κός χρη­σι­μο­ποί­η­σε τήν ἀν­τικει­με­νι­κό­τη­τα ὄ­χι τό­σο ὡς μί­α στα­θε­ρή ἀρ­χή ὀρ­θῆς πα­ρου­σί­α­σης τοῦ ὑ­λι­κοῦ του, ὅ­σο ὡς μέ­σον ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μέ τούς ἀ­να­γνῶ­στες του, τούς ὁ­ποί­ους ἀ­νε­παί­σθη­τα «ἐμ­πλέ­κει» στήν πα­θο­λο­γί­α τοῦ πο­λέ­μου καί τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Καί κα­θώς τά θέ­μα­τα καί οἱ ἰ­δέ­ες τοῦ Θου­κυ­δί­δη ἐ­πι­στρέ­φουν καί ἀ­να­πτύσ­σον­ται, οἱ ἀρ­χι­κές ἀν­τι­δράσεις τοῦ ἀ­να­γνώ­στη δο­κι­μά­ζον­ται καί με­τα­βάλ­λον­ται στα­δια­κά μέ­χρι πού νά ἀ­χθεῖ καί νά συμ­βά­λει ὁ ἴ­διος σέ μιά βα­θύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τοῦ πο­λέ­μου καί τῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Ἡ εἰ­κο­νο­κλα­στι­κή αὐ­τή μέ­θο­δος, ὅ­σο κι ἄν συ­ναν­τά­ει ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως τή δυ­σπι­στί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, εἶ­ναι πο­λύ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη. Ὅ­σοι μά­λι­στα εἶ­χαν τή σπά­νια τύ­χη ν’­ἀ­φι­ε­ρώ­σουν με­ρι­κά χρό­νια ἀ­πο­κλει­στι­κά στήν ἔ­ρευ­να τοῦ Θου­κυ­δί­δη, αὐ­τοί πεί­θον­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα, για­τί οἱ ἴ­διοι ἔ­ζη­σαν καί δο­κί­μα­σαν αὐ­τήν τή δι­α­λε­κτι­κή καί δια­ρκῶς με­τα­βαλ­λό­με­νη «μέ­θε­ξη», αὐ­τή τή στα­δια­κή στρο­φή ἀ­πό τή δι­α­νο­η­τι­κή καί ἐ­ρευ­νη­τι­κή, σχε­δόν ex officio, πε­ρι­έρ­γεια καί ἐν­δι­α­φέ­ρον σέ βι­ω­μα­τι­κή συμ­με­το­χή καί συ­νε­χές αὐ­το­ξε­πέ­ρασμα τῶν σκέ­ψε­ων καί τῶν ἐ­κτι­μή­σε­ών τους ἀ­πό τίς πρῶ­τες πρός τίς ὕ­στε­ρες φά­σεις ἐ­ξε­λί­ξης τοῦ πο­λέ­μου. Καί νι­ώ­θουν ὅ­τι αὐ­τός πού πρῶ­τος ξε­περ­νοῦ­σε δι­α­λε­κτι­κά τόν ἑ­αυ­τό τοῦ συ­νε­χῶς ἦ­ταν ὁ ­ἴ­διος ὁ Θου­κυ­δί­δης, κα­θώς προ­χω­ροῦ­σε στήν ἐ­ξι­στό­ρη­ση τῶν συμ­βάν­των καί τήν πα­ρου­σί­α­ση τῶν λό­γων (= δη­μη­γο­ρι­ῶν), καί με­τά αὐ­τοί οἱ ἴ­διοι. Τό νι­ώ­θου­με ὅ­λοι, ἀλ­λά κά­ποι­ος ἔ­πρε­πε νά δώ­σει μιά συγ­κε­κρι­μέ­νη δι­α­τύ­πω­ση σ’­αὐ­τή τή βα­σι­κή σκέ­ψη καί νά τήν ἀ­να­γά­γει σέ ἐρ­γα­λεῖ­ο δου­λειᾶς καί σέ μέ­θο­δο ἀ­νά­λυ­σης τοῦ ὅ­λου ἔρ­γου τοῦ Θου­κυ­δί­δη. Καί γιά νά μπο­ρέ­σει νά τό κά­μει αὐ­τό ὁ Connor, δέν ἔ­γρα­ψε βι­βλί­ο γιά ἕ­να ἐ­πι­μέ­ρους θέ­μα στόν Θου­κυ­δί­δη, ἀλ­λά ἕ­να γε­νι­κό ἔρ­γο μέ τί­τλο Θου­κυ­δί­δης καί μέ ἐ­πι­μέ­ρους κε­φά­λαι­α τά 8 βι­βλί­α του, πού νά ἀ­πο­τε­λοῦν ταυ­τό­χρο­να εἰ­σα­γω­γή καί βα­σι­κά vademecum στόν Θου­κυ­δί­δη. Τώ­ρα, εἴ­τε συμ­φω­νεῖ κα­νείς εἴ­τε ὄ­χι μέ τή σκέ­ψη τοῦ Connor, δέν θά μπο­ρεῖ νά δι­δά­ξει ἤ νά ἐ­ρευ­νή­σει μέ πλη­ρό­τη­τα Θου­κυ­δί­δη, ἀ­γνο­ών­τας τήν πρό­τα­ση τοῦ Connor. Τό ἴ­διο βέ­βαι­α προ­σπά­θη­σαν νά κά­μουν καί οἱ ἀ­μι­γεῖς στρου­κτου­ρα­λι­στές, ἄλ­λα, ὅ­πως εἴ­πα­με, δέν φαί­νε­ται ὅ­τι θά πεί- σουν πολ­λούς. Για­τί, ἐ­πι­τέ­λους, στό βι­βλί­ο τοῦ Connor ὁ δο­μι­σμός δέν ἀ­πο­τε­λε­ΐ αὐ­θαι­ρε­σί­α, ἀλ­λά μί­α πο­λύ χρή­σι­μη ἀ­νά­λυ­ση πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τῶν ἐ­πι­μέ­ρους βι­βλί­ων τῶν Ἱ­στο­ρι­ῶν τοῦ Θου­κυ­δί­δη, μέ βά­ση τή σα­φῆ καί ἀ­δι­α­φι­λο­νί­κη­τη στον

 Θου­κυ­δί­δη στρου­κτου­ρα­λι­στι­κή ἀρ­χή τῆς κυ­κλι­κῆς σύν­θε­σης τῆς Ἀρχαιολογίας στό Α΄ Βι­βλί­ο, τοῦ κεν­τρι­κοῦ μέ­ρους τοῦ Β’ Βι­βλί­ου καί ὁ­λό­κλη­ρων τῶν Σι­κε­λι­κῶν (Βι­βλί­α VI καί VII).

Μέ τά πα­ρα­πά­νω δέν πρέ­πει νά νο­μι­σθεῖ ὅ­τι ὁ Connor πρε­σβεύ­ει πώς ὁ Θου­κυ­δί­δης ἀ­πο­τε­λεῖ «πα­νά­κεια» ὅ­λων τῶν δει­νῶν της ἐ­πο­χῆς μας, ὅ­πως τεί­νουν πολ­λοί νά τό θε­ω­ρή­σουν. Ὅ­πως ὁ ἴ­διος ἐ­πι­ση­μαί­νει στά Συμ­πε­ρά­σμα­τά του (σέλ. 250): «Τε­λι­κά οἱ Ἱστορίες ἀρ­νοῦν­ται νά ἐκ­δώ­σουν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α. Ὅσοι δέν ἀρ­κοῦν­ται στά ὅ­ρια τῆς Ἱ­στο­ρί­ας ὡς μορ­φῆς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καί ὡς τρό­που σκέ­ψης, θά εἶ­ναι πάν­τα ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τοι μέ ἕ­ναν τέ­τοι­ο πε­ρι­ο­ρι­σμό καί εἴ­τε θά ἀ­πορ­ρί­πτουν τό ἔρ­γο το­ϋ Θου­κυ­δί­δη, εἴ­τε θά ἐ­πι­δι­ώκουν νά ἐ­πι­βάλ­λουν ἐ­πά­νω του με­γα­λύ­τε­ρες κα­τα­σκευ­ές. Ἀλλά γιά ὅ­σους εἶ­ναι πρό­θυ­μοι νά ἀ­φουγ­κρα­στ­ο­ῦν, μι­λά­ει ἀ­κό­μα μέ τι­μι­ό­τη­τα, λο­γι­κή καί συμ­πά­θεια». Αὐ­τά ὅ­σον ἀ­φο­ρα τόν Connor.

Δύ­ο λό­για τώ­ρα γιά τήν Ἑλ­λη­νι­κή προ­σφο­ρά στή δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α γιά τόν Θου­κυ­δί­δη. Θά πε­ρι­ο­ρι­στῶ ἐ­δῶ νά ἀ­να­φέ­ρω, χω­ρίς ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση, μό­νο ὅ­σα σχε­τι­κῶς πρό­σφα­τα ἔρ­γα, φι­λο­λο­γι­κά ἤ ἱ­στο­ρι­κά ἤ ἱ­στο­ρι­κο­φι­λο­λο­γι­κά, γρά­φτη­καν ἀ­πό Ἕλ­λη­νες ἐ­ρευ­νητές γιά τόν Θου­κυ­δί­δη σέ μιά ἀ­πό τίς πιό δι­α­δε­δο­μέ­νες ξέ­νες γλῶσ­σες: ἐ­κτός ἀ­πό τόν Κα­θη­γη­τή John Rexine, πού ἤ­δη ἀ­νά­φε­ρα καί πού εἶ­ναι Ἕλ­λη­νας τῆς δι­α­σπο­ρᾶς, μο­νο­γρα­φί­ες γιά (ἤ καί γιά) τόν Θου­κυ­δί­δη καί/ἤ γιά τόν Πε­λο­πον­νη­σια­κό Πό­λε­μο ἔ­χουν γρά­ψει οἱ ἐ­ξῆς ἐ­ρευ­νη­τές: 1) ὁ Εὐ­άγ­γε­λος Σού­λης (Xenophon and Thucydides. A study on the historical methods of Xenophon in the «Hellenica» with special reference to the influence of Thucydides – Ξε­νο­φῶν καί Θου­κυ­δί­δης. Με­λέ­τη τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν με­θό­δων τοῦ Ξε­νο­φών­τα στά «Ἑλ­λη­νι­κά» μέ εἰ­δι­κή ἀ­να­φο­ρά στήν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Θου­κυ­δί­δη», Athens, 1972), 2) ὁ Ἄγ­γε­λος Σ. Βλά­χος (Partialites chez Thucydide – με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Μω­ρα­ΐ­ταυ ἀ­πό τό Ἑλ­λη­νι­κό Με­ρο­λη­ψί­ες στόν Θου­κυ­δί­δη, ­θή­να, 1974), 3) ἡ Ναν­νώ Μα­ρι­νά­του (Thucydides and Religion – Θου­κυ­δί­δης καί θρη­σκεί­α, Konigstein, 1981), 4) ὁ Ἀν­τώ­νης Ρεγ­γά­κος (Form und Wandel des Machtdenkens bei Thukydides – Μορ­φή καί με­τα­στρο­φή τῆς σκέ­ψης το­ῦ Θου­κυ­δί­δη γιά τή δύ­να­μη, Hermes Einzelschriften, 48, Stuttgart, 1984) καί 5) ὁ γρά­φων τό πα­ρόν (Captives and Hostages in the Peloponnesian War – Αἰχ­μά­λω­τοι καί ὅ­μη­ροι στόν Πε­λο­πον­νη­σια­κό Πό­λε­μο, Athens, 1978 καί Amsterdam 1989) καί « Refugees and Fugitives in the Peloponnesian War» («Πρό­σφυ­γες καί φυ­γά­δες crtov Πε­λο­πον­νη­σια­κό Πό­λε­μο» ΕΕΦΣΠΑ, β‘ 27, 1980, 247-296. Τώ­ρα καί τά δύ­ο μα­ζί, σέ ἕ­να τό­μο, βγαί­νουν σέ Ἑλ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση). Ἡ Ἑλ­λη­νι­κή συμ­με­το­χή εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη πε­ρισ­σό­τε­ρο ποι­ο­τι­κά πα­ρά πο­σο­στι­κά.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s