ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


kion1« Μύθος και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα »

Εκτεταμένα αποσπάσματα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του J.P.Vernant

 

…Για τους μαρξιστές, πράγματι, ο αρχαίος κόσμος συνιστά μια ταξική κοινωνία που στην τυπική μορφή της μπορεί να οριστεί ως ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής. Μπορούμε, όμως, να συμπεράνουμε από αυτό, χωρίς κανένα δισταγμό, πως ολόκληρη η ιστορία της κλασικής αρχαιότητας πρέπει να θεωρείται το πεδίο όπου έρχονταν αντιμέτωπος οι δύο ανταγωνίστριες των δούλων και των δουλοκτητών; Αν η μαρξιστική θεωρία περιοριζόταν σε έναν τύπο τόσο συνοπτικό, τόσο άκαμπτο, τόσο αντιδιαλεκτικό, δεν θα ήταν πλέον ικανή να φωτίσει την εργασία των ιστορικών.

Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η δουλεία έχει την ιστορία της κατ’ ανάγκην γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη βάση κάποιων ιδιαίτερων τρόπων ιδιοκτησίας του εδάφους, συνεπώς η εξάπλωσή της, η σημασία της, οι μορφές της δεν είναι οι ίδιες στον χώρο και στο χρόνο. Δεν μπορούν, λοιπόν, όλες οι κλασικές αρχαίες κοινωνίες να ονομαστούν αδιακρίτως δουλοκτητικές. Πολλά κείμενα του Marx υπογραμμίζουν μάλιστα πως η εξάπλωση της δουλείας στους αρχαίους πολιτισμούς υποσκάπτει και καταστρέφει οριστικά τις χαρακτηριστικές μορφές ιδιοκτησίας της αρχαίας πόλης. Μ’ αυτό το πνεύμα γράφει ο Marx στο Κεφάλαιο: »Η μικρή αγροτική καλλιέργεια και η ανεξάρτητη άσκηση των βιοτεχνικών επαγγελμάτων…συνιστούν την οικονομική βάση της κλασικής κοινότητας στο απόγειό της, αφού είχε διαλυθεί η ανατολικής προέλευση κοινοκτημοσύνη και πριν κυριαρχήσει πλήρως στην παραγωγή η δουλεία»(Le Capital, βιβλίο Ι,κεφ.ΙΙ,τόμ.2,σ.227,σημ.2 της μετάφρασης Molitor)

Οι μαρξιστές πρέπει, λοιπόν, να εξετάζουν τη δουλεία διαλεκτικά, εν τω γίγνεσθαί της, καθώς από ένα συγκεκριμένο στάδιο και μετά προσδίδει στις κοινωνικές σχέσεις της αρχαιότητας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, αλλά από την άλλη με την ίδια της την ανάπτυξη καταστρέφει τις πρώτες μορφές που αποκτούν αυτές οι κοινωνικές σχέσεις στο πλαίσιο της πόλης. Η οπτική δεν θα είναι, λοιπόν, κατ’ ανάγκην η ίδια για τον ιστορικό της Ελλάδας και για εκείνον της Ρώμης. Δεν θα είναι επίσης η ίδια, σε ό, τι αφορά την Ελλάδα, για την αρχαϊκή περίοδο, κατά την οποία γεννιέται η πόλη με τις πρωτότυπες δομές της, ενώ η δουλεία, ακόμη όχι πολύ αναπτυγμένη, διατηρεί έναν πατριαρχικό χαρακτήρα και για την περίοδο της ακμής και κατόπιν της διάλυσης, που σημαδεύεται από την εξάπλωση της δουλικής εργασίας στους διάφορους κλάδους της οικονομικής ζωής.

Σ’ αυτές τις πρώτες επισημάνσεις πρέπει να προσθέσουμε τις παρατηρήσεις του Parain,ο οποίος υπογραμμίζει τη διαφορά ανάμεσα στη θεμελιώδη αντίφαση, που αντιστοιχεί στον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός τρόπου παραγωγής όταν εξετάζεται στην τυπική μορφή του, και στην κύρια ή κυρίαρχη αντίφαση, που δείχνει ποιες κοινωνικές ομάδες βρίσκονται στην πραγματικότητα αντιμέτωπες σε μια ορισμένη ιστορική στιγμή, στο συγκεκριμένο πλαίσιο μιας ιδιαίτερης ιστορικής κατάστασης….

Αν μπορούμε να μιλήσουμε για θεμελιώδη αντίφαση και για κύρια αντίφαση, αυτό συμβαίνει διότι η μαρξιστική ανάλυση, ενώ θεωρεί κάθε κοινωνικό σχηματισμό ως ένα όλον, ξεχωρίζει σ’ αυτόν πολλαπλά επίπεδα που το καθένα έχει τη δική του δομή, τη δική του δυναμική. Οι αντιφάσεις ενός κοινωνικού σχηματισμού μπορούν να εντοπίζονται στο εσωτερικό ενός ιδιαίτερου επιπέδου ή ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα. Σ’αυτό ανταποκρίνεται το πασίγνωστο μαρξιστικό σχήμα: παραγωγικές δυνάμεις, οικονομικές σχέσεις της παραγωγής, κοινωνικοπολιτικά καθεστώτα, μορφές σκέψης και ιδεολογίες. Στην καπιταλιστική κοινωνία που μελετήθηκε από τον Marx οι ταξικές αντιφάσεις που στο κοινωνικοπολιτικό επίπεδο φέρνουν σε αντιπαράθεση τους προλετάριους με τους καπιταλιστές αντιστοιχούν στις αντιφάσεις που, στο βάθος της κοινωνίας, φέρνουν σε αντιπαράθεση τον ολοένα και πιο συλλογικό χαρακτήρα της παραγωγικής διαδικασίας(παραγωγικές δυνάμεις) με τον ιδιωτικό και ολοένα και πιο συγκεντρωτικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής(σχέσεις παραγωγής).Η ταξική πάλη, όπως αυτή εκφράζεται μέσα στις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις που αποτελούν το συγκεκριμένο υλικό της ιστορίας, συμπίπτει με εκείνο που στην αφαιρετική ανάλυση της πολιτικής οικονομίας φαίνεται η θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Γι’ αυτό το λόγο ο ορισμός των τάξεων και της πάλης των τάξεων πρέπει να δείχνει με ποιον τρόπο αυτές οι ανθρώπινες ομαδοποιήσεις και η δυναμική τους αναπτύσσουν ρίζες σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής πραγματικότητας, από το υψηλότερο ως το χαμηλότερο, εν μέσω αντιφάσεων που για το σύνολο είναι συγκαλυμμένες. Αυτή η αντιστοιχία των αντιφάσεων προς διάφορα επίπεδα εξηγεί γιατί η εργατική τάξη είναι φορέας μιας νέας κοινωνίας. Η πάλη της, η νίκη της στο πολιτικό επίπεδο, η ανάληψη εκ μέρους της της κρατικής εξουσίας επιφέρουν κατά τον Marx ένα ριζικό μετασχηματισμό στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων, και δι’ αυτού ωθούν σε ένα νέο άλμα προς τα εμπρός στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.

Για να πειστούμε ότι η κατάσταση στον αρχαίο κόσμο είναι διαφορετική και ότι αυτό το θεωρητικό σχήμα, το τόσο απλό, δεν εφαρμόζεται έτσι όπως είναι στις αρχαίες κοινωνίες, αρκεί να σημειώσουμε ότι η τάξη των δούλων δεν είναι φορέας καμιάς νέας κοινωνίας. Η πολιτική νίκη των δούλων, αν ήταν ποτέ τόσο μεγάλη ώστε να έχει κάποιο νόημα αυτή η υπόθεση, δεν θα είχε θίξει τις παραγωγικές σχέσεις ούτε θα είχε τροποποιήσει τις μορφές ιδιοκτησίας. Όλοι οι ιστορικοί συμφωνούν ότι, ακόμα και εκεί που οι εξεγέρσεις των σκλάβων πήραν χαρακτήρα οργανωμένου πολιτικού ή στρατιωτικού αγώνα (κάτι που ποτέ δεν γνώρισαν οι πόλεις της αρχαίας Ελλάδας),αυτές οι εξεγέρσεις έμειναν χωρίς προοπτική και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε μετασχηματισμό του συστήματος παραγωγής. Αν όμως δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε μια αλλαγή της κοινωνίας, αυτό συνέβαινε διότι οι βαθιές αντιφάσεις που έφερναν σε αντιπαράθεση τις παραγωγικές δυνάμεις με τις παραγωγικές σχέσεις και έτειναν να θέσουν σε κίνδυνο την αναγκαία μεταξύ τους αντιστοιχία δεν έβρισκαν εξολοκλήρου την έκφρασή τους στον ανταγωνισμό των δούλων και των ιδιοκτητών τους στο επίπεδο των κοινωνικών και των πολιτικών αγώνων.

Ο Marx μας έδωσε κάποιες κατευθύνσεις σχετικά με τις αντιφάσεις που του φαίνονταν θεμελιώδεις για την πιο αρχαία περίοδο, αυτήν που σχετίζεται με την ίδρυση της πόλεως. Βασικός κατ’αυτόν (βλ.»Formen,die der kapitalistichen Produktionvorhergehen», Grundrisse der Kritik der politischen Okonomie, Berlin,1953,σ,383) ήταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε δύο μορφές ιδιοκτησίας της γης,η συνύπαρξη των οποίων συνιστά την πρωτοτυπία του ελληνορωμαικού συστήματος της πόλης: μιας κρατικής γαιοκτησίας, που κατά το κύριο μέρος είναι κοινή, και μιας ιδιωτικής γαιοκτησίας, που προέκυψε αρχικά από την πρώτη. Αυτή η διπλή υπόσταση της γαιοκτησίας κάνει κάποιον από κτηματία πολίτη και μετασχηματίζει τον αρχαίο χωρικό-καλλιεργητή σε κάτοικο της πόλης. Η διατάραξη της ισορροπίας ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές ιδιοκτησίας της γης προς όφελος της δεύτερης-δηλαδή η σταδιακή θεσμική ενίσχυση της ατομικής ιδιοκτησίας της γης στο πλαίσιο της πόλης-εμφανίζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της δουλείας και μιας εγχρήματης οικονομίας.

…Πρόσφατες εργασίες προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα αν υπήρξαν στον αρχαιοελληνικό κόσμο δύο διαφορετικές μορφές κατοχής του εδάφους από τους πολίτες. Από τη μια, μια οικογενειακή ιδιοκτησία που ανήκε σε ένα οίκον και όχι σε άτομα. Αυτά τα τελευταία δεν είχαν το δικαίωμα να διαθέτουν κατά το δοκούν τα πατρώα τους, να τα αποσπούν από την οικογένεια πουλώντας τα ελεύθερα σε έναν αγοραστή. Ακόμα και σε πόλεις όπως η Αθήνα είναι σαφές πως το μεγαλύτερο μέρος των  γαιών διατήρησε σχεδόν μέχρι το τελευταίο τρίτο του 5ου αι π.Χ. το χαρακτήρα του αναπαλλοτρίωτου οικογενειακού αγαθού, του κλήρου, που ήταν προσαρτημένος σε μια από τις οικογένειες που συγκροτούσαν την πολιτεία και όχι σε μεμονωμένους ιδιώτες. Από την άλλη, δίπλα σε αυτές τις, καταρχήν τουλάχιστον, αναπαλλοτρίωτες γαίες(συνυπάρχοντας κάποιες φορές μ’ αυτές στην ίδια την πόλη, αλλά σε περιοχές πιο περιφερειακές)ήταν δυνατόν να υπάρχουν κτήματα που αποτελούσαν ήδη αντικείμενο μιας πιο εξελιγμένης ιδιοποίησης και που υπόκεινταν πιο εύκολα σε πράξεις πώλησης και αγοράς.

Μια ακριβής μελέτη της θεσμικής θέσης της γαιοκτησίας, των διαφόρων μορφών της, των ιστορικών της τροποποιήσεων αποδεικνύεται ακόμα πιο απαραίτητη από τη στιγμή που, σε όλη αυτή την περίοδο της αρχαιότητας όπου η οικονομία παραμένει βασικά αγροτική, οι ταξικές συγκρούσεις έχουν τη ρίζα τους σε προβλήματα που συνδέονται με την κατοχή του εδάφους. Αρχικά η πόλη αντιπαρατίθεται στην ύπαιθρο ως τόπος κατοικίας ενός συγκεκριμένου τύπου γαιοκτημόνων(των ευπατρίδων στην Αθήνα) που μονοπωλούν το κράτος και συγκεντρώνουν στα χέρια τους τα πολιτικά αξιώματα και τη στρατιωτική εξουσία. Πολύ αργότερα μόνο (στην Αθήνα από τον 6ο αι π.Χ.) ο αστικός χώρος θα χρησιμεύσει ως πλαίσιο για αυτόνομες βιοτεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες, εντελώς διαχωρισμένες από την γεωργία.

Έτσι, ο Marx θα μπορούσε να γράψει: »Η ιστορία της κλασικής αρχαιότητας είναι η ιστορία πόλεων, αλλά πόλεων θεμελιωμένων στη γαιοκτησία και στη γεωργία»(Formen,σ.382,23-25).Στο ίδιο κείμενο θα ορίσει την οικονομική ζωή στις απαρχές της πόλης: »Συγκέντρωση μέσα στην πόλη, ενώ η ύπαιθρος είναι η εδαφική επικράτεια, μικρή αγροτική καλλιέργεια με σκοπό την άμεση κατανάλωση, η βιοτεχνία είναι κυρίως οικιακή εργασία όπου ασχολούνται οι γυναίκες και οι κόρες(κλωστική και υφαντική)-αυτόνομοι είναι μόνο μερικοί κλάδοι της(σιδηρουργία…)»(Formen,s.379,24-28).Μπορούμε έτσι να ορίσουμε την πόλη ως στο σύστημα θεσμών που επιτρέπει σε μια μειοψηφία προνομιούχων (τους πολίτες) να διατηρούν για τον εαυτό τους την πρόσβαση στην έγγεια ιδιοκτησία μέσα σε μια καθορισμένη  εδαφική επικράτεια. Μ’ αυτή την έννοια, η οικονομική βάση της πόλεως συνίσταται σε μια ιδιαίτερη μορφή ιδιοκτησίας της γης.

Οι μεταγενέστερες εξελίξεις της δουλείας, η εμφάνιση μιας χειροτεχνικής βιοτεχνικής παραγωγής διαχωρισμένης από την οικιακή οικονομία, η ανάπτυξη στους κόλπους αυτών των αγροτικών κοινωνιών και-για να χρησιμοποιήσουμε τους ίδιους τους όρους του Marx-μέσα από τις σχισμές τους ενός περιορισμένου ακόμη εμπορικού τομέα, η διάδοση του νομίσματος συνιστούν φαινόμενα που δείχνουν την ανάδυση νέων αντιφάσεων και το πέρασμά τους σε πρώτο πλάνο. Αυτές οι αντιφάσεις δεν μπορούσαν να γεννηθούν παρά μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της πόλης. Αλλά την ίδια στιγμή η ανάπτυξή τους θέτει σε αμφισβήτηση το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές εμφανίστηκαν. Στα μάτια του Marx η γενίκευση της δουλείας, η επέκταση των εσωτερικών ανταλλαγών και του θαλάσσιου εμπορίου, η δημιουργία ενός εμπορικού τομέα παραγωγής, η συγκεντροποίηση της γαιοκτησίας διασπούν τις μορφές της έγγειας ιδιοκτησίας και τις κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις που χαρακτηρίζουν την ίδια την πόλη. Στην περίοδο της άνθισης της η κοινότητα στηρίζεται πράγματι »στη διατήρηση της ισότητας ανάμεσα σε ελεύθερους χωρικούς, που είναι οικονομικά αυτάρκεις» και χρησιμοποιούν το πλεόνασμα όχι όπως η εμπορική παραγωγή αλλά προς το κοινοτικό συμφέρον (φανταστικό ή πραγματικό) της ομάδας στο πλαίσιο της οποίας αποτελούν αδιάσπαστες οντότητες ως πολίτες και γαιοκτήμονες (πολεμική, πολιτική, θρησκευτική δραστηριότητα).

Επομένως, σ’ ότι αφορά την Ελλάδα, καταλήγουμε στην ακόλουθη διαπίστωση: Όταν η δουλεία εξαπλώθηκε, όταν η κυκλοφορία νομίσματος ενοποιήθηκε σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου, όταν η αγορά μεγάλωσε-παρόλο που η εμπορευματική παραγωγή παραμένει σε ολόκληρη την αρχαιότητα περιορισμένη σε κάποιους τομείς και στηρίζεται στο σύνολό της στην αγροτική παραγωγή-δηλαδή στην ελληνιστική εποχή, η πολιτική και οικονομική ζωή δεν μπορούσε πια να εγγράφεται στο παραδοσιακό πλαίσιο των πόλεων.

 σημ: Αυτός ο περιορισμός της εμπορευματικής παραγωγής σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας (ιδιαίτερα στην αρχαϊκή εποχή) μας φαίνεται ότι έχει παραγνωριστεί από κάποιους μαρξιστές που υπερεκτιμούν, κατά τη γνώμη μας, την εξάπλωση της ανταλλακτικής αξίας στην κοινωνική ζωή των αρχαίων Ελλήνων και συνακόλουθα την επίδραση της κατηγορίας του εμπορεύματος στη σκέψη τους. Θεωρούμε, λοιπόν, χρήσιμο να παραθέσουμε κάποια κείμενα:

  • »Η παραγωγή εμπορευμάτων δεν εμφανίζεται ως ο κανονικός και κυρίαρχος χαρακτήρας της παραγωγής παρά μόνο εντός της καπιταλιστικής παραγωγής» (Le Capital,τόμ.5,σ.59).

  • »Από τους τρόπους παραγωγής της γηραιάς Ασίας, της αρχαιότητας γενικότερα, ο μετασχηματισμός του προϊόντος σε εμπόρευμα δεν παίζει παρά υποδεέστερο ρόλο, ο οποίος ωστόσο αναβαθμίζεται όσο οι κοινότητες πλησιάζουν στη διάλυσή τους»(τόμ.1,σ.103)

  • »Αν είχαμε ωθήσει πιο μακριά τις έρευνές μας ,αν είχαμε αναρωτηθεί μέσα σε ποιες συνθήκες όλα τα προιόντα, ή έστω η πλειονότητά τους, παίρνουν τη μορφή του εμπορεύματος, θα είχαμε βρει ότι αυτό δεν συμβαίνει παρά στη βάση ενός τρόπου παραγωγής εντελώς ξεχωριστού, της καπιταλιστικής παραγωγής»(τόμ.1,σ.231)

  • »Μόνο από τη στιγμή (την εποχή του καπιταλισμού) και μετά η εμπορευματική μορφή των προϊόντων γίνεται η κυρίαρχη κοινωνική μορφή»(τόμ.1,σημ.1 της σ.232)

  • »Ο Αριστοτέλης δεν αποκρύπτει ότι τα διάφορα αντικείμενα που μετριούνται με το χρήμα είναι μεγέθη διόλου μετρήσιμα. Αυτό που αναζητεί είναι η ενότητα των εμπορευμάτων ως ανταλλακτικών αξιών, την οποία δεν μπορούσε να διαπιστώσει επειδή ζούσε στην αρχαία Ελλάδα» (Contribution a la Critique de l’Economie politique, μετάφραση Molitor,s.85)

  • »Αυτό που εμπόδιζε τον Αριστοτέλη να δει ότι στον τύπο »εμπορευματική αξία» όλες οι εργασίες έχουν εκφραστεί ως αδιαφοροποίητη ανθρώπινη εργασία και συνεπώς είναι ίσες είναι ότι η αρχαία ελληνική κοινωνία στηριζόταν στην εργασία των δούλων και είχε ως φυσική βάση την ανισότητα των ανθρώπων και της εργατικής τους δύναμης. Το μυστικό του όρου της αξίας είναι ότι η ισότητα και η ισοδυναμία όλων των εργασιών, εφόσον μιλάμε για ανθρώπινη εργασία, δεν μπορούν να αποκαλυφθούν αν η ιδέα της ανθρώπινης ισότητας δεν έχει ήδη αποκτήσει τη μονιμότητα μιας λαϊκής δοξασίας. Αυτό, όμως, παρατηρείται μόνο σε μια κοινωνία όπου η εμπορευματική μορφή έχει γίνει η γενική μορφή των προϊόντων της εργασίας και όπου, κατά συνέπεια, η παραγωγή και η ανταλλαγή εμπορευμάτων έχει γίνει η κυρίαρχη κοινωνική σχέση. Αυτό που δείχνει τη μεγαλοφυΐα του Αριστοτέλη είναι ότι ανακάλυψε μέσα στην έκφραση »εμπορευματική αξία» μιας σχέση ισότητας. Μόνο που η συγκεκριμένη κατάσταση της κοινωνίας στην οποία ζούσε τον εμπόδισε να βρει το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της σχέσης»(Le Capital,τόμ.1,σελ.75)

 

 

Καταλαβαίνουμε έτσι εύκολα ότι οι βιομηχανικές και εμπορικές πρακτικές, που θα αποκτήσουν αυξανόμενη σημασία στην οικονομική ζωή, αναπτύσσονταν πάντοτε, περισσότερο ή λιγότερο, στο περιθώριο της πόλης, ως δραστηριότητες κατά κάποιον τρόπο ξένες προς την πολιτική κοινότητα. Αυτοί που αφιερώνονται ολοκληρωτικά σ’ αυτές και κρατούν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου εμπορίου, των τραπεζικών εργασιών, της εμπορευματικής παραγωγής είναι κατά βάση μη πολίτες, μέτοικοι.

»Στα μάτια των αρχαίων, γράφει ο Marx, η βιοτεχνία εμφανίζεται ήδη ως εκφυλισμός(είναι υπόθεση των ανελεύθερων, των πελατών ,των ξένων).Αυτή η ανάπτυξη της παραγωγικής εργασίας(αποσυνδεδεμένης από τον αγροτικό τομέα, τον πόλεμο, τις υπηρεσίες προς τους θεούς, τις υπηρεσίες προς την κοινότητα, όπως η κατασκευή σπιτιών, δρόμων, ναών), αυτή λοιπόν η παραγωγική εργασία που καθίσταται αναγκαία από το εμπόριο με ξένους, δούλους, από την επιθυμία να ανταλλάξουν το πλεόνασμα, διαλύει τον τρόπο παραγωγής στον οποίο στηρίζεται το αντικειμενικό άτομο, δηλαδή το άτομο που προσδιορίζεται ως Ρωμαίος, Έλληνας κτλ»(Formen,σ.394,24-35)

Αυτές οι σύντομες παρατηρήσεις του Marx για τους ανταγωνισμούς στο πλαίσιο των παραγωγικών σχέσεων μέσα στην πόλη προϊδεάζουν ήδη για τα αποτελέσματα των πιο πρόσφατων ερευνών πάνω στην αρχαία οικονομία, και τα διαφωτίζουν. Μετά τους Fr. Oertel και R.Laqueur, ο Erb υπογράμμισε τον σημαντικότατο ρόλο που είχε στην αρχαία Ελλάδα η αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτό που οι Έλληνες ονόμαζαν οικονομίαν (αγροτική οικονομία οικογενειακού τύπου, πάνω στην οποία είναι δομημένη η πόλη, σε συνδυασμό με ένα πολιτικό ιδεώδες αυτάρκειας στο οποίο ανταποκρίνεται μια πρωτόγονη χειροτεχνική παραγωγή, παραγωγή για περιορισμένες ανάγκες) και, από την άλλη μεριά, σ’ αυτό που οι Έλληνες ονόμαζαν χρηματιστικήν, οικονομία που την καθιστούν αναγκαία η ίδια η μεγέθυνση της πόλης, οι ανάγκες ανεφοδιασμού της με τρόφιμα καθώς και χρηματοοικονομικούς πόρους, σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις του πολέμου. Η χρηματιστική γιγαντώνεται με την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου, της πίστης, των τραπεζικών εργασιών, με την εμφάνιση του εκτεταμένου δανεισμού.. Στον ένα πόλο, λοιπόν, μια αγροτική οικονομία μικρής ακτίνας δράσης, με χαρακτήρα αυτάρκη και εσωστρεφή, συνδεδεμένη με μια χειροτεχνική δραστηριότητα προσανατολισμένη περισσότερο προς την κατανάλωση παρά προς την  παραγωγή ή με εργασίες που ικανοποιούν ανάγκες της πολιτικής κοινότητας(πόλεμο και δόμηση της πόλης). Στον άλλο πόλο, μια οικονομία με μεγάλη ακτίνα δράσης, εμπόριο εξελιγμένο και ζωντανό, στραμμένο προς το εξωτερικό, προς τις θαλάσσιες ανταλλαγές, και θεμελιωμένο ουσιαστικά στην επιδίωξη του προσωπικού κέρδους. Όπως σημειώνει σχετικά ο M.I.Finley, ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής οικονομίας είναι ότι, σε πολύ μεγάλη κλίμακα, η γη και το νόμισμα συγκροτούν δύο ξεχωριστές σφαίρες. Αυτός ο θεμελιώδης διαχωρισμός είναι χαρακτηριστικός της οικονομικής ανάπτυξης στον αρχαίο κόσμο.

Οι μαρξιστές οφείλουν να έχουν πάντα στο νου τους αυτά τα δεδομένα της οικονομικής ιστορίας, αν θέλουν να αναλύσουν πως συναρθρώθηκαν οι ταξικές συγκρούσεις μέσα στη συγκεκριμένη πραγματικότητα κάθε περιόδου της αρχαιότητας και τις οικονομικές δομές που καθόρισαν την κοινωνική πάλη. Σε μια σημείωση του Κεφαλαίου ο Marx αντικρούει μια αντίρρηση που είχε διατυπωθεί για την Κριτική της πολιτικής οικονομίας. Είναι αρκετά ακριβές, είχε γράψει κάποιος, πως στη σύγχρονη κοινωνία, που καθοδηγείται από τα υλικά συμφέροντα, η ανάπτυξη της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής κυριαρχείται από τον τρόπο παραγωγής της υλικής ζωής και προέρχεται, σε τελευταία ανάλυση, από τις οικονομικές δομές. Αλλά δεν συνέβαινε το ίδιο στο Μεσαίωνα »όπου βασίλευε ο καθολικισμός», ούτε στην Αθήνα και στην Ρώμη »όπου βασιλεύει η πολιτική». Η απάντηση του Marx μας φαίνεται ενδιαφέρουσα για δύο λόγους. Από τη μια ο Marx δεν αρνείται ότι η πολιτική βασιλεύει στην αρχαία κοινωνία, θέλει να δείξει όμως για ποιο λόγο συνέβαινε αυτό, για ποιο λόγο η πάλη των τάξεων διαμορφώθηκε και εκτυλίχθηκε μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής ζωής, στο ίσιο πλαίσιο που ο ελληνικός πολιτισμός δημιούργησε τις γνήσιες μορφές σκέψης που τον χαρακτηρίζουν, στην φιλοσοφία, στην επιστήμη και στην τέχνη. Από την άλλη ο Marx δείχνει για μια ακόμη φορά, με τον πιο καθαρό τρόπο, σε ποιον τομέα της οικονομικής πραγματικότητας εντοπίζεται η θεμελιώδης αντίφαση της αρχαιότητας, αυτή που κρατά το κλειδί της γενικής διαδικασίας ανάπτυξης. Αφού παρατηρεί ότι η αρχαιότητα δεν μπορούσε να ζει από την πολιτική όπως και ο Μεσαίωνας από τον καθολικισμό, ο Marx γράφει. »Οι τότε οικονομικές συνθήκες εξηγούν, αντίθετα, γιατί στη μια περίπτωση ο καθολικισμός και στην άλλη η πολιτική έπαιζαν τον κύριο ρόλο. Και η ελάχιστη γνώση της ιστορίας της ρωμαϊκής δημοκρατίας, για παράδειγμα, μας επιτρέπει να δούμε ότι το μυστικό αυτό της ιστορίας είναι η ιστορία της γαιοκτησίας

Σ’ ό, τι αφορά την αρχαϊκή και κλασική Ελλάδα…,θα πω ότι η διατύπωση του Marx έχει εντοπίσει με ακρίβεια το πεδίο όπου αναδύεται και αναπτύσσεται η θεμελιώδη αντίφαση. Πιστεύω, όπως εκείνος, ότι πρόκειται για τις δομές γαιοκτησίας. Για να ξαναχρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Parain, η κύρια αντίφαση αφορούσε αρχικά, στις απαρχές της πόλης, μια τάξη γαιοκτημόνων του τύπου των ευπατρίδων που ζούσε στην πόλη, έλεγχε το κράτος, αναλάμβανε τη στρατιωτική διοίκηση αντιπαρατιθέμενη στους χωρικούς-καλλιεργητές, που αποτελούσαν τον αγροτικό δήμον. Στη συνέχεια, εξαιτίας μάλιστα της κοινωνικής εξέλιξης η κύρια αντίφαση αντικαθίσταται από νέες αντιθέσεις που αναφύονται από τις προόδους του καταμερισμού της εργασίας.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε τη στροφή που αντιπροσωπεύει, απ’ αυτή την άποψη, το δεύτερο μισό του 5ου αι π.Χ. για ένα κράτος όπως η Αθήνα. Τότε η οικονομική και κοινωνική ισορροπία στην οποία στηρίζεται το καθεστώς της πόλης φαίνεται στο σύνολό της να μπαίνει σε κίνδυνο…Η γη παύει να είναι αναπαλλοτρίωτη όπως στο παρελθόν. Μπαίνει στον κύκλο της εγχρήματης οικονομίας, από τον οποίο ήταν προηγουμένως διαχωρισμένη. Παραχωρείται επίσης πιο εύκολα σε ένα μη πολίτη ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του. Χαρακτηριστική σύμπτωση: Την ίδια περίπου εποχή έχει αρχίσει η πρόοδος του εμπορικού δικαίου, που θα καταλήξει, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των θαλάσσιων μεταφορών, στην επεξεργασία μιας έννοιας συμβολαίου με σχετικά σύγχρονο πνεύμα και με την υιοθέτηση της πρακτικής του γραπτού κειμένου, αντίθετα από κάθε ελληνική νομική παράδοση….Από τον 4ο αι π.Χ. και μετά όλα μετριούνται με το χρήμα. Αλλά αυτό συμβαίνει από τον 4ο αι π.Χ., περίοδο της διάλυσης της πόλης, όχι από τον 7ο ή τον 6ο αι π.Χ., περίοδο της θεμελίωσης και της εδραίωσής της. Εκτός αυτού, συμβαίνει στην Αθήνα, πόλη ναυτική και εμπορική, όχι σε ολόκληρη την Ελλάδα. Τέλος, αν και ο Αριστοτέλης μπορεί να γράφει »αποκαλούμε αγαθά(χρήματα) όλα τα πράγματα των οποίων η αξία μετριέται με το νόμισμα», δεν είναι λιγότερο αληθινό ότι παραμένει, ακόμα και στην οικονομική του σκέψη, εντελώς απρόσβλητος από την εμπορευματική οικονομία. Στάση ανατρεπτική ή ψευδής συνείδηση της οικονομικής πραγματικότητας του καιρού του; Πιστεύουμε αντίθετα, μαζί με τον Marx, ότι πρόκειται για πιστή μαρτυρία της τότε κοινωνικής κατάστασης. Στην εποχή του Αριστοτέλη ο πιο εκτεταμένος τομέας του οικονομικού βίου-και ειδικότερα, εφόσον δεν είχε εμφανιστεί η μισθωτή εργασία, όλος ο τομέας της ανθρώπινης εργασίας ως παραγωγικής δύναμης-παραμένει έξω από την οικονομία της αγοράς.

σημ: Στην αρχαιότητα η εργατική δύναμη δεν είναι εμπόρευμα, δεν υπάρχει αγορά εργασίας αλλά αγορές δούλων, πράγμα που είναι τελείως διαφορετικό. »Ο δούλος, γράφει ο Marx, δεν πουλά την εργατική του δύναμη στον δουλοκτήτη, όπως και το βόδι δεν πουλά την εργασία του στον χωρικό. Ο δούλος έχει μια για πάντα πουληθεί στον ιδιοκτήτη του, συμπεριλαμβανομένης της εργατικής του δύναμης…». Μ’ αυτή την έννοια ο δούλος, όπως το βόδι ή όπως ένα εργαλείο, μένει κατά την άσκηση της παραγωγικής του δραστηριότητας έξω από το γενικό σύστημα των κοινωνικών ανταλλαγών, όπως είναι, από σκοπιά πολιτική, και έξω από την κοινωνία. Όχι μόνο η εργατική δύναμη του δούλου δεν αποτελεί εμπόρευμα, αλλά ούτε και το προϊόν της εργασίας του είναι εμπόρευμα ενίοτε, αν για παράδειγμα καταναλώνεται άμεσα από τον ιδιοκτήτη του. Για να καταστεί το προϊόν εμπόρευμα, πρέπει ο ιδιοκτήτης να αποφασίσει να το πουλήσει στην αγορά. Αλλά ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση η εργασία του δούλου, καθώς δεν αποτελεί εμπόρευμα, δεν περιβάλλεται στην αφηρημένη μορφή της γενικότητας. Δεν είναι »γενικό ισοδύναμο» στο πλαίσιο της συνολικής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, είναι μια μερική »υπηρεσία» που προσφέρεται από τον δούλο στον ιδιοκτήτη του. Χρησιμοποιώντας τις ίδιες τις φράσεις του Marx στο Κεφάλαιο, θα λέγαμε ότι »η μερικότητα της εργασίας-και όχι η γενικότητά της, ο αφηρημένος χαρακτήρας που έχει για παράδειγμα στην εμπορευματική παραγωγή-είναι αυτή που συνιστά και την κοινωνική της μορφή»(τομ.1,σ.100-101).Η διατύπωση του Marx που αναφέρεται στις αγγαρείες του Μεσαίωνα ισχύει πλήρως και για τη δουλική εργασία.» Τον κοινωνικό σύνδεσμο[σ’ αυτές τις αγγαρείες]τον συνιστούν οι καθορισμένες εργασίες των ατόμων στην φυσική τους μορφή, η μερικότητα και όχι η γενικότητα της εργασίας»(Critique de l’Economie politique,σ.25-26)

…Οι συγκρούσεις που γύρω στον 4ο αι π.Χ. φέρνουν αντιμέτωπες τις διάφορες κοινωνικές κατηγορίες στο πλαίσιο της πόλης δεν ξεσπούν χωρίς λόγο, ούτε είναι γνήσια ιδεολογικές, έχουν τις ρίζες τους στην οικονομία αυτών των κοινωνιών. Οι ανθρώπινες ομάδες μπαίνουν στον αγώνα για την ικανοποίηση υλικών συμφερόντων που φέρνουν αντιμέτωπες η μία την άλλη. Αλλά αυτά τα υλικά συμφέροντα δεν προκύπτουν άμεσα ούτε αποκλειστικά από τη θέση των ατόμων στις διαδικασίες παραγωγής. Είναι πάντοτε συνάρτηση της θέσης που κατέχουν αυτά τα ίδια άτομα στην πολιτική ζωή, που παίζει τον κύριο ρόλο μέσα στο σύστημα της πόλεως. Μ’ άλλα λόγια, σε συνδυασμό με τη θέση τους στην πολιτική οργάνωση, η οικονομική λειτουργία των διαφόρων ατόμων προσδιορίζει τα υλικά τους συμφέροντα, πλάθει τις κοινωνικές τους ανάγκες, προσανατολίζει την κοινωνική και πολιτική τους δράση προς τη μια ομάδα, ενώ τη φέρνει σε αντίθεση με την άλλη.

Μερικά πολύ απλά παραδείγματα αρκούν για να μας κάνουν να καταλάβουμε. Ανάμεσα σε ένα μέτοικο και έναν πολίτη που είναι και οι δύο επικεφαλής μιας βιοτεχνικής επιχείρησης 15-20 δούλων ή επιδίδονται στο θαλάσσιο εμπόριο ή δανείζουν μεγάλα ποσά δεν υπάρχει καμία διαφορά από σκοπιά οικονομική, ως προς τη θέση στην παραγωγική διαδικασία. Κι όμως, δεν μπορούμε να τους θεωρήσουμε μέλη της ίδιας τάξης. Υπάρχουν ανάμεσά τους ανταγωνισμοί, αντιθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της αντίθεσης συμφερόντων. Στην πραγματικότητα, το θεσμικό σύστημα της πόλεως κατεξοχήν παρέχει σε όλους τους πολίτες προνόμια-κάποια από τα οποία είναι οικονομικής φύσεως, όπως το δικαίωμα της γαιοκτησίας-τα οποία οι μη πολίτες δεν μπορούν να διεκδικήσουν. Η αλληλεγγύη που σε κάθε πόλη συνδέει το σύνολο των πολιτών και, παρά τις μεταξύ τους διαιρέσεις, τους καθιστά μια ομάδα σχετικά ενιαία στην αντιπαράθεσή τους με τους μη πολίτες στηρίζεται χωρίς αμφιβολία σε κοινά συμφέροντα, αλλά αυτή η κοινότητα συμφερόντων ανάμεσα στους πολίτες της ίδιας πόλης και η διάσταση συμφερόντων ανάμεσα σε πολίτες και μη πολίτες δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο αν ληφθεί υπόψη ο μεσολαβητικός ρόλος που παίζουν οι δομές του κράτους.

…Πρέπει επιπλέον να εξετάσουμε που καταλήγει, στο πλαίσιο της πόλης, το μεγαλύτερο μέρος των κερδών του δουλοκτήτη επιχειρηματία. Στην αρχαιότητα δεν υπάρχει βιομηχανικό κεφάλαιο. Τα κέρδη δεν επανεπενδύονται στην επιχείρηση. Ο εξοπλισμός της παραμένει πρωτόγονος, καθώς κατά το μεγαλύτερο μέρος τους οι παραγωγικές δυνάμεις ταυτίζονται με τη χειρωνακτική εργασία των δούλων. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος που επιτυγχάνουν οι επιχειρηματίες επιστρέφει στο σύνολο των πολιτών με τη μορφή των λειτουργιών, τροφοδοτώντας το δημόσιο ταμείο και χρηματοδοτώντας κοινές δραστηριότητες της πολιτείας: πολιτικές και θρησκευτικές εορτές, στρατιωτικές προετοιμασίες, κατασκευή δημοσίων οικοδομημάτων. Ο Marx έδειξε ότι στις κοινωνίες όπου οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι αρκετά αναπτυγμένες και η εμπορευματική παραγωγή είναι ακόμη περιορισμένη το νόμισμα δεν έχει ούτε τον ίδιο ρόλο ούτε τις ίδιες μορφές που έχει σε μια πιο εξελιγμένη οικονομία. Όσο το νόμισμα που κυκλοφορεί παραμένει αποκλειστικά μεταλλικό, όσο το χρήμα-διατηρώντας τον τοπικό και πολιτικό χαρακτήρα του-λειτουργεί ως νόμισμα που μετρά την αξία των αγαθών για πληρωμές τοις μετρητοίς(μέσον κυκλοφορίας),πριν γίνει νόμισμα πιστωτικό και καθολικό, η συσσώρευση πλούτου δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσω της απλής κυκλοφορίας και με τη μορφή αποκλειστικά της αποθησαύρισης. »Για να συγκροτηθεί ο θησαυρός απαιτείται απ’ τη μια μεριά να αποσύρει κάποιος το χρήμα από την κυκλοφορία με την επαναλαμβανόμενη, αδιάκοπη πώληση και απ’ την άλλη μεριά απλώς να το αποθηκεύει, να συσσωρεύει. »(Contribution a la Critique de l’ Economie politique,σ.200,επίσης σ.190 και 202,όπου ο Marx σημειώνει πως η αποθησαύριση έχει σημαντικότερο ρόλο εκεί που »η ανταλλακτική αξία δεν έχει ακόμη κυριεύσει όλες τις παραγωγικές σχέσεις».

…Ο αποθησαυρίζων που επιδιώκει να σώσει το χρήμα του κρύβοντάς το, θάβοντάς το, συσσωρεύοντάς το αδιάκοπα, είναι ο ίδιος άνθρωπος που το εκθέτει κομπάζοντας μπροστά στον άλλο, που επιδεικνύει τον πλούτο του ενώπιον του κοινού.»…Αν και ο κάτοχος των εμπορευμάτων κρύβει το θησαυρό του, αισθάνεται την ώθηση να εμφανίζεται, όπου αυτό μπορεί να γίνει με ασφάλεια, ως ένας hombre rico(λεφτάς)….Λάμπει τόσο ο ίδιος όσο και το σπιτικό του.»(Contribution…σ.203)

Έτσι, ένα μεγάλο μέρος του χρήματος επανεισάγεται στο κύκλωμα κυκλοφορίας με τη μορφή των υπερβολικών δαπανών και, στην πόλη όπου η ατομική πολυτέλεια είναι καταρχήν προγραμμένη, με τις μεγάλες ευεργεσίες προς την πολιτική κοινότητα. Μια κάποια αναδιανομή του υποπροϊόντος της μάζας των πολιτών γίνεται με τη μεσολάβηση της πόλης, της οποίας το δημόσιο ταμείο χρηματοδοτεί τις δικαστικές και πολιτικές λειτουργίες, στις οποίες έχουν πρόσβαση όλοι, και κυρίως διανέμει μετρητά στους πιο φτωχούς.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, γιατί ο Parain στη μελέτη του και η Claude Mosse στο έργο της μπόρεσαν να παρουσιάσουν την πάλη των τάξεων ως σύγκρουση που φέρνει σε αντιπαράθεση τους πλούσιους και τους φτωχούς πολίτες. Η διατύπωση εκ πρώτης όψεως μπορεί να εκπλήσσει: δεν φαίνεται να είναι καθόλου μαρξιστικής έμπνευσης. Η ένταξη σε μια τάξη δεν εξαρτάται από τον πλούτο, ούτε από το ύψος του εισοδήματος αλλά από τη θέση στις παραγωγικές σχέσεις. Πως μπορεί να μιλά ένας μαρξιστής για μια τάξη πλουσίων, για μια τάξη φτωχών; Αν και η διατύπωση αυτή δείχνει όντως να μην έχει εφαρμογή στη σύγχρονη κοινωνία, φαίνεται ωστόσο ότι είναι η μόνη που μπορεί να ορίσει σωστά την κατάσταση που δημιουργείται τη στιγμή της παρακμής της ελληνικής πόλης, εφόσον οι συγκρούσεις ανάμεσα στους πολίτες επικεντρώνονται ουσιαστικά στο ίδιο πρόβλημα: προς όφελος ποιου θα γίνει αυτή η αναδιανομή του υποπροϊόντος με τη μεσολάβηση των θεσμών της πόλης; Αυτή τη στιγμή η μάζα των πολιτών, οι οποίοι διαφοροποιούνται με βάση την ιδιαίτερη οικονομική τους θέση, πολώνονται σε δύο αντίθετα στρατόπεδα: την ομάδα αυτών που, μην έχοντας τίποτα ή έχοντας ελάχιστα, θέλουν να χρησιμοποιήσουν τους θεσμούς του κράτους για να φορολογηθούν οι πλούσιοι στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και τους ιδιοκτήτες-όποια κι αν είναι η προέλευση της περιουσίας τους-που είναι αποφασισμένοι να αντισταθούν.

Μέσα σ’ αυτό το γενικό σχήμα, πού πρέπει να τοποθετήσουμε την αντίθεση ανάμεσα στους δούλους και στους ελεύθερους ιδιοκτήτες τους, ποιά μορφή πήρε η πάλη των τάξεων και ποια η βαρύτητά της στην κοινωνική εξέλιξη; Μένοντας στα γεγονότα, μία είναι η διαπίστωση που φαίνεται καθαρά να επιβάλλεται χωρίς αμφιβολία στον ιστορικό της αρχαίας Ελλάδας, τουλάχιστον για την αρχαϊκή και κλασική περίοδο, όπου θέλησα να περιοριστώ. Η αντίθεση ανάμεσα στους  δούλους και τους ιδιοκτήτες τους δεν εμφανίζεται ποτέ ως η κύρια αντίφαση. Στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, στους οποίους έρχονται αντιμέτωποι με τόση βιαιότητα οι άνθρωποι της εποχής, ποτέ οι δούλοι δεν εμφανίζονται ως ομοιογενής κοινωνική ομάδα, ποτέ δεν ενεργούν ως τάξη που παίζει ιδιαίτερο ρόλο στη σειρά των συγκρούσεων που σχηματίζουν τον ιστό της ιστορίας των πόλεων. Αυτό δεν μπορεί να μας εκπλήσσει, εφόσον οι ταξικοί αγώνες εξυφαίνονται και εκτυλίσσονται μέσα σ’ ένα κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο από το οποίο οι δούλοι είναι εξ ορισμού αποκλεισμένοι. Μπορούμε να πούμε ότι, σε όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η αντίθεση των δούλων προς τους κυρίους τους δεν εκφράζεται ποτέ άμεσα στο επίπεδο των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων.

 Πρέπει να σκεφτούμε, από αυτή την οπτική γωνία, τι σημαίνει μια διατύπωση όπως αυτή του Αριστοτέλη, στη μαρτυρία του οποίου ο Marx έδινε τόσο μεγάλη προσοχή. Ο Αριστοτέλης βλέπει το δούλο ως έμψυχο εργαλείο. Αυτό συμβαίνει γιατί στα μάτια του Έλληνα η ιδιότητα του ανθρώπου δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον κοινωνικό του χαρακτήρα, και ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον στο βαθμό που είναι πολιτικό ον, ως πολίτης. Ο δούλος, καθώς είναι αποκλεισμένος από την οργάνωση της πόλης, είναι αποκλεισμένος και από την κοινωνία και από την ανθρώπινη ιδιότητα. Δεν έχει άλλο είναι από αυτό ενός μέσου παραγωγής. Ανάμεσα σ’ αυτή την εικόνα του δούλου, που περιορίζεται στο ρόλο ενός απλού έμψυχου εργαλείου, και στη μικρή συμμετοχή που έχουν στην πραγματική ιστορία οι δούλοι ως κοινωνική ομάδα υπάρχει μια διαλεκτική σχέση. Όσο το σύστημα της κλασική πόλης με τις οικονομικές δομές του, τους θεσμούς του, τις μορφές σκέψης του παραμένει στη ζωή, οι δούλοι δεν αποτελούν πουθενά ενεργό και ενιαία κοινωνική δύναμη, ομάδα αλληλέγγυων ανθρώπων που παρεμβαίνουν στη σκηνή της ιστορίας για να προσανατολίσουν τη ροή των γεγονότων προς μια κατεύθυνση σύμφωνα με τα συμφέροντα και τις προσδοκίες τους. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι η μάζα των δούλων δεν σχημάτιζε μια ομάδα τόσο ομοιογενή όσο τείνουμε μερικές φορές να πιστεύουμε. Πέρα από την ποικιλία της εθνικής καταγωγής και τη διαφορά των γλωσσών, που ήδη έθεταν αρκετούς φραγμούς, οι πραγματικές συνθήκες της εργασίας και της ζωής προκαλούσαν υπολογίσιμες διαφορές, πίσω από την επιφανειακή ταυτότητα της νομικής υπόστασης. Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σε ένα οικιακό δούλο, σαν αυτούς που φέρνει στη σκηνή η Νέα Κωμωδία ή ένα δούλο που διοικεί μια βιοτεχνική επιχείρηση στη θέση και το όνομα του κυρίου του και σε αυτούς που καταπονούνται αλυσοδεμένοι στα ορυχεία του Λαυρίου; Ανάμεσα σε ένα αγροτικό δούλο, ένα οικοδιδάσκαλο σε μια πλούσια οικογένεια, ένα διοικητικό υπάλληλο του κράτους;

Αυτά άραγε σημαίνουν πως η αντίθεση ανάμεσα σε δούλους και τους ιδιοκτήτες τους δεν έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη των αρχαίων κοινωνιών; Με κανέναν τρόπο. Αλλά αυτή η αντίθεση δεν πήρε τη μορφή μιας συντονισμένης πάλης, με πεδίο διεξαγωγής της τις κοινωνικές και πολιτικές δομές. Εκφράστηκε με ατομικές εξεγέρσεις και, κάποιες φορές, με μαζικές δραπετεύσεις, όταν το επέτρεπαν οι εξωτερικές συνθήκες, οι μεταπτώσεις του πολέμου, αλλά η επιδίωξη ήταν πάντα να γλιτώσει κάποιος από την κατάσταση του δούλου, όχι να μεταβάλλει το κοινωνικό καθεστώς προς όφελος της ομάδας της οποίας αισθανόταν μέλος. Στην πραγματικότητα η αντίθεση αυτή έπαιξε ρόλο σε ένα άλλο επίπεδο, και μάλιστα αποφασιστικό: Η αντίσταση των δούλων-στο σύνολό τους, ως κοινωνική ομάδα-στους κυρίους τους εκδηλώθηκε στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, των οποίων οι δούλοι αποτελούσαν το κύριο μέρος στο τεχνικο-οικονομικό πλαίσιο της αρχαίας Ελλάδας. Σ’ αυτό το επίπεδο η αντίθεση των δούλων και τω ιδιοκτητών τους θα πάρει, με τη γενίκευση της εκμετάλλευσης της χειρωνακτικής εργασίας των δούλων, το χαρακτήρα της θεμελιώδους αντίφασης του δουλοκτητικού συστήματος παραγωγής. Πράγματι, μέσα σε αυτό το σύστημα όπου η τεχνική πρόοδος είναι συνολικά αποκλεισμένη, ή έστω πολύ περιορισμένη, η εξάπλωση της δουλείας εμφανίζεται ως το μόνο μέσο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά ταυτόχρονα η αντίθεση των δούλων προς τους κυρίους τους, η αντίστασή τους, η αναπόφευκτη απροθυμία τους να φέρουν εις πέρας τις καθορισμένες εργασίες βάζουν εμπόδια σ’ αυτή την πρόοδο, της επιβάλλονται, θέτοντάς της όρια ολοένα και πιο στενά, ενώ στο επίπεδο της ποσότητας των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορεί να επιδιώκεται αδιάκοπα ο πολλαπλασιασμός των δούλων χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ισορροπία του κοινωνικού συστήματος. Μπορούμε έτσι να δεχθούμε ότι, έπειτα από ένα ορισμένο στάδιο, η αντίθεση ανάμεσα στους δούλους και αυτούς που τους χρησιμοποιούν γίνεται η θεμελιώδης αντίφαση του συστήματος, ακόμα κι αν, όπως είπε ο Parain, δεν παρουσιάζεται ως η κύρια αντίφαση.

Οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις ήταν μακρές, αλλά ταυτόχρονα ανεπαρκείς. Στόχος τους ήταν κυρίως να υπενθυμίσουν πως δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε χωρίς επιφυλάξεις και να εφαρμόζουμε ως έχει στον αρχαίο κόσμο τον εννοιολογικό εξοπλισμό που αποκτήσαμε μέσα από τη μελέτη της σύγχρονης κοινωνίας. Αντίθετα από τους κλασικούς οικονομολόγους, ο Marx διακηρύσσει σε υψηλούς τόνους τον ιστορικό χαρακτήρα των οικονομικών κατηγοριών που έχει αναδείξει αναλύοντας τη σύγχρονη κοινωνία, όπου πήραν την ανεπτυγμένη μορφή που αναγνωρίζουμε σ’ αυτές σήμερα. Ο Marx πιστεύει ότι αυτές οι κατηγορίες προσφέρουν κλειδιά για την κατανόηση της κοινωνικής ανάπτυξης στο σύνολό της. Αλλά διακηρύσσει επίσης ότι αυτές οι κατηγορίες δεν είναι αιώνιες έννοιες, δε υπήρχαν ανέκαθεν. Πρέπει, λοιπόν, να αποφεύγουμε να τις προβάλλουμε στη γνήσια και απλή μορφή τους πάνω στις μη καπιταλιστικές κοινωνίες: μπορεί αυτές να μην εμφανίζονται εκεί ή να εμφανίζονται με μορφές διαφορετικές από αυτές που παίρνουν στο πλαίσιο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Όταν τις έννοιες της τάξης και της πάλης των τάξεων τις εφαρμόζουμε στον αρχαίο κόσμο, οφείλουμε επίσης να αποφεύγουμε τους αναχρονισμούς και να μένουμε πιστοί στη βαθιά ιστορική ανάλυση του μαρξισμού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s