Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ


kion1

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας

 Eπιλογή – επιμέλεια κειμένων:ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Λήψη του αρχείου

σε συμπιεσμένη μορφή

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας ιδρύθηκε στην Αλεξάνδρεια, στο Αλεξανδρινό μουσείο, κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. από την δυναστεία των Πτολεμαίων και αποτελούσε συνέχεια του οράματος του μέγα Αλέξανδρου που επιθυμούσε να γίνει η νεόκτιστη Αλέξάνδρεια το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι της μεσογείου αλλά και παγκόσμιο πολιτιστικό κέκτρο. Πολύ γρήγορα εμπλουτίστηκε με κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας αλλά και με κείμενα των λαών της ανατολής. Αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι οι τόμοι της ξεπουρνούσαν τις 700 χιλιάδες. Η φήμη της σαν ένα σπουδαίο ερευνητικό και φιλολογικό κέντρο ξεπερνούσε τα όρια των ελληνιστικών βασιλείων.

Στην βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας εργάστηκαν πολύ σπουδαίοι αρχαίοι έλληνες σοφοί, αναμεσά τους ο Ερατοσθένης, ο Ζηνόδοτος, ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο Καλλίμαχος κ.α. Στο Αλεξανδρινό μουσείο* που τμήμα του ήταν η βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε στην ουσία το πρώτο πανεπιστήμιο στον κόσμο. Η βιβλιοθήκη είχε και πλούσια εκδοτική δραστηριότητα επειδή της είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να δημιουργεί αντίγραφο για κάθε χειρόγραφο που εμφανίζονταν στην Αίγυπτο. Για το σκοπό είχε ειδικά ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό αντιγραφέων. Ένα μεγάλο τμήμα της βιβλιοθήκης καταστράφτηκε το 47 π.Χ κατά τον Αλεξανδρινό πόλεμο. Αργότερα ανοικοδομήθηκε και συμπληρώθηκε από την βιβλιοθήκη της Περγάμου. Το 391 μ.Χ την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου του Α’ ένα μεγάλο τμήμα της βιβλιοθήκης καταστράφηκε από φανατικούς χριστιανούς. Η καταστροφή ολοκληρώθηκε τον 7ο και 8ο αιώνα με την αραβική κατάκτηση .

Το 325 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος θεμελίωσε την Αλεξάνδρεια στην τοποθεσία της αρχαίας αιγυπτιακής πόλης Ρακώτις, εκτιμώντας ότι η πόλη θα εξελίσσετο σε μεγάλο  εμπορικό κέντρο λόγω του εξαιρετικού λιμένα, που κατασκεύασαν οι μηχανικοί Διάδης και Χαρίας, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Δεινοκράτη. Πράγματι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε κατάλληλο μέρος που να προσφέρεται για ελλιμενισμό, ώστε τα πλοία να αγκυροβολήσουν με ασφάλεια. Ήταν αναγκασμένα να εισέρχονται στον Νείλο, όπου και διεκπεραιώνονταν οι κάθε είδους συναλλαγές με τους Αιγυπτίους. Γι’ αυτό και το μεγαλοπρεπές λιμάνι της ήταν η βασική προϋπόθεση για την μετέπειτα εξέλιξή της στο μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου.

Τα όρια της Αλεξάνδρειας σχεδίασε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, εμπνευστής του φιλόδοξου ονείρου μιας πόλης με επιβλητικά ανάκτορα, πολυτελέστατα κτίρια, περίτεχνους ναούς και πολλούς πνεύμονες πράσινου. Ο Έλληνας στρατηλάτης επέλεξε το παραλληλόγραμμο σχήμα της μακεδονικής χλαμύδας με όρια τη λίμνη Μαρώτις στο νότο και τον Κανωπικό Βραχίονα. Ο αρχιτέκτονας Δεινοκράτης ο Ρόδιος ανέλαβε την πολεοδόμηση και την ανέγερση των βασιλικών κτιρίων, κατασκευάζοντας μια πόλη – πρότυπο για την εποχή εκείνη. Την χώρισε σε πέντε περιφέρειες, που ενώνονταν με φαρδείς δρόμους, ενώ σε όλο το μήκος των δύο κεντρικών λεωφόρων, πλάτους 22 μέτρων η καθεμιά, υπήρχαν στοές. Σημεία αναφοράς για τον επισκέπτη ήταν τα ανάκτορα, το θέατρο, η αγορά, ο ναύσταθμος με τις τεράστιες αποθήκες, οι βασιλικοί κήποι, το Μουσείο, το Σώμα, όπου για πολλούς βρισκόταν θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος, αλλά και η Βιβλιοθήκη και ο Φάρος.

Όλη η πόλη περιτειχιζόταν από ψηλά και πλατιά τείχη με πολλούς πυργίσκους. Σε αυτή τη νεόκτιστη πόλη, άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες πολίτες, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Όταν πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος, ο στρατηγός Πτολεμαίος Α’ του Λάγου έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου κι εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, ανακηρύσσοντας την πρωτεύουσα του βασιλείου του. Με τον Πτολεμαίο Α’ του Λαγού άρχισε η δυναστεία των Λαγίδων (305-30 π.Χ.). Ο Πτολεμαίος εκτός από καλός στρατιωτικός ήταν και ένας ευφυής κι οξυδερκής ηγέτης με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες. Έτσι μόλις εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, άρχισε να προσκαλεί από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου φιλοσόφους και προσωπικότητες των τεχνών.

Ανάμεσα σε αυτούς που δέχθηκαν την πρόσκληση του ήταν ο Ευκλείδης, ο Στράτωνας, ο Δημήτριος ο Φαληρέας, ο Φίλητας ο Κώος κ.ά. Μαζί με αυτούς όμως άρχισε να καταφθάνει και πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη της Γης, με αποτέλεσμα η Αλεξάνδρεια να μεταβληθεί σ’ ένα πολυεθνικό και πολύμορφο κέντρο γνώσης αποτελούμενο από Πέρσες, Φοίνικες, Λίβυους, ακόμα και Ινδούς. Ωστόσο, οι πολυπληθέστερες κοινότητες ήταν αυτές των Ελλήνων, των Αιγυπτίων και των Εβραίων. Ο Πτολεμαίος, για να μπορέσει να επιβληθεί σε αυτό το ανομοιογενές πλήθος των υπηκόων του, «δημιούργησε» με τη βοήθεια δύο μεγάλων μυστών των αιγυπτιακών και ελληνικών μυστηρίων, του Έλληνα Τιμόθεου του Αθηναίου και του Αιγυπτίου Μανέθωνα, ένα νέο θεό, τον Σέραπη, που ουσιαστικά ήταν ένωση του Αιγυπτίου Όσιρη και του Έλληνα Διόνυσου ή Πλούτωνα. Έλληνες και Αιγύπτιοι δέχθηκαν το νέο θεό και ανήγειραν προς τιμήν του ένα μεγαλοπρεπή ναό, το Σεραπείο, στον αιγυπτιακό τομέα της πόλης.

Το πρώτο Πανεπιστήμιο του κόσμου

  Ο φιλόσοφος και πολιτικός Δημήτριος ο Φαληρεύς (350-283 π.Χ.), βλέποντας τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που επέφερε η ραγδαία επέλαση των μακεδονικών φαλαγγών στις αχανείς εκτάσεις της Περσικής Αυτοκρατορίας, έπλασε ένα όνειρο που είχε σχέση με την ανάδειξη του ελληνικού πνεύματος σε παγκόσμια κλίμακα. Αν και από τούς ιστορικούς αυτή η φωτισμένη μορφή αναφέρεται ως «αποτυχημένη πολιτικά», ο Δημήτριος ήταν εκείνος που κατάφερε να πείσει με πι προτροπές του τον Πτολεμαίο Α’ να δημιουργήσει στην Αλεξάνδρεια σχολή και βιβλιοθήκη, όπου θα συγκεντρώνονταν όλα τα βιβλία του τότε γνωστού κόσμου. Αν και υπήρχαν βιβλιοθήκες (υπό την έννοια ότι σε κάποιο κτίριο βρισκόταν ένας αριθμός βιβλίων) ήταν συνήθως υπό την επίβλεψη ιερέων του εκάστοτε θρησκευτικού δόγματος της περιοχής. Αν κάποιος ήθελε να τις χρησιμοποιήσει, έπρεπε ή να ήταν μυημένος στο αντίστοιχο δόγμα ή να ήταν στέλεχος του ιερατείου, καθότι αυτές δεν λειτουργούσαν ως πηγές γνώσης και μελέτης για το κοινό, αλλά ως ιερατικά μυσταγωγικά κέντρα. Το ίδιο συνέβαινε και με τις σχολές, όπως για παράδειγμα στην Αθήνα, όπου ήδη λειτουργούσαν η Ακαδημία του Πλάτωνα και το Λύκειο του Αριστοτέλη, που όμως δεν είχαν ερευνητικό χαρακτήρα, αλλά καθαρά φιλοσοφικό και οι βιβλιοθήκες τους ήταν μικρές, αφού φιλοξενούσαν ως επί το πλείστον έργα ίων ιδρυτών τους, ένα μικρό αριθμό ποιητικών και φιλοσοφικών έργων, καθώς και μερικές συμπληρωματικές μελέτες.

Ο Δημήτριος ο Φαληρεύς είχε θητεύσει επιτηρητής της Αθήνας και γνώριζε από κοντά τη λειτουργία και τη σύνθεση του Λυκείου και της Ακαδημίας. Επειδή ήταν και μαθητής του Αριστοτέλη, είναι πιθανόν να είχε διδαχθεί από τον ίδιο το φιλόσοφο την οργάνωση μιας βιβλιοθήκης. Ίσως μάλιστα γι’ αυτόν το λόγο ο Στράβωνας να αναφέρει ότι ο Αριστοτέλης θεωρούνταν πνευματικός πατέρας ίου Μουσείου και της Βιβλιοθήκης. Το όνειρο του Δημητρίου άρχισε να υλοποιείται γύρω στο 300 π.Χ. με την ανέγερση του Μουσείου, του πρώτου πανεπιστημίου στον κόσμο. Το Μουσείο ήταν σχολή που δημιουργήθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα των δύο αθηναϊκών σχολών, του Λυκείου και της Ακαδημίας, και ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν αφιερωμένο στις 9 Μούσες, τις προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών.

Ο Στράβων μας πληροφορεί ότι το Μουσείο διέθετε μια πλατωνικού τύπου εξέδρα, όπου υπήρχαν καθίσματα για να συγκεντρώνονται οι φιλόσοφοι. Παράπλευρα υπήρχε ο αριστοτελικού τύπου χώρος περιπάτου για τις συζητήσεις των επιστημόνων. Μεγάλο χώρο καταλάμβανε κι ο ναός, που ήταν αφιερωμένος στις Μούσες, όπου ο ιερέας – τυπικά ο επικεφαλής του ιδρύματος- τελούσε τα μυστήρια. Αυτό το πρώιμο πανεπιστημιακό συγκρότημα είχε δύο ακόμη κτίσματα, τους κοιτώνες και την εστία. Όσοι κατοικούσαν στο Μουσείο δικαιούνταν διατροφή και μισθοδοσία, τα έξοδα τους αναλάμβανε το βασιλικό ταμείο, ενώ συγχρόνως έχαιραν φορολογικής απαλλαγής. Έτσι τα στελέχη του Μουσείου έκαναν τις έρευνες τους χωρίς να προβληματίζονται από τις καθημερινές έγνοιες, δοσμένοι ολοκληρωτικά στο επιστημονικό τους έργο και λειτουργώντας ως μέλη της λατρευτικής κοινότητας των Μουσών. Εκτός όμως από τον επικεφαλής ιερέα υπήρχε κι ο επιστάτης, ο οποίος ήταν αρμόδιος της διαχείρισης της σχολής. Το Μουσείο όπως και η Βιβλιοθήκη, ήταν ιδιοκτησία του βασιλιά, που διόριζε τους δύο επικεφαλής, συνήθως πρόσωπα της αρεσκείας του. Έτσι εξηγείται και το γεγονός πως από την εποχή του Πτολεμαίου Δ’ του Φιλοπάτορα, τότε δηλαδή που άρχισαν οι διαμάχες ανάμεσα στους διεκδικητές του θρόνου, έχουμε εναλλαγή προσώπων στις δυο αυτές δέσεις.

Εκτός όμως από το διωγμό των δύο ανώτερων της σχολής, έχουμε και το διωγμό φιλοσόφων, που ήταν ταγμένοι σε κάποιο διάδοχο. Οι διώξεις αυτές είχαν πάρει, μάλιστα, τέτοιες διαστάσεις, που πολλοί αναφέρουν ότι πολλές πόλεις ήταν γεμάτες από εξόριστους Αλεξανδρινούς επιστήμονες. Ο αρχικός σκοπός του Μουσείου ήταν η έρευνα και, σε συνδυασμό με τη Βιβλιοθήκη, η καταγραφή των πορισμάτων της. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου κι αφού πέρασε στη δικαιοδοσία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, το Μουσείο πήρε τη μορφή του εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ερευνητές της Αστρονομίας, των Μαθηματικών, της Φυσικής και των άλλων τεχνών δίδασκαν, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, σε 12.000 μαθητές περίπου! Περί το 295 π.Χ. κατασκευάσθηκε και το κτίριο της Βιβλιοθήκης, αφού ήδη ο Πτολεμαίος Α’ είχε χρηματοδοτήσει τον Δημήτριο και το επιτελείο του να συγκεντρώσουν βιβλία απ’ όλο τον κόσμο.

Ο Φαληρέας με το δημιουργικό του πνεύμα αντιλήφθηκε ότι για να υπάρξει πρόοδος στον τομέα της γνώσης, δεν χρειάζεται μόνο η σύνθεση μιας σχολής με διαπρεπή μυαλά, αλλά και η καταγραφή και συγκέντρωση των ερευνών σ’ ένα μέρος. Τον ενθουσιασμό του αυτόν τον κληροδότησε στον Πτολεμαίο κι αυτός με τη σειρά του στους διαδόχους του. Η συγκέντρωση των βιβλίων γινόταν έναντι αδρών αμοιβών, αλλά και με πλάγιους τρόπους, όταν η απόκτηση τους ήταν δύσκολη. Για παράδειγμα, ο Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης ζήτησε από τους Αθηναίους τα πρωτότυπα έργα των μεγάλων τραγικών για να γίνουν πιο πιστές αντιγραφές των κειμένων, πληρώνοντας τους υποθήκη σε περίπτωση καταστροφής. Οι Αθηναίοι, μπροστά στο υπέρογκο χρηματικό ποσό, πρόσφεραν χωρίς να το πολυσκεφτούν τα έργα των τραγικών και ο Πτολεμαίος Γ’ τους επέστρεψε τα αντίγραφα, κρατώντας τα αυθεντικά. Ένας άλλος τρόπος ήταν η κατάσχεση των βιβλίων που μετέφεραν οι επισκέπτες στην Αλεξάνδρεια. Έτσι, η Βιβλιοθήκη δεν άργησε να γεμίσει, με αποτέλεσμα ο Πτολεμαίος Γ’ να αναγκαστεί να δημιουργήσει ένα παράρτημα της στο Σεραπείο, που κατά τον Ιώσηπο ονομάσθηκε «θυγάτηρ», κόρη δηλαδή της μεγάλης Βιβλιοθήκης.

Η Βιβλιοθήκη ήταν χωρισμένη σε τομείς, όπως: ρητορική, νομική, ιστορία, μαθηματικά, ιατρική, ποίηση, που χωριζόταν σε επική, λυρική, τραγική και κωμική. Πριν καταγραφούν οι τόμοι και στεγαστούν στις βιβλιοθήκες, στοιβάζονταν στις αποθήκες του ναυστάθμου για να ακολουθήσει η επιλογή και η πρώτη καταγραφή. Την εποχή του Πτολεμαίου Γ’ του Ευεργέτη ο αριθμός των κυλίνδρων – ονομάζονταν έτσι λόγω του σχήματος τους – έφτανε τις 532.000 και γύρω στα 30.000 πινάκια, ενώ λίγο πριν από την καταστροφή αριθμούσαν τις 700.000 με 800.000! Ο επικεφαλής της Βιβλιοθήκης ονομαζόταν διευθυντής και πιθανότατα δεν είχε καμιά σχέση με αυτούς του Μουσείου. Υπό την επίβλεψη του είχε ένα μεγάλο αριθμό επιστημόνων, από αντιγραφείς και μεταφραστές μέχρι καταγραφείς και συλλέκτες.

Ο πρώτος διευθυντής που αναφέρεται ήταν ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος (325-260 π.Χ.), γνωστός φιλόσοφος κι ένας από τους πρώτους λεξικογράφους. Πολλά του έργα χάθηκαν κατά τη διάρκεια των καταστροφών. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι το Γλώσσαι, που αναφερόταν στην καταγωγή των τότε γνωστών ελληνικών γλωσσών (διαλέκτων), στις διαφορές μεταξύ τους αλλά και στις ομοιότητες τους, καθώς και το Λέξεις Εθνικαί με κεντρικό του θέμα τις ξένες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες της εποχής. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Πτολεμαίος ο Β’ ο Φιλάδελφος κάλεσε τον Καλλίμαχο (310-240 π.Χ.) για να τον βοηθήσει στις εργασίες της Βιβλιοθήκης. Ο Καλλίμαχος ήταν φιλόσοφος και φιλόλογος από την Κυρήνη κι ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμα του βασιλιά, αφού του δινόταν η μοναδική ίσως ευκαιρία να συμμετάσχει στη φιλόδοξη προσπάθεια συγκέντρωσης όλων των λογοτεχνικών και μη έργων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Ο Καλλίμαχος βοήθησε στο συντονισμό και στον καταμερισμό των βιβλίων γράφοντας έναν κατάλογο με τον τίτλο Πίνακες, στον οποίο κατέγραψε περίπου 120.000 τίτλους βιβλίων κάθε είδους, τα ονόματα των συγγραφέων, τον αριθμό των στίχων, αλλά και τη χρονολογία συγγραφής του κά8ε έργου.

Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, αλλά και οι λαοί της Μεσοποταμίας, όπως οι Σουμέριοι και οι Ασσύριοι, είχαν ανεπτυγμένη την έρευνα στην Αστρονομία, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο έργο, που θα μπορούσε με τις θεωρίες και τους κανόνες του να στηρίξει την ύπαρξη μιας ολόκληρης επιστήμης. Ο Ευκλείδης, που είχε εγκατασταθεί στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 300 π.Χ., συγκέντρωσε όλα τα γεωμετρικά ευρήματα κι έγραψε το περίφημο βιβλίο Στοιχεία, δίνοντας έτσι τη βάση για τη Γεωμετρία, αλλά και το έναυσμα στις υπόλοιπες, σχετικές επιστήμες. Άλλος επιφανής ερευνητής ήταν ο ιατρός Ηρόφιλος (355-280 π.Χ.) από τη Χαλκηδόνα. Ο Ηρόφιλος άρχισε να κάνει ανατομικές μελέτες και έρευνες, θεμελιώνοντας έτσι την επιστήμη της Ανατομίας.

Ίδρυσε σχολή και μέσα από τις έρευνες του συμπέρανε ότι οι αρτηρίες μεταφέρουν αίμα και όχι αέρα, όπως μέχρι τότε ισχυριζόταν ο Πραξαγόρας. Μπόρεσε να διαχωρίσει τα νεύρα σε αισθητήρια και κινητικά, ενώ περιέγραψε κι ονόμασε τον αμφιβληστροειδή χιτώνα και το άνω τμήμα του λεπτού εντέρου, ως δωδεκαδάκτυλο. Ο μαθητής του, ο Ερασίστρατος από την Κέα, έκανε τη διάκριση ανάμεσα στον κυρίως εγκέφαλο και στην παρεγκεφαλίδα, αλλά παρατήρησε και τη διαφορά των πτυχώσεων του εγκεφάλου των ζώων και των ανθρώπων και υποστήριξε ότι οι περισσότερες πτυχώσεις δηλώνουν ανώτερη νοημοσύνη. Ο Ερασίστρατος, έχοντας αντίθετες απόψεις σχετικά με τις αρχές και τις μεθόδους της Ιατρικής από αυτές του δασκάλου του, ίδρυσε μια άλλη σχολή και θεμελίωσε τη Φυσιολογία. Εκτός αυτών όμως ιδρύθηκαν κι άλλες κλινικές – οίκοι, όπως του Καλλίμαχου και του Φιλίνου του Κώου, οι οποίες ξεχώριζαν μεταξύ τους από τον τρόπο άσκησης της θεραπείας. Τον Ηροφίλειο Οίκο και την Εμπειρική Ιατρική Σχολή του Φιλήνου, τις ένωσε αργότερα ο Ηρακλείδης του Ταραντίνου σε μία σχολή. Η εξέλιξη αυτών των ιατρικών τομέων διακόπηκε απότομα, γεγονός που έκανε την ιατρική επιστήμη για πάρα πολλούς αιώνες να θεωρείται μυστικιστική τέχνη και τους λειτουργούς της να κατηγορούνται ως μάγοι κι άθεοι.

Σύμφωνα με τις αιγυπτιακές δοξασίες, το νεκρό σώμα έπρεπε να παραμένει ανέπαφο για να ακολουθήσει τη μεταθανάτια πορεία του. Έτσι, όταν οι Αιγύπτιοι έμαθαν ότι δάσκαλοι και μαθητές των σχολών «έπρατταν ανόσια» στα σώματα των νεκρών, βγήκαν στους δρόμους και μαζί με τους ιερείς διαμαρτυρήθηκαν κατευθυνόμενοι προς τα ανάκτορα. Ο Πτολεμαίος βρέθηκε σε δύσκολη δέση, βλέποντας ότι στα αιτήματα της θιγμένης θρησκοληψίας του λαού πρωτοστατούσαν οι ιερείς και γνωρίζοντας την επιρροή των κληρικών, αποφάσισε αμέσως τη διακοπή των ιατρικών ερευνών και την αποπομπή ορισμένων δασκάλων, για να αποφύγει πιθανή εξέγερση μέσα στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος, η φιλοσοφική και η τεχνολογική εξέλιξη έφθασαν σε μοναδικά επίπεδα ακμής και προόδου.

Διευθυντής της Βιβλιοθήκης ήταν ο Απολλώνιος ο Ρόδιος (270-235 π.Χ.) στον οποίο αποδίδονται τα Αργοναυτικά. Ο Έρμιππος, μαθητής του Καλλίμαχου, έγραψε έργο για το Ζωροαστρισμό και τις περσικές δοξασίες που ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια στίχους. Εκείνη την εποχή έγινε και η πρώτη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης, επειδή οι Εβραίοι είχαν εξελληνιστεί σε τέτοιο βαθμό, που όχι μόνο μιλούσαν σχεδόν αποκλειστικά Ελληνικά, αλλά και χρησιμοποιούσαν ελληνικά ονόματα. Ο ιερέας Μανέδων μετέφρασε πολλά έργα των Αιγυπτίων, ενώ ο Βήρωσσος ο Χαλδαίος έγραψε στα Ελληνικά την Ιστορία των Βαβυλώνιων. Τέλος, μεταφράστηκαν ινδικά βιβλία, τα περισσότερα από αυτά βουδιστικού περιεχομένου, τα οποία έφεραν στη Βιβλιοθήκη οι αντιπρόσωποι του βασιλιά Ασόκα, προσωπικού φίλου του Φιλάδελφου.

Γύρω στο 270 π.Χ. ο Κτησίβιος ανακάλυψε την ιδιότητα της διαστολής των αερίων και ασχολήθηκε με τη Μηχανική και τις ενεργειακές πηγές. Κατασκεύασε την ύδραυλο. Μια άλλη εφεύρεση του Κτησίβιου ήταν η υδραντλία, η πρώτη πυροσβεστική αντλία, αλλά και η κατασκευή του ρύτου, ενός μουσικού οργάνου που παρήγαγε μελωδικούς ήχους, καθώς το νερό έπεφτε πάνω στις οπές του. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι κι ο μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν σύλληψη και κατασκευή του Κτησίβιου, επειδή αυτός κατασκεύαζε ήδη οδοντωτούς τροχούς – γρανάζια. Αλλά και ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς (1ος μ.Χ.) απέδιδε την πατρότητα της ατμομηχανής του σε αυτόν.

Τέλος, ένα άλλο γνωστό επίτευγμα του μεγαλύτερου μηχανικού – μαζί με τον Αρχιμήδη – της αρχαιότητας, ήταν «η μηχανή του Κτησίβιου», η οποία λειτουργούσε με την πίεση του αέρα και σήκωνε μεγάλα βάρη. Το 245 π.Χ. ο βιβλιοφύλαξ που διαδέχθηκε τον Απολλώνιο ήταν ο Ερατοσθένης (275-194 π.Χ.), μαθητής του Καλλίμαχου και του Λισάνιου. Τον κάλεσε στην Αλεξάνδρεια ο Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης επειδή από μικρή ηλικία ήταν πολυτάλαντος και ασχολήθηκε με τη Γεωγραφία, τα Μαθηματικά, την Αστρονομία κ.ά. Πολλά από τα βιβλία που χάθηκαν στις καταστροφές ήταν δικά του. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι τα Γεωγραφικά και το Περί Μετρήσεως της Γης, που εγράφη γύρω στο 240 π.Χ., τότε δηλαδή που ο Ερατοσθένης προσδιόρισε το μέγεθος της Γης από το ποσοστό καμπύλωσης της επιφάνειας της (το υπολόγισε μετρώντας τις γωνίες που σχημάτιζαν οι ακτίνες του ήλιου την ίδια ώρα σε διάφορα σημεία της επιφάνειας της). Στο γεωγραφικό του έργο αναφέρθηκε με δέος ο Στράβωνας τονίζοντας, μάλιστα, ότι οι δυνατότητες του, καθώς και των άλλων επιστημόνων, ήσαν μεγάλες και οφείλονταν στην ύπαρξη της Βιβλιοθήκης.

  

Η καταστροφή της βιβλιοθήκης

 

 Αυτό το λαμπρό επίτευγμα του πολιτισμού δεν έμελλε να επιβιώσει. Η πρώτη μεγάλη καταστροφή έρχεται με την πολιορκία του Ιουλίου Καίσαρα στο Βρουχείον από τον Αχίλα. Θέλοντας να εμποδίσει τον αντίπαλό του από την ελεύθερη είσοδο στο λιμάνι, ο  Ιούλιος Καίσαρας έκαψε το ρωμαϊκό του στόλο, αποτελούμενο από 72 πλοία, μαζί με εκείνα που κατασκευάζονταν στα ναυπηγεία. Η φωτιά μεταδόθηκε στην ξηρά στο λιμάνι και τότε κάηκε η βιβλιοθήκη του Βρουχείου. To γεγονός πιστοποιεί ο Σενέκας (De tranquillitate animi ΙΧ), παραπέμποντας στον Τίτο Λίβιο, ο Πλούταρχος (Βίος Καίσαρος), ο Δίων Κάσσιος και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος.

Έγιναν αρκετές προσπάθειες για την αποκατάσταση του ονόματος του Ιουλίου Καίσαρα, και κάποιες από αυτές ήταν πειστικές. Εκείνο που έχει σημασία, όμως, είναι το γεγονός πως από την εποχή της ρωμαϊκής κατάκτησης άρχισε η κατάπτωση και η καταστροφή. Όχι μόνον σταμάτησε η απόκτηση νέων χειρογράφων, αλλά τα πολυτιμότερα από αυτά έπαιρναν το δρόμο για τη Ρώμη. Οι μεγάλες ταραχές και συχνές πολιορκίες επιτάχυναν την αποσύνθεση. Η συμφορά επί Καρακάλλα είδαμε πως έπληξε ιδιαίτερα το Μουσείο. To 270 στην πολιορκία του Αυρηλιανού κατασκάφτηκε το μεγαλύτερο τμήμα του Βρουχείου. Με τη σειρά του στον Σουΐδα αναφέρεται πως ο Διοκλητιανός στο τέλος του 3ου αιώνα έλαβε νομοθετικά μέτρα για τη διοίκηση των βιβλιοθηκών και έδωσε εντολή να καούν τα χειρόγραφα που πραγματεύονταν την αιγυπτιακή χημεία.

Η δεύτερη καταστροφή συνέβη επί αυτοκράτορα Καρακάλλα. Ο Καρακάλλας, επιθυμώντας να εκδικηθεί τους Αλεξανδρινούς για τα δηκτικά τους σχόλια σε βάρος του, όχι μόνον κατέσφαξε όλη τη νεολαία της ευγενούς τάξης, αλλά δήμευσε και την περιουσία του Μουσείου, ενός από τα τρία φημολογούμενα κτίρια της Βιβλιοθήκης, έδιωξε τους σοφούς και κατέστρεψε τη βιβλιοθήκη. Ο Δίων Κάσσιος αναφέρει σχετικά «Και δη τους φιλοσόφους, τους Αριστοτελικούς ονομαζόμενους, τα τε άλλα δεινώς εμίσει, ώστε και τα βιβλία αυτού (του Αριστοτέλη) κατακαύσαι εθελήσαι και τα συσσίτια, α εν τη Αλεξανδρεία είχον, τας τε λοιπάς ωφελείας όσας εκαρπούντο αφείλετο» (OZ’ ζ’ 22). Ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος προσπάθησε να επανορθώσει τo αδίκημα, ανανεώνοντας τα συσσίτια και επιστρέφοντας όσα δημεύθηκαν, αλλά από τότε το Μουσείο άρχισε να οδηγείται προς την παρακμή, υφιστάμενο μάλιστα και την αντίπραξη της Κατηχητικής Σχολής.

Το 391, με παρακίνηση του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεόφιλου, καταστράφηκε ο ναός του Σέραπι, ως αποκορύφωμα του διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου, επί Θεοδοσίου και σε μια περίοδο που ήδη αρκετά ιερά της υπαίθρου αλλά και μερικοί ναοί των πόλεων καταστράφηκαν από χριστιανούς. Στο Ελληνορωμαϊκό Μουσείο υπάρχουν τα τεκμήρια μιας μεγάλης καταστροφής. Έρχεται και η αραβική κατάκτηση το 642 , για να ολοκληρώσει την καταστροφή. Ο Αμπντούλ Φαράγκ, μονοφυσίτης επίσκοπος και ιστορικός του 13ου αιώνα αναφέρει τα εξής: O Ιωάννης Φιλόπονος (490-570 μ.Χ), περίφημος βιβλιόφιλος, εξαιτίας της εύνοιας που απολάμβανε από τον κατακτητή Αμρ ελ Ας, πέτυχε να του δοθούν όλα τα βιβλία της πόλης. Έδειξε τόσο μεγάλη χαρά και επαίνεσε τόσο την αξία των παπύρων, ώστε ο Αμρ ζήτησε και τη γνώμη του χαλίφη Ομάρ. «Αν περιέχουν αυτά τα χειρόγραφα ό,τι και το Κοράνιο είναι περιττά. Αν περιέχουν πράγματα αντίθετα, τότε είναι επιζήμια», του απάντησε εκείνος. Διατάχθηκε, λοιπόν, να ριχτούν στην πυρά ως καύσιμη ύλη για τα τετρακόσια λουτρά της πόλης. To γεγονός επαναλαμβάνει μετά από μισό αιώνα περίπου ο Αμπντούλ Λατίφ, αργότερα ο Ιμπν αλ Κίφτι, ο Αμπούλ Φέντα κ.α.

  Επίλογος

  Τι απέγιναν τα χειρόγραφα, όσα τουλάχιστον επιβίωσαν από την καταστροφή; Άλλα στάλθηκαν στη Ρώμη, άλλα βρέθηκαν στην κατοχή μοναστηριών και κατόπιν στις βιβλιοθήκες του Βυζαντίου οι οποίοι τα διέσωσαν και αντέγραψαν απο πάπυρους σε περγαμηνές περί το 89% Άλλα βρέθηκαν στην Πατριαρχική Βιβλιοθήκη του Καΐρου άλλα τα έκρυψαν άραβες λόγιοι για να τα γλιτώσουν από την καταστροφή, ενώ άλλα βρέθηκαν σε ιδιωτικές συλλογές. Αρκεί να αναφέρουμε πως ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις δώρισε στο βασιλιά της Αγγλίας Κάρολο Α’ τον περίφημο Αλεξανδρινό κώδικα, ένα πολύτιμο χειρόγραφο του 4ου αιώνα. Οι Αραβοχριστιανοί, έσωσαν και μετέφρασαν πολλά από τα ελληνικά συγγράμματα περί το 8% μέχρι την επέλαση του Ισλαάμ όπου και καταστράφηκαν πολλές λογοτεχνικές αντιγραφές επειδή κατηγορήθηκαν σαν αιρετικές και διεσώθησαν μόνο τα μαθηματικά και η αστρονομία.

Έτσι, η Βιβλιοθήκη τράβηξε το δρόμο της ως το τέλος μέσα από τις σφοδρές κοινωνικές, θρησκευτικές και πολιτικές αντιθέσεις ενός κόσμου που διαρκώς άλλαζε μορφή. Αν και δεν μπορούμε, λόγω έλλειψης στοιχείων, να είμαστε σίγουροι για την ακριβή χρονολογική σειρά των γεγονότων, είμάστε βέβαιοι πως στις πηγές από τις οποίες αντλούμε τη γνώση μας κρύβεται ένα κομμάτι από την αλήθεια. Η Βιβλιοθήκη δεν άντεξε μπρος στο κύμα των κοινωνικών αλλαγών που συντελέστηκαν σε εκείνη την εποχή. To χειρότερο από όλα είναι ότι κανείς από τους εχθρούς της δε στάθηκε δυνατό να εκτιμήσει την πραγματική αξία της. Οι χριστιανοί λόγιοι πολύ αργότερα κατάλαβαν τι έγινε και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να διασώσουν τα λιγοστά ψήγματα που απέμειναν με μια μνημειώδη προσπάθεια αντιγραφής κειμένων στις μοναστικές βιβλιοθήκες, το ίδιο και οι Άραβες.

Βέβαια, κανείς δεν είναι σε θέση να καταγγείλει τον ένα και μοναδικό υπεύθυνο της καταστροφής της περίφημης βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Ίσως επειδή τελικά, ο υπεύθυνος δεν ήταν μόνο ένας αλλά η καταστροφή της έγινε σταδιακά, ξεκινώντας από την πυρκαγιά επί Ιουλίου Καίσαρα το 48 π.Χ. και με πιθανή οριστική χρονολογία το 297 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Αυρηλιανού. Τότε φαίνεται να έρχεται πραγματικά το τέλος της μεγάλης βιβλιοθήκης, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης ανάμεσα στη Ζηνοβία και τον Αυρηλιανό, οπότε, όπως γράφει ο Αμμιανός, η Αλεξάνδρεια έχασε τη συνοικία (amisit regionem) του Βρουχείου: «quae Bruchion appellabatur, diuturnum praestantium hominum domicilium» (XXII, 16, 15). Και όπως παρατηρεί λίγα χρόνια αργότερα ο Επιφάνιος, άλλοτε στη συνοικία αυτή υπήρχε η βιβλιοθήκη «και τώρα η έρημος» (PG 43,249C-252A).

Μία από τις πιο γνωστές μαρτυρίες για τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας προέρχεται από το 1780 περίπου και είναι αυτή του σημαντικού ιστορικού και οπαδού του Διαφωτισμού, Έντουαρντ Γκίμπον ο οποίος για την καταστροφή κατηγόρησε αποκλειστικά τους χριστιανούς κατά τη διάρκεια των γεγονότων του 391 μ.Χ. επί επισκόπου Θεοφίλου. Ιστορικοί που διακρίνουν στοιχεία προκατάληψης από τον Γκίμπον ενάντια στον Xριστιανισμό, θεωρούν ότι ο Γκίμπον, από εσφαλμένη εκτίμηση, συνέχεε τη βασιλική βιβλιοθήκη με εκείνη που βρισκόταν κοντά στον ναό του Σέραπι. Σχετικά με τις αναφορές του Γκίμπον για το θέμα αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε μια αντίστοιχη περίπτωση της ιστορίας, με ευκολία αθώωνε τους Άραβες για την μεγάλη μαρτυρούμενη καταστροφή βιβλίων στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 7ου αιώνα.

   ΠΗΓΗ: http://chilonas.wordpress.com/

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ

  Ο ισχυρισμός ότι οι χριστιανοί κατέστρεψαν την περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας είναι από τους πιο παλαιούς. Ωστόσο υπήρχαν περισσότερες της μιας βιβλιοθήκες στην Αλεξάνδρεια. Οι κυριότερες ήταν η λεγόμενη «Βασιλική Βιβλιοθήκη» καθώς και το λεγόμενο «Μουσείο» (400 χιλιάδες τόμοι) που ήταν στην περιοχή του Βρουχείου. Στις βιβλιοθήκες αυτές υπήρχαν συγγράμματα από όλους τους λαούς και θρησκείες, όχι μόνον αρχαιοελληνικά. Υπήρχαν περσικά, αιγυπτιακά, εβραϊκά, ακόμα και βουδιστικά. Η βιβλιοθήκη του Σαράπειου είχε γύρω στους 42 χλδ τόμους. «Από το βυζαντινό λόγιο Τζέτζη, ο οποίος αντλούσε τις πληροφορίες του από παλαιότερες ελληνιστικές πηγές, μαθαίνουμε τον αριθμό των βιβλίων-ρόλων, που περιείχε η βιβλιοθήκη του Μουσείου επί Πτολεμαίου του Φιλάδελφου (prolegomena de comoedia, ed. Korster, p. 32). Σύμφωνα μ’ αυτόν υπήρχαν 400.000 βίβλοι συμμιγείς και 90.000 βίβλοι αμιγείς, μαζί επομένως 490.000 Βιβλία-ρόλοι. Όμως οι ελληνικές εκφράσεις χρειάζονται εδώ μίαν εξήγηση, την οποία έδωσε – κατά τον πιο πειστικό τρόπο ο L. Canfora. Σύμφωνα μ’ αυτόν υπό τον όρον βίβλος αμιγής πρέπει να εννοήσουμε ένα βιβλίο-ρόλο, που περιείχε ένα άρτιο (μικρότερο) σύγγραμμα ενώ οι βίβλοι συμμιγείς ήταν ρόλοι οι οποίοι κάθε φορά περιείχαν ένα «βιβλίο» κάποιου μεγαλύτερου έργου. Επομένως τα εννιά βιβλία του έργου της ιστορίας του Ηρόδοτου ήταν εννιά βίβλοι συμμιγείς. Μπορεί τώρα κανείς να συνεχίσει το παιχνίδι και να λογαριάσει τους 490.000 ρόλους της αλεξανδρινής βιβλιοθήκης με σύγχρονους τόμους. Τα εννιά βιβλία (=9 ρόλοι) του Ηροδότου σήμερα αποτελούν δύο τόμους στις εκδόσεις Teubner. Αν τεθεί ως βάση η ίδια σχέση για τους 490.000 ρόλους της Βιβλιοθήκης, τότε θα φτάσουμε κάπου σε 109.000 τόμους. Επειδή όμως για την ποίηση ένα βιβλίο (=ρόλος) ήταν κατά πολύ συντομότερο από τα πεζά συγγράμματα – οι 24 ραψωδίες της Ιλιάδας αποτελούν μόνον ένα τόμο στις εκδόσεις Teubner – τότε ο φανταστικός αριθμός των τόμων μας θα μπορούσε να μειωθεί περισσότερο, κάπου στους 80.000 τόμους. (Για σύγκριση: η κρατική βιβλιοθήκη της Βαυαρίας στο Μόναχο έχει ένα πλήθος πάνω από 5.400.000 τόμους)»[1]. «Σύμφωνα με τον Τζέτζη η βιβλιοθήκη του Σαράπειου περιελάμβανε 42.800 ρόλους βιβλίων»[2]. Με άλλα λόγια η καταστροφή βιβλιοθήκης (του Σαράπειου) που χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη στην αρχαία ιστορία, αφορά συνολικά περίπου 7.000 σύγχρονους τόμους.

  Όσον αφορά στη Βιβλιοθήκη του Σαράπειου, «η αρχαιολογική έρευνα στο Σαράπειο έδειξε ότι υπήρχαν μέρη στα οποία θα μπορούσαν να αποθηκευθούν βιβλία, αλλά αυτό είναι όλο όσο μπόρεσαν να δείξουν οι ανασκαφές»[3]. Στη σημείωση (43), ο Bagnall αναφέρει: «Ακόμη και αυτά δεν είναι ικανοποιητικά. Η Μ. Rodziewicz (“A review of the Archaeological Evidence Concerning the Cultural Institutions in Ancient Alexandria”, Graeco-Arabica 6 (1995)), σ. 321, δείχνει ότι τα μέρη με τις κιονοστοιχίες, που συνήθως θεωρούνται ως πιθανή τοποθεσία στο Σαράπειο «καταστράφηκαν στην πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο», έτσι ώστε η «θέση της μεταγενέστερης ρωμαϊκή βιβλιοθήκης στο τέμενος να μένει άγνωστη έως σήμερα»» (ό.π., σ. 358). Τα βιβλία «μπορεί να στεγάζονταν στα δωμάτια κατά μήκος της δυτικής πλευράς του τεμένους, τα οποία διατηρήθηκαν και μετά την επανακατασκευή του τεμένους[4]. Στα νότια δωμάτια του κατώτερου επιπέδου τα υπολείμματα δύο εστιών φωτιάς [remains of two fireplaces] χρονολογούμενα στη ρωμαϊκή περίοδο βρέθηκαν με κανάλια για την καθοδήγηση του θερμαινόμενου αέρα. Αυτό υποδεικνύει ότι τα νότια αυτά δωμάτια δεν χρησιμοποιούνταν ως βιβλιοθήκες λόγω κινδύνου πυρκαγιάς»[5]. Ο Αφθόνιος (στα Προγυμνάσματα, 12) κάνει λόγο για τους σηκούς των στοών [precints of the stoas], οι οποίες βρίσκονταν στον περίβολο της ακρόπολης/υψώματος του Σαράπειου, στις οποίες αποθηκεύονταν τα βιβλία. Το βέβαιο, λοιπόν, είναι ότι οι βιβλιοθήκες του Σαράπειου δεν στεγάζονταν μέσα στο ναό (αλλά αρκετά μακριά από αυτόν), ώστε η καταστροφή του, στα 391, να μην συνεπαγόταν απαραίτητα την καταστροφή και των στοών του περιβόλου του υψώματος στο οποίο βρίσκονταν ο ναός. Πάντως, ο πρώτος που αναφέρει την ύπαρξη βιβλιοθήκης στο χώρο του Σαράπειου είναι ο Τερτυλλιανός (Apologeticum, 18, 8) γύρω στα 197 μ.Χ.

Σαράπειο

  Η Βασιλική Βιβλιοθήκη καταστράφηκε επί Ιούλιου Καίσαρα το 48 π.Χ., κατά τις επιχειρήσεις του στην Αλεξάνδρεια. Ο ίδιος ο Καίσαρας, στην ιστορία του, τηρεί σιγή ιχθύος για τις επιπτώσεις και τις διαστάσεις της πυρπόλησης πάνω στην ίδια την Αλεξάνδρεια, και αυτή η στάση του δεν απηχεί το συνηθισμένο συγγραφικό του ύφος, αφού γενικά οι περιγραφές του είναι πλήρεις, διαυγείς και επεκτείνονται στα δρώμενα σ’ ολόκληρο τον περίγυρο. Ο υπαρχηγός του Καίσαρα, ο οποίος έγραψε το χρονικό Αλεξανδρινός Πόλεμος (Bellum Alexandrinum), αναφέρεται στην πυρπόληση με ύφος περισσότερο απολογητικό, αφού αναφέρει ότι τα κτήρια της πόλης «σχεδόν  καθόλου δεν κινδύνευσαν να καταστραφούν από τη φωτιά, επειδή ήταν λιθόκτιστα και, μάλιστα, οι στέγες τους όχι μόνο δεν υποστηρίζονταν από ξύλινες δοκούς, αλλά ήταν κι αυτές λιθόκτιστες»[6]. Ωστόσο, ο ίδιος ο υπαρχηγός, λίγο παρακάτω, ξεκάθαρα αναφέρει ότι τα δημόσια κτίρια είχαν ξύλινες στέγες, όταν γράφει ότι οι κάτοικοι της πόλης, στην προσπάθειά τους να ναυπηγήσουν νέο στόλο, χρειάστηκαν ξύλα για να φτιάξουν κουπιά και αναγκάστηκαν να αφαιρέσουν τις στέγες των στοών, των γυμναστηρίων και άλλων δημοσίων κτηρίων για να χρησιμοποιήσουν τις δοκούς που υποστήριζαν[7]. Η ύπαρξη ξύλου στις στέγες επιβεβαιώνεται και από τη φράση του Ρωμαίου συγκλητικού Λουκανού (εκτελέστηκε το 65 μ.Χ.), ο οποίος είχε συνθέσει το επικό ποίημα Εμφύλιος Πόλεμος[8]: «Εκτός από τα πλοία, η φωτιά εξαπλώθηκε και σ’ άλλες περιοχές της πόλης και τις κατέκαψε κι αυτές…. Τα παραθαλάσσια κτήρια παραδόθηκαν στις φλόγες˙ ο άνεμος ευνόησε τις δυνάμεις της καταστροφής˙ οι φλόγες… έτρεχαν επάνω στις στέγες με ταχύτητα μετεωρίτη». Αφού οι φλόγες έτρεχαν πάνω στις στέγες με ταχύτητα μετεωρίτη, είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον για τις στέγες των δημοσίων κτηρίων είχε χρησιμοποιηθεί ξύλο, όπως λένε ο Λουκανός κι ο υπαρχηγός του Καίσαρα. Ο στωικός φιλόσοφος Σένεκας, που επίσης εκτελέστηκε το 65 μ.Χ., προσδιορίζει σε 40.000 ή 400.000 τον αριθμό των τόμων που καταστράφηκαν στην Αλεξάνδρεια κατά τις επιχειρήσεις του Καίσαρα («Σαράντα χιλιάδες βιβλία κάηκαν στην Αλεξάνδρεια»[9]). Ο Πλούταρχος γράφει[10]: «[Ο Καίσαρας,] όταν επιχείρησαν να του πάρουν τον στόλο, εξαναγκάστηκε να απομακρύνει τον κίνδυνο με φωτιά, η οποία κατέστρεψε τη μεγάλη βιβλιοθήκη, καθώς εξαπλώθηκε από τον ναύσταθμο». Ο Αύλος Γέλλιος, συγγραφέας του 2ου μ.Χ. αι. αναφέρει ότι περισσότερα από 700.000 βιβλία κατακάηκαν κατά τη λεηλασία της πόλης[11]. Ο ιστορικός Δίων ο Κάσσιος (αρχές 3ου μ.Χ. αι.) εξιστορώντας τα γεγονότα του Αλεξανδρινού Πολέμου, γράφει[12]: «Μεγάλο μέρος της πόλης έγινε παρανάλωμα του πυρός και, εκτός των άλλων, αποτεφρώθηκαν οι αποθήκαι όπου φυλάσσονταν τα βιβλία, για τα οποία λέγεται ότι ήταν αμέτρητα και ανεκτίμητα» («κἀκ τούτου πολλαὶ μὲν μάχαι καὶ μεθ’ ἡμέραν καὶ νύκτωρ αὐτοῖς ἐγίγνωντο, πολλὰ δὲ καὶ κατεπίμπρατο, ὥστε ἄλλα τε καὶ τὸ νεώριον τάς τε ἀποθήκας καὶ τοῦ σίτου καὶ τῶν βιβλίων, πελίστων δὴ καὶ ἀρίστων, ὥς φασι, γενομένων, καυθῆναι»). Η άποψη πως η λέξη «αποθήκαι» αναφέρεται σε τόπο φύλαξης εμπορευμάτων και σιτηρών και, συνεπώς, δεν έχει σχέση με τη Βασιλική Βιβλιοθήκη είναι λανθασμένη, διότι δύο αιώνες νωρίτερα, ο  Αλεξανδρινός ιατρός Γαληνός χρησιμοποιεί αυτήν ακριβώς τη λέξη «αποθήκαι» για να αναφερθεί στους χώρους αποθήκευσης βιβλίων της Βασιλικής Βιβλιοθήκης (Comm. in. Hipp. Epidem., 3, 17 a 606-7). Το κείμενο του Γαληνού διευκρινίζει σαφώς ότι «αποθήκαι» χαρακτηρίζονταν οι χώροι αποθήκευσης βιβλίων που ανήκαν στις Βιβλιοθήκες. Ο εθνικός ιστοριογράφος Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει[13] ότι «η ομόφωνη μαρτυρία των παλαιών αρχείων διακηρύσσει ότι 700.000 βιβλία κάηκαν κατά τη διάρκεια του Αλεξανδρινού Πολέμου, όταν η πόλη λεηλατήθηκε κατά τη δικτατορία του Ιούλιου Καίσαρα»[14]. Ο γεωγράφος Στράβων, που έζησε στην Αλεξάνδρεια τέσσερα έτη (24-20 π.Χ.) και ήταν από τους πρώτους που την επισκέφθηκαν μετά τον πόλεμο, κάνει την καλύτερη λεπτομερή περιγραφή της αρχαίας πόλης που διαθέτουμε σήμερα: μιλάει για το λιμάνι, τους ναούς, το θέατρο, το Μουσείο, αλλά για τη Βιβλιοθήκη δεν λέει τίποτα, δεν αναφέρει καν το όνομά της, προφανώς διότι αυτή είχε καεί το 48 π.Χ. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο (αλεξανδρινός) Ερατοσθένης (3ος π.Χ. αι.) θα είχε στη διάθεσή του μια βιβλιοθήκη πολύ μεγάλη, ο πλούτος των συλλογών της οποίας επιβεβαιώνεται από τον Ίππαρχο (2ος π.Χ. αι.). Ο ίδιος δεν επιβεβαιώνει ό,τι ο Ίππαρχος, αν και περιγράφει λεπτομερώς την Αλεξάνδρεια, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούσε να βρει τη Βιβλιοθήκη και τα βιβλία της, αφού αυτή είχε καταστραφεί. «Ο Πλούταρχος (Αντώνιος, 58, 5) αναφέρει μερικές πολύ εξευτελιστικές ιστορίες για το Μάρκο Αντώνιο, τις οποίες είχε καταφέρει να συγκεντρώσει ο φίλος του αυτοκράτορα C. Calvisius Sabinus. Σύμφωνα μ’ αυτές ο Μάρκος Αντώνιος, όταν διεξήγε πόλεμο στα ανατολικά του ρωμαϊκού κράτους, είχε δωρίσει στην βασίλισσα Κλεοπάτρα 200 χλδ ρόλους βιβλίων από τη βιβλιοθήκη της Περγάμου. Επειδή όμως ο ίδιος ο Πλούταρχος χαρακτηρίζει τον Καλβίσιο ως κακολόγο, θα έπρεπε κανείς όλα αυτά να τα θεωρήσει καλύτερα ως κακό μύθο και να μη δώσει και καμία προσοχή στα αριθμητικά δεδομένα»[15]. Συνήθως η πληροφορία του Πλούταρχου αναφέρεται ώστε να καταδειχθεί ότι η ζημιά που προκάλεσε ο Ιούλιος Καίσαρ αναπληρώθηκε. Όμως ούτε η ζημιά αναπληρώθηκε, διότι η αναπλήρωση συντελέστηκε με κλοπή από άλλη ελληνική βιβλιοθήκη, ούτε και θα πρέπει να αποδεχθούμε ως βάσιμη την πληροφορία αυτή καθεαυτή.

Το 215 μ.Χ. ο εθνικός αυτοκράτορας Καρακάλλας περιέκοψε το ποσό της επιχορήγησης του Μουσείου, κατήργησε το κονδύλιο που διετίθετο για τη στέγαση και τη σίτιση των μελών του και διέταξε την απέλαση όλων των αλλοδαπών μελών του[16]. «καὶ δὴ καὶ τοὺς φιλοσόφους τοὺς Ἀριστοτελείους ὠνομαζομένους τά τε ἄλλα δεινῶς ἐμίσει, ὥστε καὶ τὰ βιβλία αὐτῶν κατακαῦσαι ἐθελῆσαι, καὶ τὰ σισσίτια ἃ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ εἶχον, τάς τε λοιπὰς ὠφελείας ὅσας ἐκαρποῦντο, ἀφείλετο, ἐγκαλέσας σφίσιν ὅτι συναιτίος τῷ Ἀλεξάνδρῳ τοῦ θανάτου Ἀριστοτέλης γεγονέναι ἔδοξε» («προς τους φιλοσόφους που λέγονταν Αριστοτελικοί έδειχνε πικρό μίσος με κάθε τρόπο, ώστε να επιθυμήσει να κάψει τα βιβλία τους και ειδικότερα να καταργήσει τα κοινά συσσίτιά τους στην Αλεξάνδρεια καθώς και όλα τα προνόμια που απολάμβαναν») λέει ο Δίων ο Κάσσιος (78, 7, 3). Το 262 μ.Χ., ο εθνικός αυτοκράτορας Γαλληινός εκστράτευσε εναντίον του έπαρχου της Αιγύπτου Mussius Aemilianus, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχτεί αυτοκράτορας[17]. Το 272 μ.Χ., ο εθνικός αυτοκράτορας Αυρηλιανός επιτέθηκε ακόμη μια φορά στην Αλεξάνδρεια, για να την ανακαταλάβει από τον αυτοανακηρυχθέντα αυτοκράτορα Φίρμο και πιο πριν από την Ζηνοβία, οι οποίοι την είχαν καταλάβει διαδοχικά˙ στον τομέα του Βρουχείου, όπου βρισκόταν το Μουσείο, η αντίσταση κατά των Ρωμαίων ήταν τόσο ισχυρή, ώστε προκλήθηκαν μεγάλες καταστροφές, εξ αιτίας των οποίων πολλά μέλη του Μουσείου εγκατέλειψαν τη χώρα[18]. Όπως αναφέρει ο Κάνφορα «Τότε έρχεται πραγματικά το τέλος της μεγάλης βιβλιοθήκης, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης ανάμεσα στη Ζηνοβία και τον Αυρηλιανό»[19]. «Πρόσφατα παρατηρήθηκαν σημάδια ομοφωνίας, ότι η περισσότερο πιθανή χρονολογία της μεγαλύτερης καταστροφής της Βιβλιοθήκης του Παλατιού είναι το έτος 273, με την επανάκτηση της Αλεξάνδρειας από τον Αυρηλιανό. Αλλά δεν υπάρχει άμεση ένδειξη που να αφορά στη Βιβλιοθήκη στις αρχαίες πηγές για το θέμα αυτό· το επιχείρημα, μάλλον, είναι ότι η περιοχή του παλατιού ερειπώθηκε εκείνον τον καιρό και η μεγάλη Βιβλιοθήκη πιθανόν ήταν θύμα αυτής της ευρύτερης καταστροφής»[20]. Μεταξύ του 297 και 298 μ.Χ. ο εθνικός αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατέφθασε στην πόλη, για να καταστείλει μια εξέγερση, και, αφού πολιόρκησε και κατέλαβε την Αλεξάνδρεια, διέταξε το σφαγιασμό πολλών μελών της πνευματικής κοινότητας. Πολλά βιβλία, κυρίως όσα είχαν σχέση με αλχημεία, συγκεντρώθηκαν σε κεντρικά σημεία της πόλης και κάηκαν[21]. Ο Μαλάλας λέει «Καὶ ἐπεστράτευσε κατ’ αὐτῶν ὁ αὐτὸς Διοκλητιανός, καὶ ἐπολέμησεν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῇ μεγάλῃ, πολιορκήσας αὐτὴν καὶ ποιήσας φοσάτα, κόψας τὸν ἀγωγὸν καὶ στρέψας αὐτὸν ἀπὸ τοῦ λεγομένου Κανώπου καὶ παρέχοντα χρῆσιν τῇ πόλει. Παραλαβὼν δὲ Ἀλεξάνδρειαν ἐνέπρησεν αὐτήν [=έκαψε την Αλεξάνδρεια]˙ εἰσῆλθε δὲ ἐν αὐτῇ ἔφιππος, τοῦ ἵππου αὐτοῦ περιπατοῦντος ἐπάνω τῶν λειψάνων. Ἦν δὲ κελεύσας τῷ ἐξπεδίτῳ μὴ φείσασθαι τοῦ φονεύειν, ἕως οὗ ἀνέλθῃ τὰ αἵματα τῶν σφαζομένων ἕως τὸ γόνυ τοῦ ἵππου οὗ κάθετο». Ο Σουίδας γράφει[22] «προγραφαῖς τε καὶ φόνοις τῶν ἐπισήμων μιαίνων ἐπῆλθε τὴν Αἴγυπτον. ὅτε δὴ καὶ τὰ περὶ χημείας ἀργύρου καὶ χρυσοῦ τοῖς παλαιοῖς αὐτῶν γεγραμμένα βιβλία διερευνησάμενος ἔκαυσε = πήγε και μίανε την Αίγυπτο με προγραφές και φόνους των επισήμων (…) ερευνώντας τα βιβλία τα έκαψε»[23].

Κατά τον 4ο μ.Χ. αι., πριν την καταστροφή του Σαράπειου, η συνοικία του Βρουχείου, όπου στεγαζόταν η Βασιλική Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, αναφέρεται ως ήδη κατεστραμμένη. Ο Αμμιανός[24] γράφει: «όταν κυβερνούσε ο Αυρηλιανός, οι διαμάχες των κατοίκων κατέληξαν σε ολέθρια διαμάχη˙ τότε η Αλεξάνδρεια έχασε το μεγαλύτερο μέρος της συνοικίας του Βρουχίου, η οποία ήταν για πολύν καιρό το ενδιαίτημα διαπρεπών ανδρών». Ο άγιος Επιφάνειος της Σαλαμίνας Κύπρου (310-403) στο έργο του Περί μέτρων και σταθμών, 9, γράφει: «ο Πτολεμαίος Β’ ίδρυσε μια βιβλιοθήκη στην Αλεξάνδρεια, στο τμήμα που καλείται Βρουχείο˙ αυτό είναι μια συνοικία η οποία σήμερα κείται σε ερείπια». Ο Επιφάνειος έγραψε το παραπάνω έργο στα 391 μ.Χ. Ο άγιος Ιερώνυμος στα τέλη του 4ου αι. αναφέρει ότι ο τομέας του Βρουχείου είχε μεταβληθεί ως επί το πλείστον σε σωρό ερειπίων και ότι αυτό ήταν πλέον μια περιοχή «στα περίχωρα της Αλεξάνδρειας»[25]. Ο Αμμιανός έγραψε πριν την καταστροφή του Σαράπειου, το 392. Αναφέρεται στο Σαράπειο σα να μην είχε καταστραφεί ακόμη («υπάρχουν επιπλέον στην πόλη πομπώδεις ναοί με υψηλές στέγες, με περίβλεπτο ανάμεσα σε αυτούς το Σαράπειο, το οποίο, αν και τα λόγια το υποτιμούν, είναι τόσο διακοσμημένο με εκτεταμένες αίθουσες με κολώνες..»[26] κ.λπ.). Συνεπώς η καταστροφή του Βρουχείου, όπου βρίσκονταν η Βασιλική Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, είχε συμβεί πριν το 391 και πριν την καταστροφή του Σαράπειου. Ο Αμμιανός γράφει ότι το Βρουχείο ήταν ενδιαίτημα των λογίων χρησιμοποιώντας παρελθόντα χρόνο (δεν γράφει ότι «είναι το ενδιαίτημα διαπρεπών ανδρών»)˙ προφανώς, όταν συνέγραφε την ιστορία του, στο Βρουχείο δεν έμεναν λόγιοι και φιλόσοφοι, διότι η συνοικία, και μαζί της οι Βιβλιοθήκες, είχε καταστραφεί.

  Η Αλεξάνδρεια στην Ύστερη Αρχαιότητα 

Η αρχαιότερη περιγραφή της καταστροφής του Σαράπειου είναι από έναν χριστιανό λόγιο, τον Σωφρόνιο, τιτλοφορούμενη Περὶ τῆς καταλύσεως τοῦ Σεραπείου (De subversione Serapis insignem)[27], αλλά έχει χαθεί. Μετά είναι του Ρουφίνου Τυράννιου, ενός λατίνου Χριστιανού που έζησε πολλά χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Έφτασε εκεί το 372 μ.Χ. Δεν είναι σίγουρο αν ήταν παρών στην καταστροφή του Σαράπειου, αλλά ήταν σίγουρα στην πόλη εκείνο τον καιρό. Αργότερα μετέφρασε στα λατινικά την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσέβιου, προσθέτοντας σε αυτήν δύο δικά του βιβλία, το 11ο και το 12ο. Στο 11ο περιγράφει τα γεγονότα της κατάληψης του Σαράπειου λεπτομερώς (11, 2, 22 κ.ε.). Φαίνεται να λυπάται για την καταστροφή του Σαράπειου, αφού τον θεωρεί κάλλιστο ναό, αλλά θεωρεί τους εθνικούς υπεύθυνους που υποδαύλισαν τον χριστιανικό όχλο. Ο Σωκράτης Σχολαστικός, τον 5ο αιώνα, στην Εκκλησιαστική Ιστορία του περιγράφει με περισσότερες λεπτομέρειες το γεγονός, αναγνωρίζει ότι η καταστροφή διετάχθη από τον Αυτοκράτορα, ότι το κτήριο κατεστράφη και αργότερα μετετράπη σε εκκλησία[28]. Οι περιγραφές του Σωζομενού[29] και του Θεοδώρητου[30] αναφέρουν την καταστροφή του κτηρίου και ο Θεοδώρητος αναφέρει το κομμάτιασμα και την καύση του ξύλινου αγάλματος του Σάραπη. Όσο για το βαθμό υπευθυνότητας του πατριάρχη Θεόφιλου, αυτός ποικίλλει, ανάλογα με το συγγραφέα. Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι ο Θεοδόσιος είχε διατάξει την κατεδάφιση των εθνικών ναών της Αλεξάνδρειας καθιστώντας τον Θεόφιλο εφαρμοστή της διαταγής αυτής. Ο Σωκράτης λέει ότι αρπάζοντας την ευκαιρία λόγω της διαταγής του Θεοδόσιου ο Θεόφιλος προχώρησε στην δημόσια έκθεση των αντικειμένων που βρίσκονταν στα άδυτα ενός Μιθραίου, μετά κατέστρεψε το Σαράπειο, και εξέθεσε δημοσίως τα αντικείμενα του ναού (φαλλούς και άλλα), με σκοπό να γελοιοποιήσει την εθνική θρησκεία. Έπειτα, όμως, αναφέρει ότι ο διοικητής της Αλεξάνδρειας και ο στρατιωτικός διοικητής της Αιγύπτου, βοήθησαν τον Θεόφιλο να καταστρέψει τους ναούς αφότου είχε παύσει η ταραχή και η αιματοχυσία. Δεν αναφέρει ότι οι εθνικοί οχυρώθηκαν στο Σαράπειο, αλλά ότι εξαγριωμένοι με την δημόσια έκθεση των ιερών αντικειμένων τους (δεν αναφέρει τίνος από τους δύο ναού) επιτέθηκαν στους χριστιανούς σκοτώνοντας όποιον μπορούσαν. Ο Σωζομενός, αντίθετα, υποστηρίζει η διαταγή για κατεδάφιση δόθηκε από τον Θεοδόσιο: «διέταξε την καταστροφή των ναών στην Αλεξάνδρεια οι οποίοι ήταν η αιτία για την λαϊκή στάση», χωρίς να αναφέρεται ο Θεόφιλος ως εκτελεστής της, χωρίς να είχε προηγηθεί αρχικά κάποια διαταγή του Θεοδόσιου για γενική καταστροφή των εθνικών ναών της Αλεξάνδρειας, και μάλιστα χωρίς να αναφέρεται κατεδάφιση του Σαράπειου αλλά μετατροπή του σε εκκλησία. Στην αφήγηση του Σωζομενού ο Θεόφιλος απλώς αρχικά είχε εκθέσει σε δημόσια θέα τα ευρισκόμενα αντικείμενα στο άδυτο ενός άλλου εθνικού ναού (του Διονύσου) και δεν είχε προτείνει την καταστροφή του Σαράπειου ούτε φαίνεται να συμμετείχε σε αυτήν: Οι εθνικοί, στη θέα της δημόσιας έκθεσης των αντικειμένων του αδύτου τού ναού του Διονύσου αρχικά επιτέθηκαν στους χριστιανούς που συναντούσαν και έπειτα οχυρώθηκαν στο Σαράπειο. Μετά την λήξη της αναταραχής επήλθε η παραπάνω διαταγή του Θεοδόσιου. Ο Θεοδώρητος ασχολείται κυρίως με την περιγραφή της καταστροφής του αγάλματος του Σάραπι και δεν αναφέρει ονομαστικά την καταστροφή του ναού ούτε αφηγείται το χρονικό της καταστροφής του.

  Η εντύπωση που προκαλείται από την ανάγνωση των αποσπασμάτων των Σωζομενού και Ρουφίνου είναι ότι η απαρχή των διενέξεων αναμεταξύ χριστιανών και εθνικών, οι οποίες οδήγησαν στην καταστροφή του Σαράπειου, ήταν εντελώς άσχετη, ως προς τον χώρο και την αιτία, με το Σαράπειο. Συμπτωματικά οι εθνικοί έπειτα από ημέρες οδομαχιών κλείστηκαν στην ακρόπολη του Σαράπειου και το ταμπούρωμά τους εκεί κι όχι σε άλλο ναό ή τοποθεσία οδήγησε και στην διαταγή καταστροφής του τόπου στον οποίο είχαν ταμπουρωθεί. Πράγματι, τίποτε δεν μπορεί να συνδέσει το Σαράπειο και την καταστροφή του με την αρχική αιτία των διενέξεων, δηλαδή την δημόσια έκθεση παγανιστικών ιερών αντικειμένων από το άδυτο ενός άλλου ναού (του Διονύσου ή του Μίθρα) ή βασιλικής εγκαταλειμμένης για πολλά χρόνια. Εκτός από τον Σωκράτη οι Ρουφίνος και οι Σωζομενός εμφανίζουν το γεγονός της καταστροφής ακριβώς ως μη προαποφασισμένο, δηλαδή χωρίς η αρχική έκθεση των αντικειμένων του Μιθραίου να εντασσόταν σε ένα γενικότερο σχέδιο καταστροφής κάθε εθνικού ναού. Ο Σωκράτης, αντίθετα, λέει ότι εξαρχής υπήρχε τέτοιο σχέδιο, όμως ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβάνεται τα γεγονότα είναι περίεργος: Από τη μια λέει ότι ο Θεόφιλος είχε λάβει εντολή κατεδάφισης όλων των ναών και από την άλλη ότι οι εθνικοί στασίασαν αφότου ο Θεόφιλος κατεδάφισε το Σαράπειο, και ουδέποτε οχυρώθηκαν σε αυτό – το είχε ήδη καταστρέψει ο Θεόφιλος άλλωστε. Όμως η σειρά των γεγονότων σύμφωνα με τον Σωκράτη αντιβαίνει όχι απλώς στην αφήγηση των Ρουφίνου και Σωζομενού, αλλά και στην αίσθησή μας ότι η κορύφωση των γεγονότων θα ήταν η κατεδάφιση του Σαράπειου, δηλαδή ότι το Σαράπειο κατεδαφίστηκε στο τέλος· πράγμα που συνεπάγεται ότι κατεδαφίστηκε ως «παρεπόμενο» των συρράξεων εξαιτίας του Μιθραίου/ναού Διονύσου κι όχι επειδή εξαρχής είχε αποφασιστεί η κατεδάφισή του.

  Πέραν αυτών των περιγραφών υπάρχει και η περιγραφή του Ευνάπιου, ο οποίος ήταν εθνικός και περιέγραψε το γεγονός στο Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών[31], όπου κάποιος Αντωνίνος, προτού πεθάνει το 390 μ.Χ., είχε προφητεύσει –έτσι λέει ο Ευνάπιος– ότι όλοι οι εθνικοί ναοί της Αλεξάνδρειας θα καταστρέφονταν. Η διήγηση του Ευνάπιου είναι γεμάτη ειρωνεία για τον πατριάρχη Θεόφιλο και τους οπαδούς του, καθώς περιγράφει την κατάληψη του ναού ως μάχη χωρίς αντίπαλο εκτός από τα αγάλματα. Το εντυπωσιακό και το ενάντιο σε κάθε σύγχρονη άποψη για «καταστροφή/εμπρησμό της Βιβλιοθήκης στα 391» είναι ότι δεν αναφέρεται καταστροφή βιβλιοθήκης κι εμπρησμός βιβλίων αλλά μόνο η καταστροφή του ναού του Σάραπη. Σε όλες τις περιγραφές κανένας συγγραφέας δεν κάνει την παραμικρή αναφορά για βιβλιοθήκη ή για βιβλία. Ακόμη κι ο εθνικός Ευνάπιος δεν κάνει λόγο για καταστροφή βιβλίων. Αν είχε αντιληφθεί τέτοια καταστροφή βιβλίων/βιβλιοθήκης εξ αιτίας της καταστροφής του Σαράπειου, είναι πιθανόν ότι δε θα σιωπούσε, αλλά θα την ανέφερε για να κατηγορήσει τους χριστιανούς. Δεν υπάρχει περίπτωση ο Ευνάπιος να έγραψε για κάψιμο βιβλίων αλλά οι μεταγενέστεροι χριστιανοί αντιγραφείς να παρέλειψαν το σημείο αυτό από ντροπή. Oι χριστιανοί ιστοριογράφοι συνεχώς αναφέρουν χριστιανικές βιαιότητες (και συχνά τις μεγαλοποιούν, πιστεύοντας πως έτσι δοξάζουν τους ήρωες των ιστοριών τους) και δεν θα δίσταζαν να αναφέρουν μία ακόμα. Aν οι χριστιανοί αντιγραφείς του Ευνάπιου λογόκριναν το υποτιθέμενο απόσπασμά του το οποίο ήταν σχετικό με τον αφανισμό της βιβλιοθήκης, τότε θα λογόκριναν και άλλα αποσπάσματά του, σωζόμενα ωστόσο σήμερα, στα οποία υβρίζει τους χριστιανούς μάρτυρες. Αφού δε λογόκριναν κάτι πολύ πιο προσβλητικό γι’ αυτούς, δε θα λογόκριναν μια απλή ιστορική αναφορά. Τον 6ο αιώνα έχουμε την μαρτυρία του παγανιστή Αμμωνίου, ο οποίος όχι μόνο αναφέρει την «μεγάλη βιβλιοθήκη» της Αλεξάνδρειας, αλλά ότι επί των ημερών του υπήρχαν 40 αντίγραφα των Αναλυτικών του Αριστοτέλη και 2 αντίγραφα των Κατηγοριών του.

  Υπάρχει η άποψη ότι μετά την άλωση του Σαραπείου από τον Θεόφιλο, η βιβλιοθήκη λεηλατήθηκε μεθοδικά και τα βιβλία στάλθηκαν στην Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Θεοδόσιος ο Β’ καταγίνονταν να καταρτίσει μεγάλη συλλογή βιβλίων, η οποία είναι σύμφωνη με την περιγραφή του Ευνάπιου, ο οποίος γράφει ότι ο Θεόφιλος και οι οπαδοί του «κατέστρεψαν ολοσχερώς το ναό και μάχονταν μεταξύ τους για τα λάφυρα που αποκόμισαν από τη λεηλασία της περιουσίας του»[32]. Ο Ευνάπιος γράφει επί λέξει: «Μόνο το πάτωμα του ναού δεν έκλεψαν»[33]. Ο ναός ήταν πέτρινος, κι έτσι θα ήταν δύσκολο ταυτόχρονα να καίγεται και οι οπαδοί του Θεόφιλοι να τον λεηλατούν. Επομένως, αν συνέβησαν και ο εμπρησμός αλλά και η λεηλασία, πρώτα συνέβη η λεηλασία. Άλλωστε, ο ναός καταστράφηκε ολοσχερώς μέχρι τα θεμέλια, πράγμα που δεν γίνεται με εμπρησμό αλλά με γκρέμισμα. Ο Ευνάπιος όμως γράφει επί λέξει[34]: «κατέστρεψαν (κατελυμήναντο) το Σαράπειο», χωρίς να αναφέρει πουθενά εμπρησμό του ναού. Είτε το Σαράπειο καταστράφηκε με εμπρησμό είτε με κατεδάφιση, πρέπει να συνέβη λεηλασία πριν την καταστροφή του. Η έκδοση του Loeb μεταφράζει το κατελυμήναντο ως demolished, κατεδάφισαν, δείχνοντας (σε αντίθεση με την μετάφραση του «Κάκτου») τον τρόπο καταστροφής. Άρα δεν υπήρξε πυρκαγιά στον Σαράπειο, η οποία θα αποτέφρωνε τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Τα βιβλία δεν κάηκαν (αφού δεν υπήρξε πυρκαγιά). Κανείς ιστοριογράφος της εποχής, χριστιανός ή εθνικός, δεν αναφέρεται σε εμπρησμό του ναού· ούτε καν σε καταστροφή βιβλίων. Τα περί εμπρησμού είναι λοιπόν εικασίες των τελευταίων 2-2,5 αιώνων. «Εμπρησμός της Βιβλιοθήκης» (του Σαράπειου ή γενικά της Αλεξάνδρειας) στα 391 είναι απολύτως ατεκμηρίωτος ως υπόθεση, αν, φυσικά, βασιστούμε στη λογική και στις μαρτυρίες μόνον όλων των σχετικών τοτεινών συγγραφέων. Επίσης ατεκμηρίωτη είναι, ως υπόθεση ή ισχυρισμός, η «Καταστροφήβιβλίων στο Σαράπειο» στα 391, αν βασιστούμε στη λογική και στις μαρτυρίες μόνον όλων των σχετικών τοτινών συγγραφέων. Εννοείται ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο –με βάση όσα γράφουν οι ιστοριογράφοι της εποχής– πως, ακόμη κι αν όντως η βιβλιοθήκη του Σαράπειου κάηκε, υπήρχε τέτοιος σκοπός από όσους το κατέλαβαν.

   Η μαρτυρία του χριστιανού ιστορικού Ορόσιου[35], ο οποίος επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια το 415 μ.Χ. δε συνιστά απόδειξη ότι η βιβλιοθήκη του Σαράπειου καταστράφηκε ή κάηκε. Ο Ορόσιος γράφει: «στις μέρες μας μπορούμε βέβαια να δούμε ναούς που διέθεταν κάποτε βιβλιοθήκες, αλλά όχι και τις ίδιες τις βιβλιοθήκες, αφού αυτές τις έχουν εκκενώσει κάποιοι από εμάς. Και επ’ αυτού δε χωρεί αμφιβολία». Ο Ορόσιος δεν λέει ότι «κάποιοι από τους χριστιανούς έκαψαν ή κατέστρεψαν τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου», αλλά ότι «εκκένωσαν τις βιβλιοθήκες». «Εκκένωση» σημαίνει «άδειασμα», το οποίο δεν σημαίνει απαραίτητα «εμπρησμός». Η εκκένωση λοιπόν δεν επαρκεί ως όρος για την περιγραφή εμπρησμού˙ σημαίνει το πολύ ότι οι χριστιανοί πήραν τα βιβλία που υπήρχαν στην ακρόπολη του Σαράπειου (στις στοές του περίβολου, όχι στο ναό) και τα οικειοποιήθηκαν. Αυτό ταιριάζει πολύ περισσότερο με τη μαρτυρία του εθνικού Ευνάπιου, ότι οι χριστιανοί λεηλάτησαν το Σαράπειο. Οι διάφοροι αφηγητές κάνουν λόγο για καταστροφή των ιερών, συγκεκριμένα του ναού του Σαράπειου, όχι για την καταστροφή του περιβόλου του υψώματος στο οποίο ήταν χτισμένος ο ναός, σε ορισμένες από τις στοές του οποίου (περιβόλου) υπήρχαν βιβλιοθήκες.

Χάρτης της Αλεξάνδρειας που δείχνει τους λόφους της πόλης.

 

Πριν την ολοκληρωτική καταστροφή του Σαράπειου το κτίριο είχε δηωθεί για πρώτη φορά από τον Αρτέμιο, έπαρχο Αιγύπτου, με προτροπή του Αρειανιστή επισκόπου Αλεξάνδρειας Γεώργιου, περί το 360 μ.Χ.[36] Μετά το φόνο του Γεώργιου από τους Εθνικούς επί βασιλείας Ιουλιανού, ο Ιουλιανός γράφει στον Εκδίκιο, νέο έπαρχο της Αιγύπτου και ζητά να μεταφερθεί η μεγάλη ιδιωτική βιβλιοθήκη του Γεωργίου στην Κωνσταντινούπολη. Δεν αποκλείεται κατά την πρώτη δήωση του Σαράπειου, εφόσον αυτή έγινε με προτροπή του Γεώργιου, ο αρειανός επίσκοπος να πήρε τα βιβλία που υπήρχαν στο ναό για την ιδιωτική του βιβλιοθήκη. Ο Ιουλιανός ήξερε ότι ο Γεώργιος είχε ιδιωτική βιβλιοθήκη, καθότι γνωρίζονταν από παλιά μεταξύ τους και στην νεότητά του είχε διαβάσει τα βιβλία της βιβλιοθήκης αυτής. Δεν αποκλείεται βέβαια ο Ιουλιανός να αναφέρεται απλώς στην βιβλιοθήκη που μελέτησε νέος, χωρίς να πρόσθεσε σε αυτήν τίποτε ο Γεώργιος. Ωστόσο, ο Ιουλιανός γράφει 6 μήνες αργότερα σε κάποιον Πορφύριο, αξιωματούχο, πως η βιβλιοθήκη του Γεώργιου ήταν πολύ μεγάλη[37]. Δηλαδή τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Γεώργιου ήταν περισσότερα από αυτά που ο Ιουλιανός περίμενε ή που θυμόταν πως είχε.

Μόνο ατεκμηρίωτοι μπορούν να χαρακτηριστούν οι ισχυρισμοί ότι κατά την ισοπέδωση του Σαράπειου «η σπουδαία βιβλιοθήκη του παρεδόθη στις φλόγες»[38], ότι «η βιβλιοθήκη έγινε παρανάλωμα του πυρός»[39], ότι «οπλισμένοι με φωτιά και τσεκούρια οι μοναχοί (…) παρέδωσαν στην πυρά την Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη των 700.000 τόμων, αρχαιότατης ιστορικής μνήμης, όπως υποστηρίζει ο Σωζομενός στην “Εκκλησιαστική Ιστορία”του»[40] –ο Σωζομενός δεν αναφέρει τίποτε για εμπρησμό κάποιας βιβλιοθήκης ή βιβλίων–, ότι «ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος … το 391 επικεφαλής μοναχών και στρατού ισοπέδωσε το Μουσείο και πυρπόλησε την Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη των 700.000 τόμων (βλ. Σωζομενού, Εκκλησ. Ιστορία, VII)»[41], ότι «τότε εκάη η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας»[42], ότι «Το 391…Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, επικεφαλής στρατού και ορδών μοναχών, κατέστρεψε το Μουσείο και έκαψε τη βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, η οποία περιείχε 700.000 τόμους ,..»[43] και ότι «το έτος 391 μ.Χ. κάηκε η βιβλιοθήκη που είχε στεγαστεί στο Σεραπείο της Αλεξάνδρειας»[44]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην β’ «συμπληρωμένη έκδοση» βιβλίου του ο Κούτουλας υποστηρίζει[45] ότι το Μουσείο και το Σαράπειο βρισκόταν «στον ίδιο περίπου χώρο»(!), ενώ είναι γνωστό ότι το Μουσείο βρισκόταν στα ανάκτορα των Πτολεμαίων, στο λιμάνι. Άλλωστε ενώ ο Ορόσιος, το 417, γράφει ότι είδε ναούς με βιβλιοθήκες δίχως βιβλία, δηλαδή μη γκρεμισμένους ναούς, ο Ευνάπιος γράφει ότι το Σαράπειο κατεδαφίστηκε. Ο ένας κάνει λόγο για μη γκρεμισμένο ναό, ενώ ο άλλος για γκρεμισμένο, κι αυτό –αφού δε γίνεται να καταστράφηκε και να μην καταστράφηκε το Σαράπειο– μας κάνει ν’ αναρωτιόμαστε αν και οι δυο ιστοριογράφοι αναφέρονται στο Σαράπειο και στη βιβλιοθήκη που υποτίθεται ότι υπήρχε εκεί ή αν αναφέρονται σε διαφορετικούς ναούς. Γιατί αν ο ένας αναφέρει ότι το Σαράπειο ισοπεδώθηκε, ενώ ο άλλος ότι υπάρχουν βιβλιοθήκες με άδεια ράφια, τότε δεν αναφέρονται στο ίδιο κτήριο, δηλαδή ο Ορόσιος δεν κάνει λόγο για τα (διαρπαγέντα ή καμένα) βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου, αλλά για άλλο κτήριο, διότι δεν αναφέρεται στο Σαράπειο. Ενδεχομένως ο Ορόσιος να δείχνει, με όσα λέει, ότι ο περίβολος με τις στοές του δεν κατεδαφίστηκαν σε αντίθεση με την καταστροφή/ισοπέδωση του Σαράπειου. Πάντως η εκκένωση των βιβλίων δεν σημαίνει κάψιμό τους˙ κι εφόσον κανένας ιστορικός, χριστιανός ή εθνικός, δεν αναφέρει ούτε υπονοεί κάψιμο βιβλιοθήκης, εφόσον ταυτόχρονα τόσοι πολλοί ανέφεραν στις ιστορίες τους την καταστροφή του ναού του Σαράπειου δίχως να κάνουν λόγο για εμπρησμό, δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο θα έπρεπε η μαρτυρία του Ορόσιου να συνιστά μία (και μοναδική) απόδειξη περί εμπρησμού των βιβλίων. Επιπλέον, όσον αφορά στους μοναχούς, «δεν υπάρχει πραγματική ένδειξη που να αιτιολογεί τη συχνά επαναλαμβανόμενη υπόθεση ότι οι οχλαγωγικοί μοναχοί ήταν υπεύθυνοι για την καταστροφή του Σαράπειου το 391 ή για τον άγριο φόνο της Υπατίας το 415»[46]. Οι μοναχοί αναφέρονται μόνο στην επίθεση κατά του επάρχου Ορέστη.

Επίσης υπάρχει και η εκδοχή της καταστροφής της βιβλιοθήκης υπό τους Άραβες όπως αναφέρει ο άραβας ιατρός Αμπντέλ Λατίφ που επισκέφτηκε την Αίγυπτο τον 12ο αιώνα. Συνήθως αυτή η περιγραφή δεν γίνεται παραδεκτή· αλλά δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στη «μία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας». Μπορεί να αναφέρεται σε κάποια απ’ τις βιβλιοθήκες της. Είναι γνωστό, πάντως, ότι μετά την ανάκτηση της Αλεξάνδρειας από τους Άραβες, έπειτα από τη σύντομη απελευθέρωσή της από τους Έλληνες το 645, «οι Άραβες εφέρθησαν σκληρά. Κατέστρεψαν τα τείχη της Αλεξανδρείας, έκαυσαν εκκλησίες ορθοδόξων και εφόνευσαν πολλούς εξ αυτών»[47]· και είναι γνωστό ότι η Αλεξάνδρεια παρήκμασε υπό την Αραβική κατοχή. «Η πρόταση ότι τα βιβλία από τη Βιβλιοθήκη κάηκαν από τους Άραβες ως καύσιμο για τα λουτρά είναι ένα ευαίσθητο θέμα. Η Βιβλιοθήκη (ή τμήμα της) μπορεί να είχε καεί από ατύχημα από τα στρατεύματα του Ιούλιου Καίσαρακατά τον Αλεξανδρινό πόλεμο του 48π.Χ. και βιβλία να κάηκαν σκόπιμα σε μεταγενέστερες εποχές της ιστορίας της πόλεως. Το κτήριο των λουτρών που υφίσταται ακόμα στο Kom el- Nikka, όπως άλλα κτήρια λουτρών στην Βόρεια Αφρική, είχε καμίνια σχεδιασμένα για το τοπικό καύσιμο των σκίρπων. Συνεπώς, είναι πιθανό ότι ήταν ήδη τοπική συνήθεια η χρήση παλαιών αρχείων παπύρων ως καύσιμο για τα λουτρά, όπως οι παλιοί πάπυροι προηγουμένως ανακυκλώνονταν ως ναστοχάρτωση [cartonnage] (το αντίστοιχο του papier mâché) για μούμιες»[48]. Μετά την θεωρούμενη καταστροφή της Βιβλιοθήκης από τον Θεόφιλο έχουμε ειδήσεις για βιβλιοθήκες, για φιλοσόφους, για διδασκαλία (π.χ. τον έβδομο αιώνα ο Στέφανος διδάσκει Αριστοτέλη) αρχαίων φιλοσόφων στην Αλεξάνδρεια, προφανώς με την βοήθεια βιβλίων.

Ακόμη κι αν οι χριστιανοί έκαψαν, εσκεμμένα ή όχι, την βιβλιοθήκη του Σαράπειου, όγκου 42.000 τόμων, οι εθνικοί έκαψαν ή κατέστρεψαν –άλλοτε εσκεμμένα κι άλλοτε άθελα– τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη βιβλιοθήκη του Μουσείου, καίγοντας 700.000 και 400.000, δηλαδή 1,1 εκατομμύρια τόμους βιβλίων, αν οι αριθμοί που δίνουν οι ιστοριογράφοι της Ύστερης Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ένα εκατομμύριο τόμοι βιβλία είναι ποσό είκοσι έξι φορές μεγαλύτερο συγκρινόμενο με τα βιβλία που υποτίθεται πως αφάνισαν οι χριστιανοί στο Σαράπειο. Κανείς ιστορικός, εθνικός ή χριστιανός, δεν αναφέρει ότι για την απώλεια 1.100.000 τόμων του Μουσείου και της Βασιλικής Βιβλιοθήκης ευθύνονται οι χριστιανοί, πράγμα απολύτως σωστό, αφού οι καταστροφές αυτές συνέβησαν αιώνες προτού επικρατήσουν οι χριστιανοί. Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο οι 42.000 αφανισμένοι τόμοι αποτελούν την «τρομερότερη καταστροφή της αρχαιότητας», ενώ οι πολλαπλάσιοι αφανισμένοι τόμοι από τους εθνικούς ήταν «τυχαία γεγονότα, λυπηρά μεν, αλλά δίχως σημαντική επίπτωση στον πολιτισμό και το πνεύμα». Αλλά γιατί, τέλος πάντων, είναι οι περισσότεροι τόσο σίγουροι ότι η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας κάηκε από τον πατριάρχη Θεόφιλο; Η ιστορία αυτή πρωτοειπώθηκε από τον Γκίμπον τον 18ο αιώνα και έκτοτε επαναλαμβάνεται από διάφορους, δίχως την παραμικρή διάθεση να εξετάσουν περισσότερο το ζήτημα αυτό. Όμως ο Γίββων δεν είπε ότι τα βιβλία καταστράφηκαν. Είπε «the valuable library of Alexandria was pillaged or destroyed»[49].

Κάποτε, βέβαια, πρέπει να πάψει το παραμύθι των εξεπίτηδες και από τους χριστιανούς καμένων βιβλιοθηκών. «Δεκάδες βιβλιοθήκες ισοπεδώθηκαν»[50], γράφει ο Κούτουλας, εννοώντας σκοπίμως. Ποιες είναι αυτές οι δεκάδες βιβλιοθήκες, αν δεχτούμε ότι η Αλεξανδρινή και η της Αντιόχειας όντως καταστράφηκαν και μάλιστα σκόπιμα; Ας δώσουν ονόματα, τοποθεσίες βιβλιοθηκών (και όχι ναών), συγκεκριμένα τεκμήρια  και αποδείξεις (αρχαιολογικές ή συγγραφικές) ότι αυτό που καταστράφηκε ήταν βιβλιοθήκες και μάλιστα σκόπιμα, με συγκεκριμένο σκοπό.


[1] Horst Blanck, Tο βιβλίο στην αρχαιότητα, σ. 186, εκδ. Παπαδήμα.

[2] Horst Blanck, Tο βιβλίο στην αρχαιότητα, σ. 193.

[3] Roger S. Bagnall, Hellenistic and Roman Egypt. Sources and Approaches, σ. 358, Ashgate, 2006.

[4] Εννοεί την ανακατασκευή του Σαράπειου μεταξύ 181-215/6 (Judith McKenzie, The architecture of Alexandria and Egypt, c. 300 BC to AD 700, σ. 196, Yale University Press, New Haven and London, 2007).

[5] Judith McKenzie, The architecture of Alexandria and Egypt, c. 300 BC to AD 700, σ. 198.

[6] Bellum Alexandrinum, 1.

[7] Bellum Alexandrinum, 3.

[8] Pharsalia, X, στίχοι 440 κ.ε. και 486-505, Longmans, Green, and Co., London, 1896.

[9]Περί της Πνευματικής Γαλήνης (De Animi Tranquillitate), 9, 5, εκδ. Πατάκη.

[10] Καίσαρ, 49, εκδ. Κάκτος.

[11] Αττικές Νύκτες, 7, 17, 3, στο Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη.

[12]Ιστορία, 42, 38, Ursulus Philippous Boissuain, editio secunda Lucis ope espesa, Berolini, MCMLX. Druck 1955: August Raabe, Berlin-Neuköln.

[13] Rerum Gestarum Libri, XXII, 16, 13, London, William Heinemann Ltd, Cambridge, Massachusetts, Harvard University Press, MCMLXXII.

[14] Παρά τις διαβεβαιώσεις τόσο σπουδαίων αρχαίων συγγραφέων, έχει υποστηριχτεί στα σοβαρά ότι «Η ασάφεια και η αποσιώπηση της ιστορίας μιας τόσο σημαντικής καταστροφής, σαν αυτής της Μεγάλης Βιβλιοθήκης, είναι τουλάχιστον παράδοξη. Η προσπάθεια να αποδοθεί η ευθύνη στον Καίσαρα με τόσα ασαφή και σαθρά  στοιχεία, τουλάχιστον ύποπτη» (Επ. Παντελεμίδης, περ. Ιχώρ, τ. 34, σ. 36). Ύποπτη είναι μόνο η αμφισβήτηση των όσων λεν τόσοι μη χριστιανοί αρχαίοι ιστορικοί και συγγραφείς: Πλούταρχος, Αμμιανός, Δίων Κάσσιος, Σένεκας.

[15] Horst Blanck, Tο βιβλίο στην αρχαιότητα, σ. 198.

[16] Ηρωδιανός, 4, 8, 9  στο Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη.

[17] Ευσέβιου, Εκκλ. Ισ,τ., 7, 21-32.

[18] Scriptores Historiae Augustae, Αυρηλιανός, 32˙ και Firmus 3˙ και Αμμιανός Μαρκελλίνος, XXII, 16, 15.

[19] Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη, σ. 202.

[20] Roger S. Bagnall, Hellenistic and Roman Egypt. Sources and Approaches, σ. 357-8.

[21] Ιωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία 308-9˙ Σουίδας, λήμμα Διοκλητιανός˙ Ιωάννης Αντιοχείας, Excert. Valesian, σ. 834 (Migne, Patrologia Graeca, τ. 77  = Muller, Frag. Hist. Graec., IV, 601, στο Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη.

[22] λήμμα Διοκλητιανός.

[23] Έτσι, ο άξιος αυτοκράτορας Διοκλητιανός: 1)  έκαψε την Αλεξάνδρεια. 2) έκαψε βιβλία της Βιβλιοθήκης 3) κατέσφαξε τους Αλεξανδρινούς, 4) καθιέρωσε με νόμο την ανατολίτικη προσκύνηση του αυτοκράτορα, 5) επέβαλε ως επίσημη γλώσσα του κράτους τα λατινικά 6) κήρυξε διωγμούς κατά Μανιχαίων και Χριστιανών. Θα περίμενε κανείς ότι με τέτοια σπουδαία έργα ο Διοκλητιανός θα έπρεπε να θεωρηθεί θεός. Και πράγματι 7) αναγορεύτηκε θεός.

[24] XX, 16, 15.

[25] Vita Antonii˙ vita Hilarionis, στο Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη.

[26] XXII, 16, 12.

[27] Ιερώνυμου, Viris illustribus, 134.

[28] Εκκλ. Ιστ., 5, 16, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Σπυρίδωνος Κουσουλινού, πλατεία Αγίων Θεοδώρων, 1901.

[29] Εκκλ. Ιστ., 7, 15 (Migne).

[30] Εκκλ. Ιστ., 5, 22, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Σπυρίδωνος Κουσουλινού, πλατεία των Αγίων Θεοδώρων, 1902..

[31] Αιδέσιος, 9, 17, εκδ. Κάκτος.

[32] Μουσταφά Ελ Αμπαντί, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, σ. 184.

[33] Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, Αιδέσιος, 11, 5.

[34] Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών, Αιδέσιος, 11, 3.

[35] Historiae adversus paganus 6, 15, 32.

[36] Σωκράτη, Εκκλ. Ιστ., 3, 3.

[37] «Η βιβλιοθήκη του Γεωργίου ήταν πολύ μεγάλη και αξιόλογη και είχε κάθε είδους έργα φιλοσόφων, πολλών σχολιαστών» (411c), στο Ιουλιανού Άπαντα, εκδ. Κάκτος.

[38] Βλ. Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, β’ έκδ. (εκδ. Ανοιχτή πόλη, 2000), τ. 3, σ. 40, Μια Ιστορία Αγάπης, α’ έκδ. (εκδ. Ανοικτή Πόλη, 1999), σ. 45.

[39] Deschner, Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού, τ. 4, σ. 340, εκδ. Κάκτος.

[40] Σιέττου Γ., Ο ανθελληνισμός στα πατερικά και εκκλησιαστικά κείμενα, σ. 316, εκδ. Εύανδρος.

[41] Κούτουλα Διαμαντή, Το Βυζάντιο έναντι των Ελλήνων Εθνικών, β’ έκδ., σ. 24, 34, 36, εκδ. Δίον. Είναι αξιοσημείωτο ότι αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον οι κατήγοροι της Εκκλησίας αναφέρουν συνεχώς τον Σωζομενό. Άραγε τον έχουν διαβάσει;

[42] Μαρίνη Παν., Η ελληνική κοσμοθέασις, σ. 115, εκδ. Νέα Θέσις.

[43] Αλεξάνδρου Θ., Για τους ελληνικής καταγωγής χριστιανούς, σ. 129, εκδ. Δίον.

[44] Κρεββατά Δ., Το Βυζάντιο και ο διωγμός του Ελληνισμού, σ. 247, εκδ. Καστανιώτη.

[45] Κούτουλα Δ, Το Βυζάντιο έναντι των Ελλήνων Εθνικών, β’ έκδ., σ. 36.

[46] Christopher Haas, Alexandria in Late Antiquity. Topography and Social Confict, σ. 265-6, The John Hopkins University Press, Baltimore and London, 1997.

[47] Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 77, ε’ επανέκδ., εκδ. Βάνιας.

[48] Judith McKenzie and A.T. Reyes στο Judith McKenzie, The architecture of Alexandria and Egypt, c. 300 BC to AD 700, σ. 256.

[49] The decline and fall of the Roman Empire, vol II, p. 119, Collier Books, N.Y., N.Y.

[50] Κούτουλα Δ, Το Βυζάντιο έναντι των Ελλήνων Εθνικών, β’ έκδ., σ. 29.

 


ΠΗΓΗ: http://www.portaaurea.gr/istoria_meletes/sarap.htm

 

  


ΙΔΡΥΣΗ, ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

 

  Η Ίδρυση

Η πρώτη αναφορά που έχουμε για τη βιβλιοθήκη βρίσκεται σε μια επιστολή του Αριστέα (περ.180-145 π.Χ.), ενός Ιουδαίου λόγιου που κατέγραψε το χρονικό της μετάφρασης των Εβδομήκοντα. Η μαζική παραγωγή χειρογράφων, ωστόσο, επετεύχθη από τον εξόριστο Δημήτριο Φαληρέα κατ’ εντολήν του Πτολεμαίου Σωτήρα. Ο ίδιος ο Φαληρεύς, πρώην τύραννος των Αθηνών, ανήκε στην πρώτη γενιά της Περιπατητικής Στοάς και ήταν ένας από τους μαθητές του Αριστοτέλη μαζί με τον Θεόφραστο και τον Μέγα Αλέξανδρο. Σύμφωνα με τον Αριστέα ο Δημήτριος ώθησε τον Πτολεμαίο να συγκεντρώσει μια συλλογή βιβλίων για τη βασιλεία και τη διακυβέρνηση έτσι όπως τη διατύπωσε ο Πλάτων και επιπλέον να μαζέψει βιβλία από όλους τους λαούς του κόσμου. Ο Δημήτριος επίσης θεωρείται εμπνευστής του Μουσείου, στην πρωτεύουσα του Πτολεμαίου, ενός ναού αφιερωμένου στις Μούσες, προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών.

Οι αρχαιολόγοι δεν έχουν αποκαλύψει ακόμα τα κτίσματα του Μουσείου, αν και η σκαπάνη έφερε στο φως τμήμα της θυγατρικής βιβλιοθήκης, κοντά στον ναό του Σάραπι. Από τις τμηματικές πληροφορίες που υπάρχουν, υποθέτουμε πως βρισκόταν στον Β.Α. τομέα της πόλης (Βρουχίον), κοντά στο ανακτορικό σύμπλεγμα. Σύμφωνα με τον Στράβωνα (17.1.18), περιβαλλόταν από αυλές και στο κέντρο του βρισκόταν η μεγάλη αίθουσα και ένα κυκλικό δώμα με παρατηρητήριο στην οροφή του. Τούτο το κεντρικό δώμα περιέβαλλαν αίθουσες διδασκαλίας. Στην πραγματικότητα ο σχεδιασμός μοιάζει με εκείνον του Σαράπειου, το οποίο άρχισε επί Πτολεμαίου Α’ Σωτήρα και ολοκληρώθηκε από τον γιο του Πτολεμαίο Β’ το Φιλάδελφο. Υπολογίζεται ότι εργάζονταν εκεί μόνιμα 30-45 άτομα, τα οποία τρέφονταν και χρηματοδοτούνταν από τον βασιλικό οίκο κατ’ αρχήν και αργότερα από δημόσιους πόρους.

Οι χώροι στους οποίους στεγάζονταν και ταξινομούνταν οι πάπυροι βρίσκονταν είτε στις εξωτερικές αίθουσες ή στη Μεγάλη Αίθουσα. Οι πάπυροι ταξινομούνταν πάνω σε σχάρες ειδικά κατασκευασμένες για αυτό το σκοπό και οι καλύτεροι από αυτούς ήταν τυλιγμένοι σε λινό ή δερμάτινο κάλυμμα. Η περγαμηνή είναι μια μεταγενέστερη και μάλιστα αναγκαστική ανακάλυψη. Η Αλεξάνδρεια σταμάτησε τις εξαγωγές παπύρου, προκειμένου να σταματήσει την άνοδο της ανταγωνιστικής Βιβλιοθήκης της Περγάμου, την οποία ίδρυσαν οιΣελευκίδες. Το 1848, στον κήπο του αυστριακού προξενείου ανακαλύφθηκε γρανίτινος όγκος, διαμορφωμένος για την υποδοχή παπύρων με την επιγραφή διοσκουρίδου γ΄ τόμοι, γεγονός που μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε το σχήμα που είχαν τα ράφια, αν και υπολογίστηκε πως ήταν αδύνατον να χρησιμοποιείται γρανίτης για την υποδοχή των εκατοντάδων χιλιάδων όπως εκτιμάται παπύρων της βιβλιοθήκης. Στη ρωμαϊκή εποχή τα χειρόγραφα απέκτησαν πλέον την μορφή κωδίκων (βιβλίων) και άρχισαν να αποθηκεύονται σε ξύλινα κιβώτια που αποκαλούνταν ερμάρια.

Οργάνωση και Λειτουργία

Για την προστατευτική μόνωση της βιβλιοθήκης από την υγρασία που αποσυνέθετε τον πάπυρο και την περγαμηνή, πιθανώτατα δεύτερος τοίχος περιέβαλλε τις εξωτερικές πλευρές του οικοδομήματος, με κενό το μεσότοιχο διάστημα. Για την ακριβή αρχιτεκτονική μορφή του οικοδομήματος της βιβλιοθήκης δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Ο μέγας αριθμός των τόμων της βιβλιοθήκης οφειλόταν στη συλλογή και στη διάσωση έργων Ελλήνων και «βαρβάρων», στην ύπαρξη διπλών και τριπλών αντιγράφων, απαραίτητων για τη σύνταξη κριτικών εκδόσεων, την εξακρίβωση της αυθεντικότητας του έργου, και το δανεισμό των βιβλίων, που επιτρεπόταν μόνο από τη Βιβλιοθήκη του Σεραπείου.

Η οργάνωση, ο συνεχής εμπλουτισμός και η απρόσκοπτη λειτουργία και των δύο βιβλιοθηκών απετέλεσαν κύριο μέλημα της πολιτικής των Πτολεμαίων. Η επιδίωξη αυτή διεμορφώθη από τον Αθηναίο φιλόσοφο και πολιτικό Δημήτριο τον Φαληρέα ο οποίος, με αγορές και αντιγραφές, «…άπαντα τα κατά την οικουμένην βιβλία» (Αριστέου, Επιστολή, 9-10), «…δαπάναις βασιλικαίς…, εις Αλεξάνδρειαν συνήθροισεν…», (Τζέτζη, Προλεγόμενα εις Αριστοφάνους Πλούτον). Στις συλλογές αυτές περιλαμβάνονταν, εκτός από το σύνολο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, και «… τα των Ιουδαίων νόμιμα…» (Αριστέου, Επιστολή, 9-10), τα οποία μεταφράστηκαν, απετέλεσαν το ελληνικό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης και συνέβαλαν στην όσμωση του ελληνικού και του εβραϊκού πνεύματος, με τις γνωστές συνέπειες στην εξέλιξη της ιστορίας και του πολιτισμού. Ας προστεθή ότι έρευνες για την ανεύρεση βιβλίων διεξάγονταν ακόμη και στα πλοία: τα πρωτότυπα αποτελούσαν αντικείμενο κατασχέσεως, και στους ιδιοκτήτες εχορηγούντο αντίγραφα.

Οργάνωση

Κατά την εποχή του Δημήτριου οι ελληνικές βιβλιοθήκες ήταν στην πραγματικότητα ιδιωτικές συλλογές χειρογράφων, όπως εκείνη τουΑριστοτέλη. Όσον αφορά στην Αίγυπτο, γνωρίζουμε πως στους ναούς υπήρχαν βιβλιοθήκες με θρησκευτικά και κρατικά έγγραφα, όπως σε ορισμένα μουσεία, στην ελληνική επικράτεια. Ήταν η μεγάλη φιλοδοξία του Πτολεμαίου να συσσωρεύσει όλη τη γνώση, που οδήγησε αυτές τις μικρές συλλογές στην επικράτεια μιας αληθινής βιβλιοθήκης. Ο Τζέτζης αναφέρει αρκετούς αιώνες αργότερα ότι ο Καλλίμαχοςκατέγραψε 400.000 μικτούς παπύρους (πιθανώς αυτοί που περιείχαν πάνω από ένα κεφάλαιο, έργο ή συγγραφέα) και 90.000 αμιγείς.

Σε αυτούς βέβαια θα πρέπει να προσθέσουμε και 42.000 παπύρους που βρίσκονταν στο Σαράπειο. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν οι διάδοχοι του Πτολεμαίου προκειμένου να πετύχουν το σκοπό τους ήταν σίγουρα μοναδικές. Ο Πτολεμαίος Γ’ συνέταξε μια επιστολή «προς όλους τους ηγεμόνες του κόσμου», ζητώντας να δανειστεί τα βιβλία τους, (Γαλην. 17.1). Όταν οι Αθηναίοι του έστειλαν τα κείμενα του Ευριπίδη, του Αισχύλου και του Σοφοκλή, εκείνος τα αντέγραψε και επέστρεψε πίσω τα αντίγραφα, κρατώντας τα πρωτότυπα για τη βιβλιοθήκη. Επίσης, όλα τα πλοία που ελλιμενίζονταν στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, ήταν υποχρεωμένα να υποστούν έρευνα όχι για λαθρεμπόριο, αλλά για πάπυρους που αντιγράφονταν και παραδίδονταν πίσω στους κατόχους τους, αν το επιθυμούσαν. Αυτές οι ανορθόδοξες μέθοδοι, στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν τον πρώτο συστηματικό τρόπο συλλογής έργων.

Βιβλιοθηκονομία

Η διαίρεση των συγγραμμάτων σε βιβλία επεβλήθη από τους φιλολόγους της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης. Τα μεγάλα βιβλία διαιρέθηκαν σε μικρότερους κυλίνδρους, ώστε κάθε βιβλίο να περιλαμβάνεται σ’ ένα μόνο μικρόν κύλινδρο με αριθμημένους στίχους. Κάθε στίχος είχε έκταση περίπου ενός εξαμέτρου, δηλαδή 16-17 συλλαβών ή 36 γραμμάτων. Τα βιβλία αυτά κατασκευάζονταν από πάπυρο ή από περγαμηνή, ήσαν τοποθετημένα μέσα σε κυλινδρικές θήκες και φυλάσσονταν σε ξύλινα ράφια ευρισκόμενα στις ορθογώνιες κόγχες των τοίχων. Οι συγγραφείς των έργων είχαν κατανεμηθή σε κατηγορίες, σύμφωνα προς ομοειδή γνωστικά αντικείμενα, και σε συγκεκριμένες κόγχες, με την αντίστοιχη ένδειξη.

Βιβλιοθηκάριοι

Ο διευθυντής της Βιβλιοθήκης διοριζόταν από τον βασιλέα και πιθανόν έφερε τον τίτλο του «βιβλιοθηκάριου». Η σπουδαιότητα του αξιώματος αυτού δηλώνεται από το γεγονός ότι ο εκάστοτε διευθυντής της Βιβλιοθήκης ανελάμβανε την διαπαιδαγώγηση και την εκπαίδευση των βασιλοπαίδων και του διαδόχου του θρόνου της πτολεμαϊκής Αιγύπτου. Ενδεικτικώς, αναφέρονται τα ονόματα του Ζηνοδότου (285-270), του Ερατοσθένους (284-200), του Απολλωνίου (270-245) και του Αριστάρχου του Σαμόθρακος (175-145). Με την Βιβλιοθήκη και το Μουσείο της Αλεξανδρείας συστηματοποιήθηκαν η καταγραφή, η ανάλυση και η επεξεργασία της ελληνικής γραμματείας, αναπτύχθηκε η επιστήμη της φιλολογίας, και το βιβλίο κατέστη όργανο προαγωγής της έρευνας και της τεκμηριώσεως, αλλά και της αναπαραγωγής και της διαδόσεως της γνώσεως.

Οι Φιλόλογοι της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης

Στους διαπρεπέστερους φιλολόγους της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης συγκαταλέγονται οι ακόλουθοι:

* Φιλητάς ο Κώος (περίπου 300 π.Χ.), συντάκτης του πρώτου εππιστημονικού λεξικού Ατακτα
* Ζηνόδοτος ο Εφέσιος (325-260 π.Χ.), πρώτος «βιβλιοθηκάριος». Διεξήγαγε την πρώτη ταξινόμηση και κριτική διόρθωση των βιβλίων, εθεμελίωσε επιστημονικώς την ομηρική φιλλολογία, συνέγραψε την πρώτη κριτική έκδοση του Πινδάρου και υπομνημάτισε την Θεογονία του Ησιόδου.

* Καλλίμαχος ο Κυρηναίος (περίπου 310-240 π.Χ.), συντάκτης του καταλόγου των βιβλίων των δύο βιβλιοθηκών της Αλεξανδρείας, συγγραφεύς περισσότερων των 800 βιβλίων.
* Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (περίπου 284-200 π.Χ.), ιδρυτής της επιστημονικής γεωγραφίας, της τοπογραφίας, της χρονογραφίας και της χρονολογίας. Στο έργο του Περί αναμετρήσεως της γης ησχολήθη στην μέτρηση του όγκου της γης. Τα πορίσματα των μετρήσεων αυτών προσήγγιζαν την παραγματικότητα. Καθοδήγησαν τον Χριστόφορο Κολόμβο στην αναζήτηση της “άγνωστης ηπείρου” προς Δυσμάς.

* Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (περίπου 275-180 π.Χ.), θεμελιωτής της φιλολογικής επιστήμης, ιδρυτής της επιστημονικής λεξικογραφίας. Εξέδωκε τον ΄Ομηρο, τους λυρικούς και τους τραγικούς ποιητάς, καθώς και τον Αριστοφάνη.

* Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ, (περίπου 215-145). Εκωδικοποίησε την φιλολογική κριτική των αρχαίων κειμένων.

Επιστήμες

 

            Όπως είναι φυσικό η συσσώρευση της γνώσης στην Βιβλιοθήκη είχε ως αποτέλεσμα και μια άνθηση των επιστημών. Οι αλεξανδρινοί μαθηματικοί εργάστηκαν ιδιαίτερα πάνω στη γεωμετρία, αλλά γνωρίζουμε πως έγιναν συγκεκριμένες έρευνες πάνω στη θεωρία των αριθμών. Άλλωστε οι αριθμοί, από την εποχή του Πυθαγόρα και εντεύθεν ήταν ένα θέμα που συνάρπαζε. Ο Ερατοσθένης ο Βιβλιοθηκάριος ασχολήθηκε με τους αριθμούς και λέγεται πως επινόησε το «σείστρο», μια μέθοδο για την ανακάλυψη νέων πρώτων αριθμών. Το ίδιο θέμα λέγεται πως μελέτησε και ο Ευκλείδης. Ο Εύδοξος ο Κνίδιος, της Ακαδημίας του Πλάτωνα, έγινε γνωστός μια την ανάπτυξη μιας πρώιμης μεθόδου ολοκλήρωσης, για τη χρήση των αναλογιών στα προς επίλυση προβλήματα και τη χρήση τύπων για τη μέτρηση τρισδιάστατων σχημάτων. Ο Πάππος, σοφός του 4ου αιώνα, ήταν ένας από τους τελευταίους Έλληνες μαθηματικούς, ο οποίος επικεντρώθηκε στους μεγάλους αριθμούς και τη μέτρηση των ημικυκλίων (βλ. Χειρ. Βατικανού). Επίσης, ήταν εκείνος που ουσιαστικά μετέφερε στο δυτικό κόσμο μετουσιωμένη την αστρολογία που μελέτησε από ανατολικές πηγές. Τέλος ο Θέων και η κόρη του Υπατίασυνέχισαν τις σπουδές στα μαθηματικά, σχολιάζοντας έργα των προγενεστέρων τους, αλλά κανένα από τα έργα τους δε διασώθηκε.

Για τους αλεξανδρινούς αστρονόμους η αστρονομία δεν ήταν απλά μια προβολή της τρισδιάστατης Γεωμετρίας στο χρόνο, αν και έτσι την κατέταξαν πολλοί από τους Έλληνες επιστήμονες. Οι κινήσεις των άστρων και του ήλιου ήταν ουσιαστικές για τον καθορισμό και τη χαρτογράφηση των ορίων περιοχών. Για την Αίγυπτο μια τέτοια γνώση ήταν ουσιαστική, καθώς η ετήσια πλημμύρα του Νείλου έσβηνε τα φυσικά ορόσημα ανάμεσα σε διαφορετικές ιδιοκτησίες. Επίσης, για την Αλεξάνδρεια ήταν ζωτικής σημασίας η χρήση των ουράνιων κινήσεων για τη ναυσιπλοΐα, αφού ήταν κέντρο εξαγωγής παπύρου και σιτηρών για όλες τις χώρες της Μεσογείου και η συντόμευση των ταξιδιών ήταν απαραίτητη. Οι προγενέστεροι αστρονόμοι είχαν επικεντρωθεί στα θεωρητικά μοντέλα του σύμπαντος. Οι Αλεξανδρινοί ήταν εκείνοι που προχώρησαν σε λεπτομερείς παρατηρήσεις και μαθηματικά συστήματα, τα οποία μετέτρεψαν την αστρονομία σε εφαρμοσμένη επιστήμη.

Ο Ερατοσθένης έφτιαξε έναν κατάλογο 44 αστερισμών, καταγράφοντας μάλιστα και τους σχετικούς μύθους που τους συνόδευαν, ενώ παράλληλα καταχώρησε σε έναν άλλο κατάλογο 475 απλανείς αστέρες. Επίσης, υπολόγισε την περιφέρεια της γης με σχετική ακρίβεια και προχώρησε στην υπόθεση πως όλες οι θάλασσες επικοινωνούν μεταξύ τους. Στη συνέχεια υπέθεσε πως είναι δυνατός ο περίπλους της Αφρικής και ισχυρίστηκε πως είναι δυνατόν να φτάσει κανείς στις Ινδίες, πλέοντας δυτικά από τις Ηράκλειες Στήλες. Ο Ίππαρχος με τη σειρά του επινόησε το μήκος και το πλάτος, εισάγοντας το σύστημα διαίρεσης του κύκλου σε 360 μοίρες από τη Βαβυλώνα. Επίσης, υπολόγισε τη διάρκεια του έτους με ακρίβεια της τάξης των 6 λεπτών και κατασκεύασε χάρτη των αστερισμών και των άστρων. 0 ίδιος προχώρησε στην υπόθεση πως τα άστρα γεννιούνται και πεθαίνουν.             Τέλος, ο Αρίσταρχος ο Σάμιος εφάρμοσε την αλεξανδρινή τριγωνομετρία για να εκτιμήσει την απόσταση και το μέγεθος του ήλιου και της σελήνης, ενώ ταυτόχρονα διατύπωσε τη θεωρία του ηλιοκεντρικού συστήματος, για την οποία κατηγορήθηκε σφοδρά. Τριακόσια χρόνια αργότερα ο Πτολεμαίος επεξεργάστηκε μαθηματικά το σύστημα των επικυκλίων για να υποστηρίξει το γεωκεντρικό σύστημα του Αριστοτέλη, το οποίο επιβίωσε ως δόγμα κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.

Οι αλεξανδρινοί γεωμέτρες επεξεργάστηκαν τις αρχές που έθεσαν οι προγενέστεροι Έλληνες μαθηματικοί με νέα στοιχεία, τα οποία άντλησαν από τις βαβυλωνιακές και αιγυπτιακές πηγές γνώσης. Λέγεται πως ο Δημήτριος ο Φαληρέας προσκάλεσε τον Ευκλείδη να διδάξει στην Αλεξάνδρεια, το έργο του οποίου «Στοιχεία» υπήρξε η βάση της γεωμετρίας επί σειρά αιώνων. Οι διάδοχοί του, ιδιαίτερα ο Απολλώνιος του 2ου π.Χ. αιώνα και ο Ίππαρχος του 2ου μ.Χ. αιώνα, συνέχισαν την έρευνά του στα κωνικά σχήματα. Ο Αρχιμήδης, ένας από τους πρώτους σχολαστικούς που συνδέονταν με την Αλεξάνδρεια εφάρμοσε τις αστρονομικές και γεωμετρικές Θεωρίες στην κίνηση μηχανικών συσκευών. Ανάμεσα στις εφευρέσεις του κατατάσσονται ο μοχλός και ο κοχλίας, ενώ διατύπωσε και την αρχή της άνωσης. Η υδραυλική με τη σειρά της είναι μια επιστήμη που γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, πάνω στη βάση των «Πνευματικών» του Ήρωνα και γνώρισε μεγαλειώδη ανάπτυξη, δυστυχώς χωρίς εκτεταμένες εφαρμογές.

Οι Αλεξανδρινοί ανέπτυξαν, επίσης, την επιστήμη της ανατομίας, καθώς είχαν το πλεονέκτημα της μελέτης πολλών ειδών από το ζωολογικό πάρκο που βρισκόταν σύμφωνα με τις περιγραφές κοντά στη Βιβλιοθήκη, αλλά και παρατήρησης των μεθόδων ταρίχευσης, σύμφωνα με τα ταφικά έθιμα της Αιγύπτου. Ένας από τους πρώτους επιστήμονές της, ο Ηρόφιλος, συνέλεξε και συνέθεσε τον κώδικα του Ιπποκράτη και προχώρησε σε δικές του μελέτες. Αυτός πρώτος διαχώρισε τα νεύρα και τον εγκέφαλο ως ενιαίο σύστημα, καθόρισε τη λειτουργία της καρδιάς, την κυκλοφορία του αίματος και πιθανώς άλλα ανατομικά χαρακτηριστικά. Ο διάδοχός του Ερασίστρατοςσυγκεντρώθηκε στο πεπτικό σύστημα και τα αποτελέσματα της διατροφής και διατύπωσε τη θεωρία πως η διατροφή, τα νεύρα και ο εγκέφαλος επιδρούν στις νοητικές ασθένειες. Τελικά, κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Γαληνός διεξήγαγε εκτενείς έρευνες, τις οποίες συνέθεσε σε δεκαπέντε βιβλία για την ανατομία και την τέχνη της ιατρικής.

Ο Αιγυπτιακός Τομέας

Όπως προαναφέρθηκε, ο σκοπός της Βιβλιοθήκης ήταν να συλλέξει όλη τη γνώση του γνωστού τότε κόσμου. Έτσι, ένα σημαντικό τμήμα της που χρειάζεται να αναφερθεί είναι ο αιγυπτιακός τομέας.

Ο ιδρυτής της Δυναστείας των Πτολεμαίων συνειδητοποίησε πως μια προσεκτική μελέτη της Αιγύπτου και των κατοίκων της ήταν αναγκαία, προκειμένου να στεριώσει τη μοναρχία του σε μια σταθερή βάση. Ενθάρρυνε, λοιπόν, τους Αιγυπτίους ιερείς να συγκεντρώσουν τα αρχεία της παρελθούσας παράδοσης κληρονομιάς και να τα διαθέτουν στους Έλληνες επιστήμονες και ανθρώπους των γραμμάτων, τους οποίους προσκαλούσε στο βασίλειό του.

Ο Διόδωρος μας παρέχει μια περιγραφή του τι συνέβαινε στα πρώιμα στάδια της Βιβλιοθήκης. «Όχι μόνον», λέγει, «παρείχαν οι ιερείς τα αρχεία τους, αλλά πολλοί, επίσης, από τους Έλληνες που έφτασαν ως τις Θήβες συνέθεσαν ιστορίες της Αιγύπτου, ένας από τους οποίους ήταν ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης», (Διόδ. Ι. 46.8). Με τούτο το σχόλιο δύο ονόματα έρχονται κατά νου, ο Μανέθων και ο Εκαταίος. Ο Μανέθων είναι ο φημισμένος αρχιερέας της Ηλιούπολης, με μεγάλες γνώσεις για τις παραδόσεις της χώρας του. Ο Πτολεμαίος, μάλιστα, τον συμβουλεύτηκε για την υιοθέτηση του Σάραπι ως επίσημη θεότητα για τη νέα δυναστεία του. To έργο του Μανέθωνα ήταν να συλλέγει πληροφορίες από τα «ιερά αρχεία», έτσι ώστε να κατορθώσει να συνθέσει μια πλήρη αιγυπτιακή ιστορία στα Ελληνικά (Αιγυπτιακά), την οποία αφιέρωσε στον Πτολεμαίο Β’ (Διόδ. 1.87.1-5 και 88.4).

Εξαιτίας της αναμφισβήτητης γνώσης του για τη γλώσσα, αλλά και την ιστορία της Αιγύπτου, το πλήρες έργο του θα είε μοναδική σημασία για τις επόμενες γενιές. Δυστυχώς, όμως, σώθηκε μόνον αποσπασματικά. Παρόλα αυτά οι χρονολογικές ταξινομήσεις του για τις αιγυπτιακές δυναστείες και τους βασιλείς είναι ανυπολόγιστης αξίας για την αρχαιολογία και την ιστορία, όπως και η ταξινόμηση των Φαραώ σε τριάντα δυναστείες και τρεις μείζονες περιόδους, οι οποίες υιοθετούνται ακόμη από τους σύγχρονους Αιγυπτιολόγους. Όσον αφορά τον Εκαταίο, ήταν ένας από τους έλληνες συγγραφείς που προσκάλεσε ο Πτολεμαίος Α’ να μείνουν στη χώρα του και να γράψουν την ιστορία της. Τα Αιγυπτιακά του δε σώθηκαν ολοκληρωμένα, αλλά μεγάλα αποσπάσματά τους ενσωματώθηκαν στις «Ιστορίες» του Διόδωρου.

Εκτός από το μεγάλο όγκο των ελληνικών έργων και ένα πλήρη κώδικα των αιγυπτιακών αρχείων, υπάρχουν μαρτυρίες πως στη Βιβλιοθήκη ενσωματώθηκαν έργα από άλλα έθνη. Οι ανατολικές θρησκείες ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη και σύμφωνα με τον Πλίνιο ένα πολύτομο έργο 2.000.000 γραμμών γράφτηκε από τον Έρμιππο. Ένα τόσο φιλόδοξο έργο ήταν δυνατό να αναληφθεί μόνον αν υπήρχε λεπτομερειακό υλικό στη Βιβλιοθήκη για τη μαζδαϊκή λατρεία. Επίσης, υπήρχαν βουδιστικά κείμενα, εξαιτίας των ανταλλαγών που έλαβαν χώρα ανάμεσα στον Ασόκα και τον Φιλάδελφο (Corp. Inscript.Indic. Ι. σελ. 48).

Η διανοητική περιέργεια και το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον αναμφίβολα ώθησαν τους λόγιους να μελετήσουν και να γράψουν για τις ανατολικές και τις αρχαίες θρησκείες, αλλά οι ουσιαστικοί λόγοι για τους οποίους έγιναν κάποιες μεταφράσεις, διακρίνονται στην προσπάθεια μετάφρασης της Παλαιάς Διαθήκης. Τούτη η μετάφραση από τα Εβραϊκά στα Ελληνικά ήταν πρακτικά αναγκαία για τη μεγάλη ιουδαϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας, ήδη εξελληνισμένη κατά το τέλος του 3ου π.X.]]. Παρόλο που η συγκεκριμένη προσπάθεια ντύθηκε το μανδύα της υπερβολής και της θαυματουργίας, στην πραγματικότητα έγινε αποσπασματικά και κράτησε από τον 3ο ως τον 2ο π.Χ. αιώνα. To σημαντικό στην όλη περίπτωση είναι ότι ένα τέτοιο επίτευγμα έγινε δυνατό στην Αλεξάνδρεια, όπου το αρχειακό υλικό επέτρεψε την πραγματοποίησή του. ΗΜετάφραση των Εβδομήκοντα επιβίωσε ως το πολυτιμότερο έργο στην ιστορία των μεταφράσεων και είναι αναπόσπαστο κομμάτι όλων των βιβλικών μελετών.

ΠΗΓΗ: http://greekworldhistory.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s