ΠΙΣΩ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ !


ΠΙΣΩ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ !

Proswkratikoi

Λήψη του αρχείου

σε συμπιεσμένη μορφή


  Karl Popper

 I220px-Karl_Popper

Τό «πί­σω στό Μα­θου­σά­λα»[1] ἦ­ταν ἕ­να προ­ο­δευ­τι­κό πρό­γραμ­μα, συγ­κρι­νό­μεν­ο μέ τό «Πί­σω στό Θα­λῆ» ἤ τό «Πί­σω στον Ἀ­να­ξί­μαν­δρο»: ὅ,τι μᾶς πρό­σφε­ρε ὁ Shaw ἦ­ταν μιά βελ­τι­ω­μέ­νη προσ­δο­κί­α ζω­ῆς — κά­τι πού κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στόν ἀ­έ­ρα, ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ὅ­ταν τό­γρα­φε. Δέν ἔ­χω τί­πο­τα νά σᾶς προ­σφέ­ρω, τί­πο­τα, φο­βοῦ­μαι, πού νά κυ­κλο­φο­ρεῖ σή­με­ρα στόν ἀ­έ­ρα· δι­ό­τι αὐ­τό στό ὁ­ποῖ­ο θέ­λω νά ἐ­πι­στρέ­φου­με εἶ­ναι ἡ ἁ­πλή καί εἰ­λι­κρι­νής ἐ­κλο­γί­κευ­ση τῶν Προ­σω­κρα­τι­κῶν. Ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τή ἡ τό­σο πο­λύ συ­ζη­τη­μέ­νη «ἐ­κλο­γί­κευ­ση» τῶν Προ­σω­κρα­τι­κῶν; Ἡ ἁ­πλό­τη­τα καί ἡ τολ­μη­ρό­τη­τα τῶν ἐ­ρω­τη­μά­των τους εἶ­ναι μέ­ρος της, ἀλ­λά ἡ θέ­ση μου εἶ­ναι ὅ­τι τό ἀ­πο­φα­σι­στι­κό ση­μεῖ­ο εἶ­ναι ἡ κρι­τι­κή στά­ση ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως θά προ­σπα­θή­σω νά δεί­ξω, ἀρ­χι­κά ἀ­να­πτύ­χθη­κε στήν Ἰ­ω­νι­κή Σχο­λή.Τά ἐ­ρω­τή­μα­τα στά ὁ­ποῖ­α οἱ Προ­σω­κρα­τι­κοί προ­σπά­θη­σαν ν’ ἀ­παν­τή­σουν, ἦ­ταν πρω­τί­στως έ­ρω­τή­ματα κοσμολογικά, ἀλλά ἦταν ἐπίσης καί ἐρωτήματα θεωρίας τῆς γνώσεως. ’Ἔχω τήν πεποίθηση πώς ἡ φιλοσοφία πρέπει νά ἐπιστρέφει στήν κοσμολογία καί στήν ἁπλή γνωσεοθεωρία. Ὑπάρχει ἕνα, τουλάχιστον, φιλοσοφικό πρόβλημα πού ἐνδιαφέρει κάθε σκεπτόμενο ἄνθρωπο: τό πρόβλημα τῆς κατανόησης τοῦ κόσμου μέσα στόν ὁποῖο ζοῦμε: καί, ὡς ἐκ τούτου, τοῦ ἑαυτοῦ μας (ὁ ὁποῖος εἶναι μέρος αὐτοῦ τοῦ κόσμου) καί τῆς γνώσης μᾶς γι’ αὐτόν. Πιστεύω πώς ὁλόκληρη ἡ ἐπιστήμη εἶναι κοσμολογία καί, γιά μένα, τό ἐνδιαφέρον τῆς φιλοσοφίας, ὄχι λιγότερο ἀπ’ ὅτι τῆς ἐπιστήμης, βρίσκεται ἀποκλειστικά στή θαρραλέα της προσπάθεια νά προσθέσει στή γνώση μας γιά τόν κόσμο. Γιά παράδειγμα, ὁ Wittgenstein μ’ ἐνδιαφέρει, ὄχι γιά τή γλωσσολογική του φιλοσοφία ἀλλά διότι τό Tractatus του ἦταν μιά κοσμολογική πραγματεία (μολονότι ἀδούλευτη), καί διότι ἡ γνωσεοθεωρία του ἦταν στενά δεμένη μέ τήν κοσμολογία του.

Γιά μέ­να, τό­σο ¨η φι­λο­σο­φί­α ὅ­σο καί ἡ ἐ­πι­στή­μη χά­νουν κά­θε γο­η­τεί­α ὅ­ταν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τήν ἀ­να­ζή­τη­ση αὐ­τή – ὅ­ταν γί­νον­ται ἐ­ξει­δι­κεύ­σεις καί παύ­ουν νά βλέ­πουν, καί νά ἀ­πο­ρο­ΰν γιά τά αἰ­νίγ­μα­τα τοῦ κό­σμου μας. Ἡ εἰ­δί­κευ­ση μπο­ρεῖ νά­ναι ἕ­νας με­γά­λος πει­ρα­σμός γιά τόν ἐ­πι­στή­μο­να. Γιά τό φι­λό­σο­φο, εἶ­ναι θα­νά­σι­μο ἁ­μάρ­τη­μα.

 

    

II

 

Στή με­λέ­τη αὐ­τή μι­λά­ω σάν ἐ­ρα­σι­τέ­χνης[2], σάν ἕ­νας ἐ­ρα­στής τῆς ὄ­μορ­φης ἱ­στο­ρί­ας τῶν Προ­σω­κρα­τι­κῶν. Δέν εἶ­μαι οὔ­τε εἰ­δι­κός, οὔ­τε πραγ­μα­το­γνώ­μων: βρί­σκο­μαι ἐν­τε­λῶς ἔ­ξω ἀ­π’ τά νε­ρά μου ὅταν κά­ποι­ος εἰ­δι­κός ἀρ­χί­ζει νά ὑ­πο­στη­ρί­ζει ποι­ές λέ­ξεις ἤ φρά­σεις θά μπο­ροῦ­σε καί ποι­ές θά­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­δύ­να­το νά­χει χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ὁ Ἡράκλειτος. Ὡστόσο, ὅ­ταν κά­ποι­ος εἰ­δι­κός ἀν­τι­κα­θίιστᾶ μιά ὄ­μορ­φη ἱ­στο­ρί­α, βα­σι­σμέ­νη στά πα­λαι­ό­τε­ρα κεί­με­να πού κα­τέ­χου­με, μέ μιά πού – γιά μέ­να του­λά­χι­στον – δέν ἔ­χει κα­νέ­να νό­η­μα, τό­τε νι­ώ­θω πώς ἀ­κό­μη κι ἕ­νας ἐ­ρα­σι­τέ­χνης μπο­ρεῖ νά ὀρ­θω­θεῖ καί νά ὑ­πε­ρα­σπι­σθεῖ μιά πα­λιά πα­ρά­δο­ση. Ὡς ἐκ τού­του, θά με­λε­τή­σω, του­λά­χι­στον, τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τοῦΰ εἰ­δι­κοῦ, καί θά ἐ­ξε­τά­σω τήν ἀν­το­χή τους. Αὐ­τό φαί­νε­ται νά­ναι μιά ἀ­βλα­βής ἀ­πα­σχό­λη­ση, πού μπο­ρῶ νά τήν ἐ­πι­τρέ­ψω στό ἑ­αυ­τό μου καί ἄν κά­ποι­ος εἰ­δι­κός, ἤ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἄλ­λος, ­ἔμ­παι­νε στόν κό­πο ν’ ἀν­τι­κρού­σει τήν κρι­τι­κή μου θά μ’ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε καί θά μού­κα­νε τι­μή.[3]

Θ’ ἀ­πα­σχο­λη­θῶ μέ τίς κο­σμο­λο­γι­κές θε­ω­ρί­ες τῶν Προ­σω­κρα­τι­κῶν, ἀλ­λά μό­νο στό βαθ­μό πού συ­νιστοῦΰν τήν ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦϋ προ­βλή­μα­τος τῆς με­τα­βο­λῆς, ὅ­πως τό ὀ­νο­μά­ζω, καί μό­νο στό βαθ­μό πού αὐ­τές [οἱ κο­σμο­λο­γι­κές θε­ω­ρί­ες] εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τες γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς προ­σέγ­γι­σης τῶν Προ­σω­κρα­τι­κῶν φι­λο­σό­φων στό πρό­βλη­μα τῆς γνώ­σης – τῆς πρα­κτι­κῆς κα­θώς καί τῆς θε­ω­ρη­τι­κῆς τους προ­σέγ­γι­σης. Δι­ό­τι εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐν­δι­α­φέ­ρον νά δεῖ κα­νείς πῶς ἡ πρακτική τους ὅπως καί ἡ θεωρία τῆς γνώσης τους συνδέεται μέ τά κοσμολογικά καί θεολογικά ἐρωτήματα πού ἔθεταν στόν ἑαυτό τους. Δέν εἶχαν μιά γνωσεοθεωρία πού ἄρχιζε μέ τό ἐρώτημα, «Πῶς γνωρίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πορτοκάλι;» ἤ «Πῶς γνωρίζω ὅτι τό ἀντικείμενο πού ἀντιλαμβάνομαι αὐτή τή στιγμή εἶναι πορτοκάλι;» Ἡ γνωσεοθεωρία τους ξεκίνησε ἀπό προβλήματα ὅπως. «Πῶς γνωρίζουμε ὅτι ὁ κόσμος ἔγινε ἀπό νερό;» ἤ «Πῶς γνωρίζουμε ὅτι ὁ κόσμος εἶναι γεμάτος θεούς;» ἤ, «Πῶς μποροῦμε νά γνωρίζουμε ὁτιδήποτε γύρω ἀπό τους θεούς;»

Ὑπάρχει μιά πλατιά διαδεδομένη πίστη πού νομίζω ὀφείλεται, κάπως ἀμυδρά, στήν ἐπίδραση τοῦ Francis Bacon, ὅτι τά προβλήματα τῆς γνωσεοθεωρίας θάπρεπε νά μελετῶνται μᾶλλον σέ σχέση μέ τή γνώση μας τοῦ πορτοκαλιοῦ παρά μέ τή γνώση μᾶς τοῦ κόσμου [cosmos]. Διαφωνῶ μέ τήν πίστη αὐτή, καί ἕνας ἀπό τους βασικούς σκοπούς αὐτῆς της μελέτης εἶναι νά σᾶς μεταδώσω μερικούς ἀπό τους λόγους αὐτῆς μου τῆς διαφωνίας. Ἐν πάση περιπτώσει εἶναι καλό νά θυμᾶται κανείς, ἀπό καιρό σέ καιρό, ὅτι ἡ δυτική μας ἐπιστήμη – καί δέν φαίνεται νά ὑπάρχει καμιά ἄλλη – δέν ξεκίνησε συλλέγοντας παρατηρήσεις γιά πορτοκάλια, ἀλλά μέ θαρραλέες θεωρίες περί τοῦ κόσμου [world],

 

 

III

 

Ἡ παραδοσιακή ἐμπειριοκριτική ἐπιστημολογία καί ἡ παραδοσιακή ἱστοριογραφία τῆς ἐπιστήμης εἶναι βαθιά ἐπηρεασμένες ἀπό τό βακώνειο μύθο ὅτι ὁλόκληρη ἡ ἐπιστήμη ξεκινᾶ ἀπό τήν παρατήρηση καί κατόπι σιγά καί προσεκτικά προχωράει στις θεωρίες. Ὅτι τά γεγονότα εἶναι πολύ διαφορετικά μπορεῖ κανείς νά τό μάθει ἀπό τή σπουδή τῶν πρώτων Προσωκρατικῶν. Ἐδῶ βρίσκουμε τολμηρές καί γοητευτικές ἰδέες, μερικές ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι παράξενα, ἀκόμη καί συγκλονιστικά, προμαντέματα τῶν σύγχρονων πορισμάτων, ἐνῶ πολλές ἄλλες εἶναι πολύ σχετικές μέ τίς σημερινές ἀπόψεις· ἀλλά οἱ περισσότερες, καί οἱ καλλίτερες ἀπ’ αὐτές δέν ἔχουν τίποτε νά κάνουν μέ τήν παρατήρηση. Γιά παράδειγμα πάρτε μερικές ἀπό τίς θεωρίες γύρω ἀπό τό σχῆμα καί τή θέση τῆς γής. Ὁ Θαλῆς εἶπε, μᾶς λένε, «ὅτι ἡ γῆ στηρίζεται ἀπό τό νερό πάνω στό ὁποῖο ταξιδεύει σάν καράβι, κι ὅταν μιλᾶμε γιά σεισμό, εἶναι ἡ γῆ πού τραντάζεται ἀπό τήν κίνηση τοῦ νεροῦ». Χωρίς ἀμφιβολία ὁ Θαλῆς εἶχε παρατηρήσει πρίν φτάσει στή θεωρία του, τούς σεισμούς καθώς καί τήν ταλάντευση τοῦ πλοίου. Ἀλλά ὁ σκοπός τῆς θεωρίας του ἦταν νά ἑρμηνεύσει τή στήριξη ἤ τήν αἰώρηση τῆς γῆς, καθώς καί τούς σεισμούς, μέ τήν εἰκασία ὅτι ἡ γῆ ἐπιπλέει πάνω στό νερό· καί αὐτή τήν εἰκασία (ἡ ὁποία τόσο παράδοξα προλαμβάνει τή σύγχρονη θεωρία τῆς ἠπειρωτικῆς κίνησης) δέν μποροῦσε νά τή βασίσει στίς παρατηρήσεις του.

Δέν πρέ­πει νά ξε­χνᾶ­με ὅ­τι ἡ λει­τουρ­γί­α [πρό­θε­ση] τοῦ βα­κώ­νει­ου μύ­θου εἶ­ναι νά ἑρ­μη­νεύ­σει για­τί οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κές θέ­σεις εἶ­ναι ἀ­λη­θεῖς, ἐ­πι­ση­μαί­νον­τας ὅ­τι ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση εἶ­ναι ἡ «ἀ­λη­θής πη­γή» τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς μας γνώ­σης. Μό­λις συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κές θέ­σεις εἶ­ναι ὑ­πο­θέ­σεις, ἤ φαν­τα­σί­ες, ἤ εἰ­κα­σί­ες, καί ὅ­τι ἡ με­γά­λη πλει­ο­φη­φί­α αὐ­τῶν τῶν εἰ­κα­σι­ῶν (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων καί αὐ­τῶν τοῦ Βά­κω­νος) ἀ­πο­δεί­χθη­καν ἐ­σφαλ­μέ­νες, ὁ βα­κώ­νει­ος μύ­θος μέ­νει ξε­κάρ­φω­τος.

Διότι εἶναι ἀνόητο νά ὑποστηρίζει κανείς ὅτι οἱ εἰκασίες τῆς ἐπιστήμης – κι ἐκεῖνες πού ἀποδείχθηκαν ἐσφαλμένες, καθώς κι ἐκεῖνες πού εἶναι ἀκόμη παραδεκτές – ὅλες ξεκινοῦν ἀπό τήν παρατήρηση.

Ὅπως καί νάναι, ἡ ὄμορφη θεωρία τοῦ Θαλῆ γιά τή στήριξη ἤ τήν αἰώρηση τῆς γῆς καί γιά τούς σεισμούς, μολονότι μέ καμιά ἔννοια δέν βασίζεται πάνω στήν παρατήρηση, εἶναι τουλάχιστον ἐμπνευσμένη ἀπό μιά ἐμπειρική ἤ ἐκ παρατηρήσεως ἀναλογία. Ἀλλά ἀκόμη κι αὐτό, ἀπέχει ἀπό τήν ἀλήθεια, γιά τή θεωρία πού προτείνει ὁ μεγάλος μαθητής τοῦ Θαλῆ, ὁ Ἀναξίμανδρος. Ἡ θεωρία τοῦ Ἀναξίμανδρου γιά τήν αἰώρηση τῆς γῆς εἶναι ἰδιαίτερα ἐνορατική, ἀλλά δέν χρησιμοποιεῖ διόλου ἀντίστοιχες παρατηρήσεις. Στήν πραγματικότητα, μπορεῖ νά περιγραφεῖ ὡς ἀντιπαρατηρητική. Σύμφωνα μέ τή θεωρία τοῦ Ἀναξίμανδρου, «Ἡ γῆ… δέν συγκροτεῖται ἀπό τίποτα, ἀλλά παραμένει στάσιμη καί τοῦτο ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ἀπέχει ἐξ ἴσου ἀπ ’ ὅλα τά ἄλλα πράγματα. Τό σχῆμα της… μοιάζει μέ κολώνα… Περπατᾶμε πάνω σέ μιά ἀπό τίς ἐπίπεδες ἐπιφάνειές της, ἐνῶ ἡ ἄλλη βρίσκεται στήν ἀντίθετη ὄψη». Ἡ «κολώνα», φυσικά, εἶναι μιά ἀναλογία ἐκ παρατηρήσεως. Ἀλλά ἡ ἰδέα τῆς ἐλεύθερης αἰώρησης τῆς γῆς μέσα στό διάστημα, καί ἡ ἑρμηνεία τῆς σταθερότητάς της, δέν ἔχει καμιά ἀπολύτως ἀντιστοιχία σ’ ὁλόκληρο τό πεδίο τῶν γεγονότων πού μποροῦν νά παρατηρηθοῦν.

Κα­τά τή γνώ­μη μου, ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου εἶ­ναι μιά ἀ­πό τίς πιό θαρ­ρα­λέ­ες, τίς πιό ἐ­πα­να­στα­τι­κές κι ἐν­τυ­πω­σια­κές ἰ­δέ­ες σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σκέ­ψης. Κα­τέ­στη­σε δυ­να­τές τίς θε­ω­ρί­ες τοῦ Ἀ­ρι­στάρ­χου καί τοῦ Κο­πέρ­νί­κου. Ἀλ­λά τό βῆ­μα πού ἔ­κα­νε ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος εἶ­ναι ἀ­κό­μη δυ­σκο­λο­τε­ρο καί τολ­μη­ρό­τε­ρο ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο πού ἔ­κα­ναν ὁ Ἀ­ρί­σταρ­χος καί ὁ Κο­πέρ­νι­κος. Τό νά ἀν­τι­με­τω­πί­ζει κα­νείς τή γῆ ὡς ἐ­λεύ­θε­ρα το­πο­θε­τη­μέ­νη στό μέ­σον τοῦ σύμ­παν­τος καί νά λέ­ει «ὅ­τι πα­ρα­μέ­νει ἀ­κί­νη­τη ἐ­πει­δή ἄ­πε­χει ἰ­σο­μέ­τρως ἤ ἰ­σορ­ρό­πως» (ὅ­πως ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης πα­ρα­φρά­ζει τόν Ἀ­να­ξί­μαν­δρο), εἶ­ναι τό νά προ­βλέ­πει κα­νείς ὡς ἕ­να βαθ­μό ἀ­κό­μη καί τήν ἰ­δέ­α τοῦ Νεύ­τω­νος γιά τίς ἄυ­λες καί ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις τῆς βα­ρύ­τη­τας.

 

 

IV

 

Πῶς ἔφτασε ὁ Ἀναξίμανδρος στήν ἀξιοσημείωτη αὐτή θεωρία; Σίγουρα ὄχι μέ τήν παρατήρηση ἀλλά μέ τό συλλογισμό. Ἡ θεωρία του εἶναι μιά προσπάθεια ἐπίλυσης ἑνός ἀπό τά προβλήματα στά ὁποῖα, ὁ δάσκαλός του καί συγγενής του Θαλῆς, ὁ ἱδρυτής τῆς Σχολῆς τῆς Μιλήτου ἤ τῆς Ἰωνίας, εἶχε προσφέρει μιά λύση πρίν ἀπ’ αὐτόν. Ὡς ἐκ τούτου εἰκάζω ὅτι ὁ Ἀναξίμανδρος ἔφτασε στή θεωρία του κρίνοντας τή θεωρία τοῦ Θαλή. Πιστεύω, ὅτι ἡ εἰκασία αὐτή μπορεῖ νά ὑποστηριχθεῖ ἀπό μιά μελέτη τῆς δομῆς τῆς ἀναξιμάνδρειας θεωρίας.

Ὁ Ἀναξίμανδρος εἶναι πιθανό ὅτι ἐναντιώθηκε στή θεωρία τοῦ Θαλῆ (σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ γῆ ἔπλεε πάνω στό νερό) στίς ἀκόλουθες γραμμές. Ἡ θεωρία τοῦ Θαλῆ εἶναι δεῖγμα ἑνός τύπου θεωρίας ποῦ ἄν ἀναπτυχθεῖ σταθερά θά ὁδηγήσει σέ μιάν ἀναγωγή στό ἄπειρο. Ἄν ἑρμηνεύσουμε τή σταθερή θέση τῆς γής μέ τήν ὑπόθεση ὅτι στηρίζεται στό νερό – δηλαδή ὅτι πλέει πάνω στόν ὠκεανό [Okeanos] – δέν θάπρεπε νά ἑρμηνεύσουμε τή σταθερή θέση του ὠ­κε­α­νοῦϋ μέ μιάν ἀ­νά­λο­γη ὑ­πό­θε­ση; Ἀλλά τοῦ­το θά σή­μαι­νε ἀ­να­ζή­τη­ση ἑ­νός στη­ρίγ­μα­τος γιά τόν ὠ­κε­ανό, καί κα­τό­πι ἑ­νός στη­ρίγ­μα­τος γιά τό στή­ριγ­μα αὐ­τό. Αὐ­τή ἡ μέ­θο­δος ἑρ­μη­νεί­ας δέν εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­ητι­κή: πρῶ­τον, δι­ό­τι λύ­νου­με τό πρό­βλη­μά μας μέ τή δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νός ἀ­κρι­βῶς ἀ­νά­λο­γου προ­βλή­μα­το­· καί ἐ­πί­σης γιά ­ἕ­να λι­γό­τε­ρο τυ­πι­κό καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­νο­ρα­τι­κό λό­γο: ὅ­τι σ’ ἕ­να ὅ­ποι­ο­δη­πτε τέ­τοι­ο σύ­στημα στη­ριγ­μά­των ἤ ὑ­πο­στη­λω­μά­των, ἡ ἀ­δυ­να­μί­α ἐ­ξα­σφά­λι­σης σι­γου­ριᾶς σ’ ἕ­να ἀ­πό τά χα­μη­λό­τε­ρα ὑ­πο­στη­λώ­μα­τα θά πρέ­πει νά ὁ­δη­γή­σει στήν κα­τάρρευ­ση ὁ­λό­κλη­ρου τοῦϋ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος.

Ἀ­π’ αὐ­τό βλέ­που­με ἐ­νο­ρα­τι­κά ὅ­τι ἡ στα­θε­ρό­τη­τα το­ῦ κό­σμου δέν μπο­ρεῖ νά ἑ­ξα­σφα­λι­σθεῖΐ ἀ­πό ἕ­να σύ­στη­μα στη­ριγ­μά­των ἤ ὑ­πο­στη­λω­μά­των. Ἀντ’ αὐ­τοῦϋ ὁ Ἀναξίμανδρος ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ἤ δο­μι­κή συμ­με­τρί­α το­ῦ κό­σμου ἡ ὁ­ποί­α βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει κα­νείς ἰ­δι­αί­τε­ρος το­μέ­ας στόν ὁ­ποῖο μπο­ρεῖ νά συμ­βεῖ κά­ποι­α κα­τάρ­ρευ­ση. Ἐφαρμόζει τήν ἀρ­χή ὅ­τι ὅ­που δέν ὑ­πάρ­χουν δι­α­φο­ρές δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει κα­μιά με­τα­βο­λή. Κα­τ’ αὐ­τό τόν τρό­πο ἑρ­μη­νεύ­ει τή στα­θε­ρό­τη­τα τῆς γῆς μέ τήν ἰ­σό­με­τρη ἀ­πό­στα­σή της ἀ­πό ὅ­λα τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα.

Τοῦ­το, φαί­νε­ται, ἦ­ταν τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦϋ Ἀναξίμανδρου. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό νά συ­νει­δη­το­ποι­η­θεῖ ὅ­τι κα­ταρ­γεῖ, μο­λο­νό­τι ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τα συ­νει­δη­τά ἴσως καί ὄ­χι μέ ἀ­πό­λυ­τη συ­νέ­πεια, τήν ἰ­δέ­α μί­ας ἀ­πό­λυ­της κα­τεύ­θυν­σης – τήν ἀ­πό­λυ­τη ἔν­νοι­α τοῦ «ἄ­νω­θεν» καί «κα­τω­θεν». Αὐ­τό δέν εἶ­ναι μό­νο ἀν­τί­θε­το πρός κά­θε ἐμ­πει­ρί­α, ἀλ­λά ἀ­πί­στευ­τα δύ­σκο­λο νά συλ­ληφθεῖ. Ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης τό ἀ­γνό­η­σε, φαί­νε­ται, καί ἀ­κό­μη καί ὁ ἴδιος ὁ Ἀναξίμανδρος δέν τό συ­νέ­λα­βε ἀ­πό­λυ­τα. Δι­ό­τι ἡ ἰ­δέ­α τῆς ἴσης ἀ­πό­στα­σης ἀ­πό ὅ­λα τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα θά­πρε­πε νά τόν εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει στή θε­ω­ρί­α ὅ­τι ἡ γῆ ἔ­χει τό σχῆ­μα τῆς σφαί­ρας. Ἀντ’ αὐ­τοῦ πί­στευ­ε πώς εἶ­χε τό σχῆ­μα τῆς κο­λώ­νας μέ μιά ἐ­πί­πε­δη ἐ­πι­φά­νεια ἐ­πά­νω καί μιά χα­μη­λό­τε­ρα. Ὡστόσο, φαί­νε­ται ὡς ἐ­άν ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση, «περ­πα­τοῦ­με ἐ­πά­νω σέ μί­α ἀ­πό τίς ἐ­πί­πε­δες ἐ­πι­φά­νει­ές της, ἐ­νῶ ἡ ἄλ­λη βρί­σκε­ται στήν ἀν­τί­θε­τη πλευ­ρά», νά πε­ρι­έ­χει ἕ­να ὑ­παι­νιγ­μό ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει κα­μιά ἀ­πό­λυ­τη ἐ­πά­νω ἐ­πι­φά­νεια, ἀλ­λά, ἀν­τί­θε­τα, ἡ ἐ­πι­φά­νεια πά­νω στήν ὁ­ποί­α τυ­χαί­νει νά περ­πα­τᾶ­με εἶ­ναι μί­α πού θά μπο­ρού­σα­με νά ὀ­νο­μά­σου­με ἐ­πά­νω.

Τί ἐμ­πό­δι­σε τόν Ἀναξίμανδρο νά φτά­σει στή θε­ω­ρί­α ὅ­τι ἡ γῆ ἦ­ταν σφαί­ρα μᾶλ­λον, πα­ρά κύ­λιν­δρος; Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α: ἦ­ταν ἡ ἐκ πα­ρα­τη­ρήσε­ως ἐμ­πει­ρί­α πού τόν δί­δα­ξε ὅ­τι ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς γῆς ἦ­ταν, γε­νι­κά, ἐ­πί­πε­δη. Ἔτσι, ἦ­ταν ἕ­να θε­ω­ρη­τι­κό καί κρι­τι­κό ἐ­πι­χεί­ρη­μα, μιά ἀ­φη­ρη­μέ­νη κρι­τι­κή συ­ζή­τη­ση τῆς θε­ω­ρί­ας το­ῦ Θα­λῆ, πού σχε­δόν τόν ὁ­δή­γη­σε στήν ἀ­λη­θι­νή θε­ω­ρί­α το­ῦ σχή­μα­τος τῆς γῆς· καί ἦ­ταν ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης πού τόν ὁ­δή­γη­σε σέ ἐ­σφαλ­μέ­νο δρό­μο.

 

 

V

 

Ὑ­πάρ­χει μιά προ­φα­νής ἀν­τίρ­ρη­ση στήν ἀ­να­ξι­μάν­δρεια θε­ω­ρί­α τῆς συμ­με­τρί­ας σύμ­φω­να μέ τήν ὁ­ποί­α ἡ γῆ βρί­σκε­ται σέ ἴ­ση ἀ­πό­στα­ση ἀ­πό ὅ­λα τά ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Ἡ ἀ­συμ­με­τρί­α τοῦ σύμ­παν­τος μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νά γί­νει ὁ­ρα­τή μέ τήν ὕ­παρ­ξη τού­ϋ ἥ­λιου καί τῆς σε­λή­νης, καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι ὁ ἥ­λιος καί ἡ σε­λή­νη βρί­σκον­ται με­ρι­κές φο­ρές ὄ­χι πο­λύ μα­κριά τό ἕ­να ἀ­πό τ’ ἄλ­λο, ἔ­τσι ὥ­στε νά βρί­σκον­ται στήν αὐ­τή πλευ­ρά τῆς γής, ἐ­νῶ δέν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα στήν ἄλ­λη πλευ­ρά νά τά ἐ­ξι­σορ­ρο­πή­σει. Φαί­νε­ται πώς ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τήν ἀν­τίρ­ρη­ση αὐ­τή σέ μιά ἄλ­λη τολ­μη­ρή θε­ω­ρί­α – τή θε­ω­ρί­α του τῆς κρυμ­μέ­νης φύ­σης τοῦ ἥ­λιου, τῆς σε­λή­νης, καί τῶν ἄλ­λων οὐ­ρά­νι­ων σω­μά­των.

Ὁ­ρα­μα­τί­ζε­ται τούς δα­κτύ­λιους δύ­ο τε­ρά­στι­ων τρο­χῶν ἅ­μα­ξας νά πε­ρι­στρέ­φον­ται γύ­ρω ἀ­πό τή γῆ, ὁ ἕ­νας εἰ­κο­σι­ε­πτά φο­ρές τό μέ­γε­θος τῆς γῆς, ὁ ἄλ­λος δε­κα­ο­κτώ φο­ρές τά μέ­γε­θός της. Κά­θε ἕ­νας ἀ­πό τους δα­κτύ­λιους αὐ­τούς, ἤ τούς στρογ­γυ­λούς σω­λῆ­νες, εἶ­ναι γε­μά­τος φω­τιά, καί ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει μιά ὀ­πή μέ­σω τῆς ὁ­ποί­ας γί­νε­ται ὁ­ρα­τή ἡ φω­τιά. Τίς ὀ­πές αὐ­τές τίς ὀ­νο­μά­ζου­με ἥ­λιο καί σε­λή­νη ἀν­τισ­τοί­χως. Τό ὑ­πό­λοιπο τοῦ τρο­χοῦ εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­το, ­ἴ­σως δι­ό­τι εἶ­ναι σκο­τει­νό (ἤ θαμ­πό) καί μα­κριά. Οἱ στα­θε­ροί ἀ­στέ­ρες (καί ἴσως οἱ πλα­νῆ­τες) εἶ­ναι ἐ­πί­σης ὀ­πές πά­νω σέ τρο­χούς πού βρί­σκον­ται πλη­σι­έ­στε­ρα στή γῆ ἀ­π’ ὅ­τι οἱ τρο­χοί τοῦ ἥ­λιου καί τῆς σε­λή­νης. Οἱ τρο­χοί τῶν στα­θε­ρῶν ἀ­στέ­ρων πε­ρι­στρέ­φον­ται πά­νω σ’ ἕ­να κοι­νό ἄ­ξο­να (τόν ὁ­ποῖο τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζου­με ἄ­ξο­να τῆς γῆς) καί μα­ζί σχη­μα­τί­ζουν μιά σφαί­ρα γύ­ρω ἀ­πό τή γῆ. Ἔτσι τό αἴ­τη­μα τῆς ­ἴ­σης ἀ­πό­στα­σης ἀ­πό τή γῆ (πε­ρί­που) ἱ­κα­νο­ποι­εῖ­ται. Αὐ­τό κά­νει τόν Ἀναξίμανδρο, νά­ναι ἐ­πί­σης ὁ ἱ­δρυ­τής τῆς θε­ω­ρί­ας τῶν σφαι­ρῶν. (Γιά τή σχέ­ση της πρός τούς τρο­χούς ἤ κύ­κλους, βλέ­πε Ἀριστοτέλη πε­ρί Οὐ­ρα­νοῦ, 28 β ὡς 290 β 10).

 

 

VI

 

Δέν ὑ­πάρ­χει κα­μιά ἀ­πο­λύ­τως ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι οἱ θε­ω­ρί­ες τοῦ Ἀναξίμανδρου εἶ­ναι μᾶλ­λον κρι­τι­κές καί θε­ω­ρη­τι­κές πα­ρά ἐμ­πει­ρι­κές: καί θε­ω­ρού­με­νες ὡς προ­σεγ­γί­σεις τῆς ἀ­λή­θειας οἱ κρι­τι­κές καί ἀ­φη­ρη­μενές θε­ω­ρί­ες του τόν ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅτι ἡ ἐμ­πει­ρι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση ἤ ἡ ἀ­να­λο­γί­α.

Ὡστόσο, ­ἕ­νας ὀ­πα­δός τοῦ Βά­κω­νος θά μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­παν­τή­σει, ὅ­τι αὐ­τός ἀ­κρι­βῶς ἐ­ξη­γεῖ για­τί ὁ Ἀναξίμανδρος δέν ἦ­ταν ἐ­πι­στή­μο­νας. Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τός ὁ λό­γος πού μι­λᾶ­με γιά πρώ­ι­μη Ἑλ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φί­α μᾶλ­λον, πα­ρά γιά πρώ­ι­μη Ἑλ­λη­νι­κή ἐ­πι­στή­μη. Ἡ φι­λο­σο­φί­α εἶ­ναι θε­ω­ρη­τι­κή: ὁ κα­θέ­νας τό γνω­ρί­ζει αὐ­τό. Κα­θώς καί ὁ κα­θέ­νας γνω­ρί­ζει πώς ἡ ἐ­πι­στή­μη ἀρ­χί­ζει μό­νο ὅ­ταν ἡ θε­ω­ρη­τι­κή μέ­θο­δος ἀν­τι­κα­θί­στα­ται ἀ­πό τή μέ­θο­δο τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης, καί ὅ­ταν ἡ πα­ρα­γω­γή ἀν­τι­κα­θί­στα­ται ἀ­πό τήν ἐ­πα­γω­γή. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση αὐ­τή, φυ­σι­κά, ὁ­δη­γεῖϊ στή θέ­ση ὅ­τι οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κές θε­ω­ρί­ες θά­πρε­πε νά ὁ­ρί­ζον­ται μέ ἀ­να­φο­ρά στήν πη­γή τους – τήν πη­γή τους στίς πα­ρα­τη­ρή­σεις ἤ στίς ὀ­νο­μα­ζό­με­νες «ἐ­πα­γω­γι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες». Ὡστόσο, πι­στεύ­ω ὅ­τι ἐ­λά­χι­στες – ἄν ὑ­πάρ­χει κα­μια – φυ­σι­κές θε­ω­ρί­ες θά ἐν­τάσ­σον­ταν στόν ὁ­ρι­σμό αὐ­τό. Καί δέν βλέ­πω για­τί τό ἐ­ρώ­τη­μα τῆς πη­γῆς θά­πρε­πε νά­ναι ση­μαν­τι­κό στή σχέ­ση αὐ­τή. Ὅ,τι εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό γύ­ρω ἀ­πό μιά θε­ω­ρί­α εἶ­ναι ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κή της ἰ­σχύς, καί τό κα­τά πό­σον ἀν­τέ­χει τήν κρι­τι­κή καί τίς δο­κι­μα­σί­ες. Τό ἐ­ρώ­τη­μα τῆς πη­γῆς της, τοῦ πῶς ἀ­να­δεί­χθη­κε – ἐ­άν μέ «ἐ­πα­γω­γι­κή δι­α­δι­κα­σί­α» ὅ­πως λέ­γουν με­ρι­κοί, ἤ μέ μιά ἐ­νέρ­γεια ἐ­νό­ρα­σης – μπο­ρε­ῖ νά­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τό βι­ο­γρά­φο το­ῦ ἀν­θρώ­που πού ἐ­πε­νό­ησε τή θε­ω­ρί­α, ἀλ­λά ἔ­χει ἐ­λά­χι­στα νά κά­νει μέ τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή της κα­τά­στα­ση ἤ χα­ρα­κτή­ρα.

 

 

VII

 

Ὅσο γιά τούς Προσωκρατικούς, ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι ἡ πιό τέλεια δυνατή συνέχεια σκέψης μεταξύ τῶν θεωριῶν τους καί τῶν μετέπειτα ἐξελίξεων στή φυσική. Ἄν ὀνομάζονται φιλόσοφοι, ἤ προεπιστήμονες, ἤ ἐπιστήμονες, δέν νομίζω πώς ἔχει μεγάλη σημασία. Ἀλλά ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Ἀναξίμανδρου ἄνοιξε τό δρόμο γιά τίς θεωρίες τοῦ Ἀρίσταρχου, τοῦ Κοπέρνικου, τοῦ Κέπλερ καί τοῦ Γαλιλαίου. Δέν εἶναι ὅτι ἁπλῶς «ἐπηρέασε» αὐτούς τούς μετέπειτα στοχαστές· ἡ «ἐπιρροή» εἶναι μιά κατηγορία πολύ ἐπιφανειακή. Θά τό τοποθετοῦσα μᾶλλον ὡς ἑξῆς: τό ἐπίτευγμα τοῦ Ἀναξίμανδρου εἶναι καθαυτό ἀξιόλογο, ὅπως ἕνα ἔργο τέχνης. Παράλληλα, τό ἐπίτευγμά του κατέστησε δυνατά ἄλλα ἐπιτεύγματα, καί μεταξύ αὐτῶν ἐκεῖνα τῶν μεγάλων ἐπιστημόνων πού ἀναφέραμε.

Ἀλλά δέν εἶναι λανθασμένες οἱ θεωρίες τοῦ Ἀναξίμανδρου, καί ὡς ἐκ τούτου μή – ἐπιστημονικές; Εἶναι λανθασμένες, τό παραδέχομαι· ἀλλά τό ἴδιο συμβαίνει μέ πολλές θεωρίες, βασισμένες πάνω σέ ἀμέτρητα πειράματα, τίς ὁποῖες ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη παραδεχόταν μέχρι τελευταία, καί τῶν ὁποίων τόν ἐπιστημονικό χαρακτήρα δέν θά ὀνειρευόταν κανείς ν’ ἀρνηθεῖ, μολονότι τώρα πιστεύεται πώς ἦταν λανθασμένες. (Ἕνα παράδειγμα εἶναι ἡ θεωρία ὅτι οἱ τυπικές χημικές ἰδιότητες τοῦ ὑδρογόνου ἀνήκουν σ’ ἕνα μόνο εἶδος ἀτόμου — τό ἐλαφρύτερο ἀπ’ ὅλα τά ἄτομα). Ὑπῆρχαν ἱστορικοί ταῆς ἐπιστήμης πού εἶχαν τήν τάση νά θεωροῦν ὡς ἀντεπιστημονικό (ἤ ἀκόμη καί σάν δυσιδαιμονία) ὁποιαδήποτε ἄποψη πού εἶχε πάψει νά ἰσχύει τήν ἐποχή πού ἔγραφαν ἀλλά τοῦτο εἶναι μιά στάση ἀβάσιμη. Μιά λανθασμένη θεωρία μπορεῖ νάναι ἕνα ἐπίτευγμα τόσο σπουδαῖο ὅσο καί μιά ἀληθινή. Καί πολλές λανθασμένες θεωρίες μποροῦν μέ πολλούς τρόπους νά βοηθήσουν· μποροῦν, γιά παράδειγμα, νά εἰσηγηθοῦν μερικές λιγότερο ἤ περισσότερο ριζοσπαστικές μεταβολές, καί μποροῦν νά σταθοῦν ἐρέθισμα στήν κριτική. Ἔτσι ἡ θεωρία τοῦ Θαλῆ ὅτι ἡ γῆ πλέει πάνω στό νερό ξαναεμφανίστηκε μέ μιά τροποποιημένη μορφή στή θεωρία τοῦ Ἀναξιμένη, καί πιό πρόσφατα μέ τή μορφή τῆς θεωρίας τοῦ Wegener περί τῆς κίνησης τῶν ἡπείρων. Τό πῶς ἡ θεωρία τοῦ Θαλῆ προκάλεσε τήν κριτική τοῦ Ἀναξίμανδρου τόχουμε ἤδη ἀναφέρει.

 

Ἡ Ἀναξιμάνδρεια θεωρία εἰσηγήθηκε μιά τρόπο ποιημένη θεωρία – τή θεωρία μίας γήινης σφαίρας, ἐλεύθερα τοποθετημένης στό κέντρο τοῦ σύμπαντος, καί περιβαλλομένης ἀπό σφαῖρες πάνω στίς ὁποῖες ἦσαν τοποθετημένα οὐράνια σώματα. Καί, προκαλώντας τήν κριτική, ὁδήγησε ἐπίσης στή θεωρία ὅτι ἡ λάμψη τῆς σελήνης ὀφείλεται σέ ἀντανάκλαση τοῦ φωτός· στήν πυθαγόρειο θεωρία τοῦ κεντρικοῦ φωτός· καί τελικά στό ἡλιοκεντρικό κόσμο-σύστημα τοῦ Ἀρίσταρχου καί τοῦ Κοπέρνικου.

 

 

VIII

 

Πι­στεύ­ω πῶς οἱ Μι­λή­σιοι, ὅ­πως καί οἱ ἀ­να­το­λι­κοί τους πρό­γο­νοι οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­σέ­λα­βαν τόν κό­σμο ὡς ἀν­τί­σκη­νο, εἶ­δαν τόν κό­σμο ὡς ἕ­να εἶ­δος σπι­τιοῦ, τό σπί­τι κά­θε δη­μι­ουρ­γή­μα­τος – τό σπί­τι μας. Ἔ­τσι δέν ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη ν’ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ κα­νείς γιά ποι­ό λό­γο ὑ­πῆρ­χε. Ἀλ­λά ὑ­πῆρ­χε μιά πραγ­μα­τι­κή ἀ­νάγ­κη νά ἐ­ρευ­νη­θεῖ ἡ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή του. Τά ἐ­ρω­τή­μα­τα γιά τή δο­μή του, τό ἀρ­χι­κό σχέ­διό του καί τό κα­τα­σκευ­α­στι­κό του ὑ­λι­κό συ­νι­στοῦν τά τρί­α κύ­ρια προ­βλή­μα­τα τῆς Μι­λή­σιας κο­σμο­λο­γί­ας. Ἐ­πί­σης, ὑ­πάρ­χει ἕ­να θε­ω­ρη­τι­κό ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τήν ἀρ­χή του, τό ἐ­ρώ­τη­μα τ­ῆς κο­σμο­γο­νί­ας. Νο­μί­ζω πώς τό κο­σμο­λο­γι­κό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν Μι­λη­σί­ων ὑ­πε­ρέ­βαι­νε κα­τά πο­λύ τό κο­σμο­γο­νι­κό τους ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἄν λά­βου­με ὑ­π’ ὄ­ψιν μας τήν ἰ­σχυ­ρή κο­σμο­γο­νι­κή πα­ρά­δο­ση, καί τή σχε­δόν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη τά­ση νά πε­ρι­γρά­φε­ται ἕ­να πράγ­μα, πε­ρι­γρά­φον­τας τό πῶς ἔ­χει κα­τα­σκευ­α­σθεῖΐ, κι ­ἔ­τσι νά ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­νας κο­σμο­λο­γι­κός ἀ­πο­λο­γισμός μέ μιά μορ­φή κο­σμο­γο­νι­κή. Τό κο­σμο­λο­γι­κό ἐν­δι­α­φέ­ρον πρέ­πει νά­ναι πο­λύ ἰ­σχυ­ρό, κα­θώς συγκρί­νε­ται μέ τό κο­σμο­γο­νι­κό, ἄν καί ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς κο­σμο­λο­γι­κῆς θε­ω­ρί­ας εἶ­ναι, ἔ­στω καί με­ρι­κῶς, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­π’ αὐ­τά τά κο­σμο­γο­νι­κό στο­λί­δια.

Πι­στεύ­ω πώς πρῶ­τος ὁ Θα­λῆς συ­ζή­τη­σε τήν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή τοῦΰ κό­σμου [cosmos] — τή δο­μή του, τό ἀρ­χι­κό του σχέ­διο, καί τό κα­τα­σκευ­α­στι­κό ὑ­λι­κό του. Στόν Ἀναξίμανδρο βρί­σκου­με ἀ­παν­τή­σεις καί στά τρί­α ἐ­ρω­τή­μα­τα. Μέ συν­το­μί­α ἔ­χω ἀ­να­φέ­ρει τήν ἀ­πάν­τη­σή του στό ἐ­ρώ­τη­μα τῆς δο­μῆς. Ὅ­σο γιά τό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ ἀρ­χι­κοῦ σχε­δί­ου τοῦ κό­σμου, κι αὐ­τό ἐ­πί­σης τό με­λέ­τη­σε καί τό ἐ­ξέ­θε­σε, κα­θώς μαρ­τυ­ρά­ει ἡ πα­ρά­δο­ση ὅ­τι σχε­δί­α­σε τόν πρῶ­το χάρ­τη τοῦ κό­σμου. Καί, φυ­σι­κά, εἶ­χε μιά θε­ω­ρί­α γιά τό κα­τα­σκευ­α­στι­κό του ὑ­λι­κό – τό «χω­ρίς τέ­λος» ἤ «χω­ρίς ὅ­ρια» ἤ «ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο» ἤ «ἄ­μορ­φο» – τό «ἄ­πει­ρο» [apeirion].

Στόν ἀ­να­ξι­μάν­δρει­ο κό­σμο συ­νέ­βαι­ναν ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν οἱ με­τα­βο­λές. Ὑπῆρχε μιά φω­τιά πού χρει­α­ζό­ταν ἀέ­ρα καί κε­νά γιά ν’ ἀ­να­πνέ­ει, καί τά κε­νά αὐ­τά κα­τά και­ρούς ἔ­φρα­ζαν («βού­λω­ναν»), κι ἔ­τσι ἡ φω­τιά πνι­γό­ταν: τού­τη ἦ­ταν ἡ θε­ω­ρί­α του τῶν ἐ­κλεί­ψε­ων, καί τῶν φά­σε­ων τῆς σε­λή­νης. Ὑ­πῆρ­χαν οἱ ἄ­νε­μοι, πού ἦ­σαν ὑ­παί­τιοι γιά τήν ἀλ­λα­γή τοῦ και­ροῦ. Καί ὑ­πῆρ­χαν οἱ ἀ­τμοί, τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­πο­ξή­ραν­σης τοῦ νε­ροῦ καί τοῦ ἀ­έ­ρα, πού ἦ­ταν ἡ αἰ­τί­α τῶν ἀ­νέ­μων καί τῶν «πε­ρι­στρο­φῶν» τοῦ ἥ­λιου (τά ἡ­λι­ο­στά­σια) καί τῆς σε­λή­νης.

Ἐ­δῶ ἔ­χου­με τόν πρῶ­το ὑ­παι­νιγ­μό οὗ­τι­νος ἐ­πρόκει­το σύν­το­μα νά ἐμ­φα­νι­σθε­ῖ: το­ῦ γε­νι­κοῦ προ­βλή­μα­τος τῆς με­τα­βο­λῆς, πού ἔ­γι­νε τό κεν­τρι­κό πρό­βλη­μα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κο­σμο­λο­γί­ας, καί πού τε­λι­κά ὁ­δή­γη­σε, μέ τό Λεύ­κιπ­πο καί τό Δη­μο­κρι­το, σέ μιά γε­νι­κή θε­ω­ρί­α με­τα­βο­λῆς ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτή ἀ­πό τή σύγ­χρο­νη ἐ­πι­στή­μη σχε­δόν ἀ­πό τήν ἀρ­χή τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να. (Ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε μό­νο μέ τήν ἀ­πο­τυ­χί­α τῶν πει­ρα­μά­των τοῦ Maxwell, ­ἕ­να ἱ­στο­ρι­κό συμ­βάν πού εἶ­χε ἐ­λά­χι­στα πα­ρα­τη­ρη­θεῖ πρίν ἀ­πό τό 1905).

Αὐ­τό τό γε­νι­κό πρό­βλη­μα με­τα­βο­λῆς εἶ­ναι ἕ­να πρό­βλη­μα φι­λο­σο­φι­κό· πράγ­μα­τι στά χέ­ρια το­ῦ Παρ­με­νί­δη καί τοῦ Ζή­νω­να με­τα­στρέ­φε­ται σχε­δόν σέ πρό­βλη­μα λο­γι­κῆς. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ με­τα­βο­λή – δη­λα­δή, λο­γι­κά δυ­να­τή; Πῶς μπο­ρεῖ κά­τι ν’ ἀλ­λά­ξει, χω­ρίς νά χά­νει τήν ταυ­τό­τη­τά του; Ἄν πα­ρα­μέ­νει τό ἴ­διο, δέν ἄλ­λα­ζει· ὡ­στό­σο, ἄν χά­νει τήν ταυ­τό­τη­τά του, τό­τε δέν εἶ­ναι πλέ­ον ἐ­κεῖ­νο τό πράγ­μα πού ἄλ­λα­ξε.

 

 

IX

 

Ἡ συ­ναρ­πα­στι­κή ἱ­στο­ρί­α τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης το­ῦ προ­βλή­μα­τος με­τα­βο­λῆς μοῦ φαί­νε­ται πώς κιν­δυ­νεύ­ει νά θα­φτεῖ τε­λεί­ως, κά­τω ἀ­πό τό με­γά­λο σω­ρό τῶν μι­κρο­λε­πτο­με­ρει­ῶν τῆς κρι­τι­κῆς τῶν κει­μέ­νων. Ἡ ἱ­στο­ρί­α δέν μπο­ρεῖ, φυ­σι­κά, νά εἰ­πω­θεῖ ὁ­λό­κλη­ρη σέ λί­γο χαρ­τί, καί ἀ­κό­μη λι­γώ­τε­ρο σ’ ἕ­να ἀ­πό τά πολ­λά του τμή­μα­τα. Ἀλλά μ’ ἕ­να πο­λύ σύν­το­μο πε­ρί­γραμ­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­κό­λου­θη.

Γιά τόν Ἀναξίμανδρο, ὁ κό­σμος μας, τό κο­σμι­κό μας οἰ­κο­δό­μη­μα, ἦ­ταν, ἁ­πλῶς, ­ἕ­να μέ­σα στήν ἀ­πει­ρί­α κό­σμων – μιά ἀ­πει­ρί­α χω­ρίς σύ­νο­ρα χώ­ρου καί χρό­νου. Αὐ­τό τό σύ­στη­μα κό­σμου ἦ­ταν αἰ­ώ­νιο, καί τό ἴ­διο ἦ­ταν καί ἡ κί­νη­ση. Ἔ­τσι δέν ὑ­πῆρ­χε κα­μιά ἀ­νάγ­κη νά ἑρ­μη­νευ­θεῖϊ ἡ κί­νη­ση, κα­μιά ἀ­νάγ­κη νά προ­σφερ­θεῖ μιά γε­νι­κή θε­ω­ρί­α με­τα­βο­λῆς (μέ τήν ἔν­νοι­α ἑ­νός γε­νι­κοῦ προ­βλή­μα­τος καί μί­ας γε­νι­κῆς θε­ω­ρί­ας με­τα­βο­λῆς πού θά βροῦ­με στόν Ἡράκλειτο· βλέ­πε πα­ρα­κά­τω). Ἀλ­λά ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη νά ἐ­ξη­γη­θοῦν οἱ γνω­στές με­τα­βο­λές πού συμ­βαί­νουν στόν κό­σμο μας. Οἱ πιό προ­φα­νεῖς με­τα­βο­λές – ἡ με­τα­βο­λή τῆς μέ­ρας καί τῆς νύ­χτας, τῶν ἀ­νέ­μων καί τοῦ και­ροῦ, τῶν ἐ­πο­χῶν, ἀ­πό τή σπο­ρά στό θε­ρι­σμό, καί, τῆς ἀ­νά­πτυξης τῶν φυ­τῶν, τῶν ζώ­ων καί τῶν ἀν­θρώ­πων – ὅ­λες συν­δέ­ον­ται μέ τίς ἀν­τι­θέ­σεις τῆς θερ­μο­κρα­σί­ας, μέ τήν ἀν­τί­θε­ση με­τα­ξύ ζε­στοῦ καί κρύ­ου, καί μ’ ἐ­κεί­νη με­τα­ξύ ξε­ροῦ καί ὑ­γροῦ. «Τά ζων­τα­νά πλά­σμα­τα γεν­νή­θη­καν ἀ­πό τήν ἐ­ξα­τμι­ζό­με­νη ἀ­πό τόν ἥ­λιο ὑ­γρα­σί­α», μᾶς λέ­γουν καί τό ζε­στό καί τό κρύ­ο ὀρ­γα­νώ­νουν ἐ­πί­σης τή γέ­νε­ση τοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος τοῦ κό­σμου μας. Τό ζε­στό καί τό κρύ­ο ἦ­σαν ἐ­πί­σης ὑ­πεύ­θυ­να γιά τούς ἀ­τμούς κά τούς ἀ­νέ­μους πού μέ τή σει­ρά τους θε­ω­ροῦν­ται ὡς πα­ρά­γον­τες ὅ­λων σχε­δόν τῶν με­τα­βο­λῶν. Ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης, μα­θη­τής τοῦ Ἀναξίμανδρου καί δι­ά­δο­χός του, ἀ­νέ­πτυ­ξε τίς ἰ­δέ­ες αὐ­τές πο­λύ λε­πτο­με­ρεια­κά. Ὅ­πως ὁ Ἀναξίμανδρος [ἔ­τσι κι αὐτός] ἐν­δι­α­φέρ­θη­κε γιά τίς ἀν­τι­θέ­σεις τοῦ ζε­στοῦ καί τοῦ κρύ­ου, τοῦ ὑ­γροῦ καί το­ῦ ξε­ρο­ῦ, καί ἑρ­μή­νευ­σε τίς με­τα­βά­σεις με­τα­ξύ αὐ­ταῶν τῶν ἀν­τί­θε­των μέ μιά θε­ω­ρί­α συμ­πύ­κνω­σης καί ἀ­ραί­ω­σης. Ὅ­πως καί ὁ Ἀναξίμανδρος [ἔ­τσι κι αὐ­τός], πί­στευ­ε στήν αἰ­ώ­νια κί­νη­ση καί στή δρά­ση τῶν ἀ­νέ­μων καί δέν φαί­νε­ται ἀ­πί­θα­νο ὅ­τι στό ἕ­να ἀ­πό τά δύ­ο κύ­ρια ση­μεῖ­α πα­ρέκ­κλι­σης ἀ­πό τον Ἀναξίμανδρο ὁ­δη­γή­θη­κε μέ τήν κρι­τι­κή τῆς ἰ­δέ­ας ὅ­τι κά­τι πού ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο καί ἄ­μορ­φον (τό ἄ­πει­ρον) μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νά βρί­σκε­ται σέ κί­νη­ση. Ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τό ἄ­πει­ρον μέ τόν ἀ­έ­ρα – κά­τι πού ἦ­ταν σχε­δόν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο καί ἄ­μορ­φο, καί ἀ­κό­μη, σύμ­φω­να μέ τήν πα­λιά θε­ω­ρί­α τοῦ Ἀναξίμανδρου πε­ρί ἀ­τμῶν, ὄ­χι μό­νο ἱ­κα­νός γιά κί­νη­ση ἀλ­λά ὁ κύ­ριος πα­ρά­γον­τας κί­νη­σης καί με­τα­βο­λῆς. Μιά πα­ρό­μοι­α ἐ­νο­ποί­η­ση ἰ­δε­ῶν, κα­τορ­θώ­θη­κε μέ τή θε­ω­ρί­α το­ῦ Ἀ­να­ξι­μέ­νη ὅ­τι «ὁ ἥ­λιος ἀ­πο­τε­λεῖϊ­ται ἀ­πό γῆ, καί ὅ­τι θερ­μαί­νε­ται πο­λύ λό­γω τῆς τα­χύ­τη­τας τῆς κί­νη­σής του». Ἡ ἀν­τι­κα­τά­στα­ση τῆς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­φη­ρη­μένης θε­ω­ρί­ας το­ῦ ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στου ἄ­πει­ρου ἀ­πό τή λι­γό­τε­ρο ἀ­φη­ρη­μέ­νη καί ἐγ­γύ­τε­ρη στόν κοι­νό νοῦ θε­ω­ρί­α τοῦ ἀ­έ­ρα, ται­ριά­ζει μέ τήν ἀν­τι­κα­τά­στα­ση τῆς θαρ­ρα­λέ­ας θε­ω­ρί­ας τῆς στα­θε­ρό­τη­τας τῆς γῆς το­ῦ Ἀναξίμανδρου ἀ­πό μιά ἐγ­γύ­τε­ρη στόν κοι­νό νο­ϋ ἰ­δέ­α ὅ­τι γιά τή γῆ «ἡ ἐ­πί­πε­δη μορ­φή της εἶ­ναι ἡ αἰ­τί­α τῆς στα­θε­ρό­τη­τάς της· δι­ό­τι… κα­λύ­πτει σάν κα­πά­κι τόν ἀ­έ­ρα πού βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­π’ αὐ­τήν». Ἔτσι ἡ γῆ κα­βα­λά­ει τόν ἀέ­ρα ὅπως τό κα­πά­κι ἑ­νός δο­χεί­ου μπο­ρεῖ νά κα­βα­λά­ει στόν ἀ­τμό, ἤ ὅπως ἕ­να κα­ρά­βι μπο­ρεῖ νά κα­βα­λά­ει τό νε­ρό. Τό­σο τό ἐ­ρώ­τη­μα ὅσο καί η ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Θα­λῆ ξα­να­κα­θι­ε­ρώ­νον­ται, καί ὁ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κός ἰ­σχυ­ρι­σμός τοῦ Ἀναξίμανδρου δέν γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τός. Ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­κλεκτι­κός, ἕ­νας συ­στη­μα­τι­κός, ἕ­νας ἐμ­πει­ρι­κός ἄν­θρω­πος μέ κοι­νό νοῦ. Ἀ­πό τους τρεῖς με­γά­λους Μι­λή­σιους εἶ­ναι ὁ λι­γό­τε­ρο πα­ρα­γω­γι­κός σέ ἐ­πα­να­στα­τι­κές και­νούρ­γι­ες ἰ­δέ­ες· εἶ­ναι ὁ λι­γό­τε­ρο σκε­πτό­με­νος φι­λο­σο­φι­κά.

Καί οἱ τρεῖς Μι­λή­σιοι ­ἔ­βλε­παν τόν κό­σμο μας ὅ­πως τό σπί­τι μας. Στό σπί­τι αὐ­τό ὑ­πῆρ­χε κί­νη­ση, ὑ­πῆρ­χε ἀλ­λα­γή, ὑ­πῆρ­χε ζε­στό καί κρύ­ο, φω­τιά καί ὑ­γρα­σί­α. Ὑπῆρχε φω­τιά στό τζά­κι καί πάν­ω σ’ αὐ­τό ὑ­πῆρ­χε μιά χύ­τρα μέ νε­ρό. Τό σπί­τι ἦ­ταν ἐ­κτε­θει­μέ­νο στούς ἀ­νέ­μους καί, σί­γου­ρα, ἔ­κα­νε λί­γο ρεῦ­μα· ἀλ­λά ἦ­ταν σπί­τι, καί τοῦ­το σή­μαι­νε ἀ­σφά­λεια καί στα­θε­ρό­τη­τα κά­ποι­ου εἴ­δους. Γιά τόν Ἡράκλειτο ὅμως­τό σπί­τι εἶ­χε πά­ρει φω­τιά.

Στόν κό­σμο τοῦ Ἡρακλείτου δέν ὑ­πῆρ­χε κα­μιά στα­θε­ρό­τη­τα. «Τά πάν­τα βρί­σκον­ται ἐν ροῇ, καί τί­πο­τα δέν εἶ­ναι ἐν ἠ­ρε­μίᾳ». Τά πόν­τα βρί­σκον­ται ἐν ρο­ή, ἀ­κό­μη καί οἱ δο­κοί, ἡ ξυ­λεί­α, τό οἰ­κο­δο­μι­κό ὑ­λι­κό ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται ὁ κό­σμος: γῆς καί βρά­χοι, ἤ ὁ μπροῦν­τζος ἑ­νός λέ­βη­τα – ὅ­λα βρί­σκον­ται ἐν ροῇ. Οἱ δο­κοί σα­πί­ζουν, ἡ γῆ πα­ρα­σύ­ρε­ται ἀ­πό τά νε­ρά καί τούς ἀ­νέ­μους, οἱ ­ἴ­διοι οἱ βρά­χοι σχί­ζον­ται καί ἐ­ξα­σθε­νοῦν, ὁ μπροῦν­τζος τοῦ λέ­βη­τα γί­νε­ται πρά­σι­νη πα­τί­να, ἡ σκου­ριά τοῦ χαλ­κοῦ: «Ὅ­λα τά πράγ­μα­τα βρί­σκον­ται σέ κί­νη­ση πάν­το­τε, ἀ­κό­μη κι ἄν… αὐ­τό δι­α­φεύ­γει ἀ­πό τίς αἰ­σθή­σεις μας», ὁπως τό ἐ­ξέ­φρα­σε ὁ Ἀριστοτέλης. Ἐκεῖνοι πού δέν γνω­ρί­ζουν καί δέν σκέ­πτον­ται πι­στεύ­ουν πώς μό­νο τά καύ­σι­μα καί­γον­ται, ἐ­νῶ τό δο­χεῖ­ο μέ­σα στό ὁ­ποῖο καί­γον­ται (cf. DK, Α4) πα­ρα­μέ­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το· δι­ό­τι δέν βλέ­που­με τό δο­χεῖ­ο νά καί­γε­ται. Καί ὡ­στό­σο καί­γε­ται· τρώ­γε­ται ἀ­πό τή φω­τιά πού πε­ρι­έ­χει. Δέν βλέ­που­με τά παι­διά μας νά με­γα­λώ­νουν καί ν’ ἀλ­λά­ζουν καί νά γερ­νᾶ­νε, ὡ­στό­σο γί­νε­ται.

Ἔτσι δέν ὑ­πάρ­χουν συμ­πα­γῆ σώ­μα­τα. Τά πράγ­μα­τα δέν εἶ­ναι πράγ­μα­τι πράγ­μα­τα, εἶ­ναι δι­α­δι­κα­σί­ες, εἶ­ναι ἐν ροῇ. Εἶ­ναι ὅπως ἡ φω­τιά, ὅπως μιά φλό­γα ἡ ὁ­ποί­α, μο­λο­νό­τι μπο­ρεῖ νά ἔ­χει ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο σχῆ­μα, εἶ­ναι μιά δι­α­δι­κα­σί­α, μιά ρο­ή ὑ­λι­κοῦ, ­ἕ­νας πο­τα­μός. Ὅ­λα τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι φλό­γες: ἡ φω­τιά εἶ­ναι τό ἴδιο τό οἰ­κο­δο­μι­κό ὑ­λι­κό τοῦ κό­σμου μας· καί ἡ προ­φα­νής συμ­πά­γεια τῶν πραγ­μά­των ὀ­φεί­λε­ται ἁ­πλῶς στούς νό­μους, στά μέ­τρα, στά ὁ­ποῖα ὑ­πό­κειν­ται οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες το­ῦ κό­σμου μας.

Αὐ­τή πι­στεύ­ω εἶ­ναι ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ Ἡράκλειτου· τό «μή­νυ­μά» του εἶ­ναι ὁ «ἀ­λη­θής λό­γος», τόν ὁ­ποῖο ὀ­φεί­λου­με ν’ ἀ­κού­σου­με: «Ἀ­κού­γον­τας ὄ­χι ἐ­μέ­να ἀλ­λά τόν ἀ­λη­θή λό­γο, εἶ­ναι σο­φό νά πα­ρα­δέ­χε­ται κα­νείς ὅτι ὅλα τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἕ­να»: εἶ­ναι μιά αἰ­ώ­νια φω­τιά, πού φουν­τώ­νει μέ μέ­τρο καί σβή­νει μέ μέ­τρο».

Γνω­ρί­ζω πο­λύ κα­λά ὅτι ἡ πα­ρα­δο­σια­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς φι­λο­σο­φί­ας το­ῦ Ἡράκλειτου πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἐ­δῶ, δέν εἶ­ναι γε­νι­κῶς ἀ­πο­δε­κτή πρός τό πα­ρόν. Οἱ κρι­τι­κοί ὅμως δέν ἔ­χουν βά­λει τί­πο­τα στή θέ­ση της – τί­πο­τα, δη­λα­δή, φι­λο­σο­φι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος. Θά συ­ζη­τή­σω ἐν συν­το­μί­α πα­ρα­κά­τω τή νέ­α τους ἑρ­μη­νεί­α. Ἐ­δῶ, θέ­λω μό­νο νά το­νί­σω ὅτι ἡ φι­λο­σο­φί­α τοῦ Ἡράκλειτου, προ­κα­λών­τας τή σκέ­φη, τό λό­γο, τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα, τή λο­γι­κή, καί ἐ­πι­ση­μαί­νον­τας ὅτι ζοῦ­με σ’ ἕ­να κό­σμο πραγ­μά­των τῶν ὁ­ποί­ων οἱ ἀλ­λα­γές δι­α­φεύ­γουν τῶν αἰ­σθή­σε­ών μας, μο­λο­νό­τι γνω­ρί­ζου­με ὅτι ἀλ­λά­ζουν, δη­μι­ούρ­γη­σε δύ­ο νέ­α προ­βλή­μα­τα – τό πρό­βλη­μα τῆς ἀλ­λα­γῆς καί τό πρό­βλη­μα τῆς γνώ­σε­ως. Τά προ­βλή­μα­τα αὐ­τά ὑ­πῆρ­ξαν τά πε­ρισ­σό­τε­ρον ἐ­πεί­γον­τα καί­τοι ὀ δι­κός του λό­γος πε­ρί ἀλ­λα­γῆς ἦ­ταν δύ­σκο­λο νά κα­τα­νο­η­θεῖ. Τοῦ­το ὄμως, πι­στεύ­ω, ὀ­φεί­λε­ται στό γε­γο­νός ὅτι εἶ­δε κα­θα­ρό­τε­ρα ἀ­πό τους προ­η­γού­με­νούς του τίς δυ­σκο­λί­ες πού ἐμ­πλέ­κον­ται μέ­σα σ’ αὐ­τή κα­θαυ­τή τήν ἰ­δέ­α τῆς ἀλ­λα­γῆς.

Δι­ό­τι ὅλη ἡ ἀλ­λα­γή εἶ­ναι ἡ ἀλ­λα­γή κά­τιν­ος: ἡ ἀλ­λα­γή προ­ϋ­πο­θέ­τει κά­τι πού ἀλ­λά­ζει. Προ­ϋ­πο­θέ­τει δέ ὅτι, ἐ­νῶ ἀλ­λά­ζει, τό κά­τι αὐ­τό πρέ­πει νά πα­ρα­μέ­νει τό ἴδιο. Μπο­ρεῖ νά λέ­με ὅ­τι ἕ­να πρά­σι­νο φύλ­λο ἀλ­λά­ζει ὅταν κι­τρι­νί­ζει· δέν λέ­με ὅμως ὅ­τι τό πρά­σι­νο φύλ­λο ἀλ­λά­ζει ὅταν τό ἀν­τι­κα­θι­στο­ῦ­με μέ ἕ­να κί­τρι­νο φύλ­λο. Εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κό στήν ἰ­δέ­α τῆς ἀλ­λα­γῆς ὅ­τι τό πράγ­μα πού ἀλ­λά­ζει δι­α­τη­ρεῖ τήν ταυ­τό­τη­τά του ἐ­νῶ ἀλ­λά­ζει. Καί ὡ­στό­σο πρέ­πει νά γί­νει κά­τι ἄλ­λο: ἦ­ταν πρά­σι­νο, καί γί­νε­ται κί­τρι­νο· ἦ­ταν χλω­ρό, καί γί­νε­ται ξε­ρό· ἦ­ταν ζε­στό καί γί­νε­ται κρύ­ο.

Ἔτσι, κά­θε ἀλ­λα­γή εἶ­ναι ἡ με­τά­βα­ση ἑ­νός πράγ­μα­τος σέ κά­τι μέ, κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο, ἀν­τί­θε­τες ποι­ό­τη­τες (ὅ­πως εἶ­χαν δεῖϊ ὁ Ἀναξιμένης καί ὁ Ἀναξίμανδρος). Καί ὡ­στό­σο, ἐ­νῶ με­τα­βάλ­λε­ται, τό με­τα­βαλ­λό­με­νον πράγ­μα πρέ­πει νά πα­ρα­μέ­νει ταυ­τό­ση­μο μέ τόν ἑ­αυ­τό του.

Αὐ­τό εἶ­ναι τό πρό­βλη­μα τῆς ἀλ­λα­γῆς. Ὁδήγησε τόν Ἡ­ρά­κλει­το σέ μιά θε­ω­ρί­α (με­ρι­κῶς προ­κα­τα­λαμ­βά­νον­τας τόν Παρ­με­νί­δη) ἡ ὁ­ποί­α δι­α­κρί­νει με­τα­ξύ πράγμα­τι­κό­τη­τος καί ἐμ­φα­νί­σε­ως. «Ἡ πραγ­μα­τι­κή φύ­ση τῶν πραγ­μά­των θέ­λει νά κρύ­βε­ται. Μιά ἀ­φα­νής ἁρ­μονί­α εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἀ­πό μιά ἐμ­φα­νῆ». Τά πράγ­μα­τα φαι­νο­με­νι­κῶς (καί γιά μᾶς) εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τα, ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (καί γιά τό Θε­ό) εἶ­ναι τά ἴ­δια.

Ζω­ή καί θά­να­τος, ξύ­πνιος καί κοι­μι­σμέ­νος, νέ­ος καί γέ­ρος, ὅλα αὐ­τά εἶ­ναι τά ἴ­δια… δι­ό­τι τό ἕ­να πε­ρι­στρε­φό­με­νο εἶ­ναι τό ἄλ­λο, τό ἄλ­λο δέ πε­ρι­στρε­φό­με­νο εἶ­ναι τό πρῶ­το… Τό μο­νο­πά­τι πού ὁ­δη­γεῖ πρός τά πά­νω καί τό μο­νο­πά­τι πού ὁ­δη­γεῖ πρός τά κά­τω εἶ­ναι τό ἴδιο μο­νο­πά­τι… Τό κα­λό καί τό κα­κό εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μα… Γιά τό Θε­ό ὅλα τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ὡ­ραῖ­α καί κα­λά καί δί­και­α, οἱ ἄν­θρω­ποι ὅμως θε­ω­ροῦν δε­δο­μέ­νο ὅτι με­ρι­κά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἄ­δι­κα καί ἄλ­λα ὅτι εἶ­ναι δί­και­α… Δέν εἶ­ναι στή φύ­ση ἤ στό χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἀν­θρώ­που νά κα­τέ­χει τήν ἀ­λη­θή γνώ­ση, ἐ­νῶ εἶ­ναι στή θεί­α φύ­ση.

Ἔτσι, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (καί γιά τό Θε­ό) τά ἀν­τί­θε­τα εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μα· μό­νο στόν ἄν­θρω­πο ἐμ­φα­νί­ζον­ται ὡς μή-ταυ­το­τι­κά. Καί ὅ­λα τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἕ­να – εἶ­ναι ὅ­λα μέ­ρος τῆς πο­ρεί­ας το­ῦ κό­σμου, τῆς αἰ­ώ­νιας φω­τιᾶς.

Ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τή τῆς ἀλ­λα­γῆς ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τόν «ἀ­λη­θή λό­γο», τή λο­γι­κή· τί­πο­τα δέν εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο πραγ­μα­τι­κό γιά τόν Ἡράκλειτο ἀ­πό τήν ἀλ­λα­γή. Ὡστόσο, τό δόγ­μα του γιά τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ κό­σμου, γιά τήν ταυ­τό­τη­τα τῶν ἀν­τί­θε­των καί γιά τό φαι­νό­με­νο καί τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πει­λεῖ τό δόγ­μα του τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς ἀλ­λα­γῆς.

Δι­ό­τι ἀλ­λα­γή εἶ­ναι ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πό τό ἕ­να ἀν­τί­θε­το στό ἄλ­λο. Ἔ­τσι, ἄν στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τά ἀν­τί­θε­τα εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μα, μο­λο­νό­τι ἐμ­φα­νί­ζον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά, τό­τε ἡ ἴδια ἡ ἀλ­λα­γή θά μπο­ροῦ­σε νά­ναι μό­νο φαι­νο­με­νι­κή. Ἄν στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, καί γιά τό Θε­ό, ὅ­λα τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἕ­να, θά μπο­ροῦ­σε, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, νά μήν ὑ­πάρ­χει κα­μιά ἀλ­λα­γή.

Ἡ συ­νέ­πεια αὐ­τή σκι­α­γρα­φή­θη­κε ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη, τό μα­θη­τή (κα­τά τόν Burnet καί ἄλ­λους) το­ῦ μο­νο­θε­ϊ­στή Ξε­νο­φά­νη ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­πε πε­ρί τοῦ ἑ­νός Θε­ο­ῦ: «Πα­ρα­μέ­νει πάν­το­τε στήν αὐ­τή θέ­ση, δέν κι­νεῖ­ται πο­τέ. Δέν ἁρ­μό­ζει. Αὐ­τός νά πη­γαί­νει σέ δι­α­φο­ρε­τι­κές θέ­σεις κα­τά δι­α­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους… Δέν εἶ­ναι κα­τά κα­νέ­να τρό­πο ­ἴ­διος μέ τούς θνη­τούς, οὔ­τε κα­τά τό σῶ­μα οὔ­τε κα­τά τή σκέ­ψη».

Ὅ μαθητής τοῦ Ξενοφάνη, Παρμενίδης, δίδαξε ὅτι ὁ πραγματικός κόσμος ἦταν ἕνας, καί ὅτι παρέμενε πάντοτε στήν αὐτή θέση, μή μετακινούμενος ποτέ. Δέν ἅρμοζε νά πηγαίνει σέ διαφορετικές θέσεις κατά διαφορετικούς χρόνους. Δέν ἐμοίαζε κατά κανένα τρόπο μ’ ὅτι ἐμφανίζονταν πῶς εἶναι στούς θνητούς. Ὁ κό­σμος ἦ­ταν ­ἕ­νας, ἕ­να ἀ­δι­αί­ρε­το ὅλο, χω­ρίς μέ­ρη, ὁ­μοι­ο­γε­νές καί ἀ­κί­νη­το: ἥ κί­νη­ση ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τη σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο κό­σμο. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δέν ὑ­πῆρ­χε κα­μιά ἀλ­λα­γή. Ὁ κό­σμος τῆς ἀλ­λα­γῆς ἦ­ταν μιά αὐ­τα­πά­τη.

Ὁ Παρ­με­νί­δης βά­σι­ζε τή θε­ω­ρί­α αὐ­τή μί­ας ἀ­με­τάβλη­της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας πά­νω σέ κά­τι πού μοιά­ζει μέ λο­γι­κή ἀ­πό­δει­ξη· μιά ἀ­πό­δει­ξη πού μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς ἀ­πορ­ρέ­ου­σα ἀ­πό μιά καί μό­νη προ­κεί­μενη: «Ὅ,τι δέν εἶ­ναι, δέν εἶ­ναι». Ἀπ’ αὐ­τό μπο­ροῦ­με ν’ ἀν­τλή­σου­με ὅτι τό τί­πο­τα – ἐ­κεῖ­νο πού δέν εἶ­ναι – δέν ὑ­πάρ­χει· ἕ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα τό ὁ­ποῖο ὁ Παρ­με­νί­δης δι­ερ­μη­νεύ­ει γιά νά πεῖ ὅτι τό κε­νό δέν ὑ­πάρ­χει. Ἔτσι, ὁ κό­σμος εἶ­ναι πλή­ρης: συ­νί­στα­ται ἀ­πό ἕ­να ἀ­δι­αί­ρε­το ὀγ­κό­λι­θο, ἐ­φ’ ὅσόν κά­θε χω­ρι­σμός σέ μέ­ρη θά μπο­ροῦ­σε νά ὀ­φεί­λε­ται μό­νο στό χω­ρι­σμό τῶν με­ρῶν ἀ­πό τό κε­νό. (Αὐ­τή εἶ­ναι «ἡ ἀ­πό­λυ­τα σφαι­ρι­κή ἀ­λή­θεια» τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψε ἡ θε­ά στόν Παρ­με­νί­δη). Στόν πλή­ρη αὐ­τό κό­σμο δέν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιά κί­νη­ση.

Μό­νον ἡ πα­ρα­πλα­νη­τι­κή πί­στη στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῶν ἀν­τί­θε­των – ἡ πί­στη ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει μό­νο αὐ­τό πού εἶ­ναι ἀλ­λά ἐ­πί­σης καί αὐ­τό πού δέν εἶ­ναι – ὁ­δη­γεῖ στήν αὐ­τα­πά­τη ἑ­νός κό­σμου ἀλ­λα­γῆς.

Ἡ θε­ω­ρί­α το­ῦ Παρ­με­νί­δη μπο­ρεῖ νά πε­ρι­γραφεῖ ὡς ἡ πρώ­τη ὑ­πο­θε­τι­κό-ἀ­πα­γω­γι­κή θε­ω­ρί­α τοῦ κό­σμου. Οἱ ἀ­το­μι­σταί τήν προ­σέ­λα­βαν ἔ­τσι· καί βε­βαί­ω­ναν ὅτι ἀ­ναι­ρεῖΐ­ται ἀ­πό τήν ἐμ­πει­ρί­α, ἀ­φοῦ ἡ κί­νη­ση πράγ­μα­τι ὑ­πάρ­χει. Δε­χό­με­νοι τήν τυ­πι­κή ἰ­σχύ τοῦ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος τοῦ Παρ­με­νί­δη, συ­νε­πέ­ρα­ναν ἀ­πό τό ἐ­σφαλ­μέ­νο πό­ρι­σμά του τήν ἐ­σφαλ­μέ­νη του προ­κεί­με­νη. Αὐ­τό ὅμως σή­μαι­νε ὅτι τό τί­πο­τα – τό κε­νό, ἤ ἄ­δει­ο δι­α­στη­μα – ὑ­πῆρ­χε. Συ­νε­πῶς δέν ὑ­πῆρ­χε τώ­ρα κα­μια ἀ­νάγ­κη ν­ά θε­ω­ροῦ­με δε­δο­μέ­νο ὅ­τι «αὐ­τό πού εἶ­ναι» – τό πλῆ­ρες, αὐ­τό πού πλη­ρεῖ κά­ποι­ο μέ­ρος το­ῦ χώ­ρου – δέν εἶ­χε μέ­ρη – δι­ό­τι τά μέ­ρη του θά μπο­ροῦ­σαν τώ­ρα νά χω­ρι­σθοῦν ἀ­πό τό κε­νό. Ἔ­τσι, ὑ­πάρ­χουν πολ­λά μέ­ρη, τό κα­θέ­να ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι «πλῆ­ρες»: ὑ­πάρ­χουν πλή­ρη σω­μα­τί­δια στόν κό­σμο, χω­ρι­σμέ­να ἀ­πό τόν ἄ­δει­ο χῶ­ρο, καί ἱ­κα­νά νά κι­νη­θοῦν στόν ἄ­δει­ο χῶ­ρο, πού τό κα­θέ­να ἀ­π’ αὐ­τά εἶ­ναι «πλῆ­ρες», ἀ­κέ­ραι­ο, ἀ­δι­αί­ρε­το καί ἀ­με­τά­βλη­το. Ἔ­τσι ὅ,τι ὕ­πάρ­χει εἶ­ναι ἄ­το­μα καί τό κε­νό. Μ’ αὐ­τό τόν τρό­πο οἱ ἀ­το­μι­σταί ἔ­φθα­σαν στή θε­ω­ρί­α τῆς ἀλ­λα­γῆς – μιά θε­ω­ρί­α πού κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη ὡς τό 1900. Εἶ­ναι ἡ θε­ω­ρί­α ὅ­τι κά­θε ἀλ­λα­γή, καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως κά­θε ποι­ο­τι­κή ἀλ­λα­γή, πρέ­πει νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ἀ­πό τήν ἐν χώ­ρῳ κί­νη­ση τῶν ἀ­με­τά­βλη­των σω­μα­τι­δί­ων ὕλης – ἀ­πό ἄ­το­μα κι­νού­με­να στό κε­νό.

Τό ἑ­πό­με­νο με­γά­λο βῆ­μα στήν κο­σμο­λο­γί­α μας καί στή θε­ω­ρί­α τῆς ἀλ­λα­γῆς ἔ­γι­νε ὅ­ταν ὁ Maxwell, ἀ­να­πτύσ­σον­τας ὁ­ρι­σμέ­νες ἰ­δέ­ες τοῦ Faraday, ἀν­τι­κατέ­στη­σε τή θε­ω­ρί­α αὐ­τή μέ μιά θε­ω­ρί­α ἀλ­λα­γῆς τῶν ἐν­τά­σε­ων τῶν πε­δί­ων.

Σκι­α­γρά­φη­σα τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Προ­σω­κρα­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἀλ­λα­γῆς, ὅ­πως τή βλέ­πω ἐ­γώ. Φυ­σι­κά ἔ­χω ὑ­π’ ὄ­ψη μου τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ ἱ­στο­ρί­α μου (ἡ ὁ­ποί­α βα­σί­ζε­ται στόν Πλά­τω­να, τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη καί τή δο­ξο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση) συγ­κρού­ε­ται σέ πολ­λά ση­μεῖ­α μέ τίς ἀ­πό­ψεις με­ρι­κῶν εἰ­δι­κῶν, Ἄγ­γλων κα­θώς καί Γερ­μα­νῶν, καί εἰ­δι­κά μέ τίς ἀ­πό­ψεις ποῦ ἐκ­φρά­ζουν οἱ G.S. Kirk καί J.E. Raven στό βι­βλί­ο τούς The Presocratic Philosophers, 1957. Φυ­σι­κά, δέν μπο­ρῶ να ἐ­ξε­τά­σω ἐ­δῶ λε­πτο­με­ρῶς τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά τους, καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως τίς λε­πτο­με­ρεῖς ἐ­ξη­γή­σεις τους τῶν δι­α­φό­ρων χω­ρί­ων με­ρι­κές ἀ­πό τίς ὁ­ποῖ­ες σχε­τί­ζον­ται μέ τίς δι­α­φο­ρές με­τα­ξύ τῶν δι­κῶν τούς ἑρ­μη­νει­ῶν καί τῆς δι­κῆς μου. (Βλέ­πε, γιά πα­ρά­δειγ­μα, τή συ­ζή­τη­ση Kirk καί Raven στό ἐ­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σον ὑ­πάρ­χει ἀ­να­φο­ρά το­ῦ Ἡράκλειτου στόν Παρ­με­νί­δη· cf. τή ση­μεί­ω­σή τους 1 στίς σσ. 193 καί ἔπ., καί σήμ. 1 στή σ. 272). Θέ­λω ὅμως νά πῶ ὅ­τι ἐ­ξέ­τα­σα τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά τους καί τά βρῆ­κα μή πει­στι­κά καί συ­χνά ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ρά­δεκτά.

Θ’ ἀ­να­φέ­ρω ἐ­δῶ μό­νο με­ρι­κά ση­μεῖ­α ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στόν Ἡράκλειτο (μο­λο­νό­τι ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἴσης σπου­δαι­ό­τη­τας, ὅ­πως τά σχό­λιά τους στόν Παρ­με­νί­δη).

Ἡ πα­ρα­δο­σια­κή ἄ­πο­ψη, σύμ­φω­να μέ τήν ὁ­ποί­α τό κεν­τρι­κό δόγ­μα τοῦ Ἡράκλειτου ἦ­ταν ὅ­τι ὅ­λα τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἐν ροῇ, πο­λε­μή­θη­κε ἀ­πό τόν Burnet πρίν ἀ­πό σα­ράν­τα χρό­νια. Τό κύ­ριο ἐ­πι­χεί­ρη­μά του (τό ὁ­ποῖϊ­ο συ­ζή­τη­σα ἐν ἐ­κτά­σει στή ση­μεί­ω­ση 2 τοῦ κέφ. 2 τῆς Open Society) ἦ­ταν ὅ­τι ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἀλ­λα­γῆς δέν ἦ­ταν νέ­α, καί ὅ­τι μό­νο ἕ­να και­νούρ­γιο μή­νυ­μα θά μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ξη­γή­σει τήν ἐ­πι­τα­κτι­κό­τη­τα μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ­μι­λεῖ ὁ Ἡράκλειτος. Τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα αὐ­τό ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πό τους Kirk καί Raven ὅ­ταν γρά­φουν (σσ. 186 καί ἔπ.): «Ὅ­λοι ὅ­μως οἱ Προ­σω­κρατι­κοί στο­χα­σταί ἦ­ταν κα­τά­πλη­κτοι ἀ­πό τήν κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς ἀλ­λα­γῆς στόν κό­σμο τῆς ἐμ­πει­ρί­ας μας». Γύ­ρω ἀ­πό τήν τά­ση αὐ­τή ἔ­λε­γα στό βι­βλί­ο μου Open Society: Ἐ­κεῖ­νοι οἱ ὁ­ποῖ­οι εἰ­ση­γο­ῦν­ται… ὅ­τι τό δόγ­μα τῆς κα­θο­λι­κῆς ρο­ῆς δέν ἦ­ταν νέ­ο…, αἰ­σθά­νο­μαι, πώς εἶ­ναι ἀ­θέ­λη­τοι μάρ­τυ­ρες τῆς γνη­σι­ό­τη­τας τοῦ Ἡράκλειτου, διότι, τώρα, μετά από 2400 χρόνια, δεν κα­τα­φέρ­νουν νά συλ­λά­βουν τό κύ­ριο ση­μεῖ­ο του». Μέ λί­γα λό­για, δέν βλέ­πουν τή δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στό μή­νυ­μα τῶν Μι­λη­σί­ων «ὑ­πάρ­χει μιά φω­τιά στό σπί­τι», καί τό κά­πως ἐ­πι­τα­κτι­κό­τε­ρο μή­νυ­μα τοῦ Ἡρακλείτου «τό σπί­τι καί­γε­ται». Μιά σι­ω­πη­ρή ἀ­πάν­τη­ση στήν κρι­τι­κή αὐ­τή μπο­ρεῖ νά βρεῖ κα­νείς στή σ. 197 τοῦ βι­βλί­ου τῶν Kirk καί Raven, ὅ­που γρά­φουν: «Μπο­ρεῖ, πράγ­μα­τι, νά σκέ­φθη­κε ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὅ­τι ­ἕ­νας βρά­χος ἤ ἕ­νας μπρού­τζι­νος λέ­βης, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ὑ­φί­στα­το συ­νε­χῶς ἀ­ό­ρα­τες ἀλ­λα­γές το­ῦ ὑ­λι­κοῦ; Ἴσως – τί­πο­τε ὅ­μως δέν λέ­ει στά σω­ζό­με­να ἀ­πο­σπάσμα­τα ὅ­τι τό σκέ­φθη­κε». Εἶ­ναι ὅ­μως ἔ­τσι; Τά σω­ζό­με­να ἀ­πο­σπά­σμα­τα το­ῦ Ἡράκλειτου γύ­ρω ἀ­πό τή φω­τιά (Kirk καί Raven, Ἀ­πό­σπ. 220-2) ἑρ­μη­νεύ­ον­ται ἀ­πό τους ἴ­διους τους Kirk καί Raven ὡς ἑ­ξῆς (σ. 200): «Ἡ φω­τιά εἶ­ναι ἡ ἀρ­χε­τυ­πι­κή μορ­φή τῆς ὕλης». Τώ­ρα, δέν εἶ­μαι δι­ό­λου σί­γου­ρος τί ση­μαί­νει ἐ­δῶ «ἀρ­χε­τυ­πι­κή» (ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἔ­χον­τας ὑ­π’ ὄ­φιν το γε­γο­νός ὅ­τι λί­γες γραμ­μές πιό κά­τω δι­α­βά­ζου­με, «Κο­σμο­γο­νί­α… δέν πρό­κει­ται νά βρε­θεῖ στόν Ἡ­ρά­κλει­το»). Ἀλ­λά ὁ­τι­δή­πο­τε καί νά ση­μαί­νει «ἀρ­χε­τυ­πι­κόν», εἶ­ναι σα­φές ὅ­τι σέ μιά πε­ρί­πτω­ση γί­νε­ται δε­κτό ὅ­τι ὁ Ἡράκλειτος λέ­ει στά σω­ζό­με­να ἀ­πο­σπά­σμα­τα ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ὕλη εἶ­ναι κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο (εἴ­τε ἀρ­χε­τυ­πι­κῶς εἴ­τε ἄλ­λως) φω­τιά, καί λέ­ει ἐ­πί­σης ὅ­τι ὅ­λη ἡ ὕ­λη, ὅ­πως ἡ φω­τιά, εἶ­ναι μιά πο­ρεί­α· αὐ­τή ἀ­κρι­βῶς ἡ θε­ω­ρί­α εἶ­ναι πού δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται στόν Ἡράκλειτο ἀ­πό τους Kirk καί Raven.

Ἀ­μέ­σως με­τά, ἀ­φοῦ ποῦν ὅ­τι «τί­πο­τα στά σω­ζό­με­να ἀ­πο­σπά­σμα­τα δέν εἰ­ση­γεῖ­ται» ὅ­τι ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος πί­στευ­ε στίς συ­νε­χεῖς ἀ­ό­ρα­τες ἀλ­λα­γές, οἱ Kirk καί Raven κά­νουν τήν ἀ­κό­λου­θη με­θο­δο­λο­γι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση: «Δέν μπο­ρεῖ νά το­νι­σθεῖ μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση ὅ­τι [στά κεί­με­να] πρίν ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη καί τήν ἐμ­φα­νῆ ἀ­πό­δει­ξή του δτί οἱ αἰ­σθή­σεις ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς πα­ρα­πλα­νη­τι­κές… κα­τά­φω­ρες ἀ­πο­μα­κρύν­σεις ἀ­πό τόν κοι­νό νοῦ πρέ­πει νά­ναι ἀ­πο­δε­κτές μό­νον ὅταν ἡ μαρ­τυ­ρί­α γι’ αὐ­τές εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἰ­σχυ­ρή». Αὐ­τό προ­ο­ρί­ζε­ται νά ση­μαί­νει ὅ­τι τό δόγ­μα πε­ρί τῶν σω­μά­των (οἱα­σδήπο­τε οὐ­σί­ας) πού ὑ­φί­σταν­ται στα­θε­ρῶς ἀ­ό­ρα­τες ἀλ­λα­γές ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει μιά κα­τά­φω­ρη ἀ­πο­μά­κρυνση ἀ­πό τόν κοι­νό νοῦ, μιά ἀ­πο­μά­κρυν­ση πού δέν ὀ­φεί­λει κα­νείς νά πε­ρι­μέ­νει στόν Ἡράκλειτο.

Ἀλλά γιά ν’ ἀ­να­φέ­ρω τόν Ἡράκλειτο: «Αὐ­τός ­πού δέν προσ­δο­κᾶ τό ἀ­προσ­δό­κη­το δέν θά τό ἐν­το­πί­σει: θά μεί­νει γι’ αὐ­τόν ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το καί ἀ­πλη­σί­α­στο» (DK. Β 18). Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῶν Kirk καί Raven εἶ­ναι σέ πολ­λά ἐ­πί­πε­δα ἄ­κυ­ρο. Πο­λύ πρίν ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη βρί­σκου­με ἰ­δέ­ες πο­λύ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες ἀ­πό τόν κοι­νό νοῦ στούς Ἀναξίμανδρο, Πυ­θα­γό­ρα, Ξε­νο­φά­νη καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως στόν Ἡ­ρά­κλει­το. Πράγ­μα­τι ἡ εἰ­σή­γη­ση, ὅ­τι θά­πρε­πε νά ἐ­ξε­τά­σου­με τήν ἱ­στο­ρι­κό­τη­τα τῶν ἰ­δε­ῶν πού ἀ­πο­δί­δον­ται στόν Ἡράκλειτο – ὅ­πως θά μπο­ρού­σα­με πράγ­μα­τι νά ἐ­ξε­τά­σου­με τήν ἱ­στο­ρι­κό­τη­τα ἐ­κεί­νων πού ἀ­πο­δί­δον­ται στόν Ἀ­να­ξι­μέ­νη – μέ τά μέ­τρα το­ῦ «κοι­νοῦ νοῦ», προ­κα­λεῖ μιά μι­κρή ­ἔκ­πλη­ξη (ὁ­τι­δή­πο­τε καί νά ση­μαί­νει ἐ­δῶ τό «κοι­νός νοῦς»). Δι­ό­τι ἡ εἰ­σή­γη­ση αὐ­τή ἔρ­χε­ται σ’ ἀν­τί­θε­ση ὄ­χι μό­νο μέ τό πε­ρί­φη­μο δυσ­νό­η­το τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του καί τό χρη­σμικό, ὕφος, κά­τι πού ἐ­πι­κυ­ρώ­νουν οἱ Kirk καί Raven, ἀλ­λά ἐ­πί­σης καί μέ τό φλο­γε­ρό του ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τήν ἀν­τι­νο­μί­α καί τό πα­ρά­δο­ξο. Τό τε­λευ­ταῖ­ο δέ, ἀλ­λά ὄ­χι πιό ἀ­σή­μαν­το, εἶ­ναι ὅ­τι ἔρ­χε­ται σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τό δόγ­μα (κα­τά τήν ἄ­πο­ψή μου ἐν­τε­λῶς ἀ­νό­η­τα) πού οἱ Kirk καί Raven ἀ­πο­δί­δουν στόν Ἡράκλειτο (τά πλά­για δι­κά μου): «… ὅ­τι οἵ φυ­σι­κές ἄλ­λα­γες ὄ­λων­των εἰ­δῶν [καί, ἑ­πο­μέ­νως, ἐ­πί­σης οἵ σει­σμοί καί οἱ με­γά­λες φω­τι­ές] εἶ­ναι κα­νο­νι­κές καί ἰ­σόρ­ρο­πες, καί ὅ­τι ἡ αἰ­τί­α τῆς ἰ­σορ­ρο­πί­ας αὐ­τῆς εἶ­ναι ἡ φω­τιά, τό κοι­νό συ­στα­τι­κό τῶν πραγ­μά­των πού χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἐ­πί­σης καί ὁ Λό­γος τους». Ἀλλά για­τί, ἐ­ρω­τῶ, θά­πρε­πε ἡ φω­τιά νά­ναι «ἡ αἰ­τί­α» ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἰ­σορ­ρο­πί­ας – εἴ­τε αὐ­τῆς τῆς ἰ­σορ­ρο­πί­ας εἴ­τε ὁ­ποιαοσ­δή­πο­τε ἄλ­λης; Καί ποῦ λέ­ει ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος τέ­τοι­α πράγ­μα­τα; Πράγ­μα­τι, ἄν αὐ­τή ὑ­πῆρ­ξε ἡ φι­λο­σο­φί­α τοῦ Ἡράκλειτου, τό­τε δέν βλέ­πω κα­νέ­να λό­γο νά ἐν­δι­α­φερ­θεῖ κα­νείς γι’ αὐ­τήν ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, θά­ταν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νη ἀ­πό τόν κοι­νό νοῦ (ὅ­πως τό βλέ­πω ἐ­γώ) ἀ­π’ ὅ­σο ἡ ἐμ­πνευ­σμέ­νη φι­λο­σο­φί­α πού ἡ πα­ρά­δο­ση ἀ­πο­δί­δει στόν Ἡράκλειτο καί ἡ ὁ­ποί­α, ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ κοι­νοῦ νοῦ, ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἀ­πό τους Kirk καί Raven

Τό ἀ­πο­φα­σι­στι­κό ὅ­μως ση­μεῖ­ο εἶ­ναι, φυ­σι­κά, ὅ­τι ἡ ἐ­πνευ­σμέ­νη αὐ­τή φι­λο­σο­φί­α εἶ­ναι ἀ­λη­θής, ἀ­π’ ὅ­σο ξέ­ρου­με. Μέ τήν ἀ­πό­κο­σμη δι­ό­ρα­σή του ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος εἶ­δε ὅ­τι τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι δι­α­δι­κα­σί­ες, ὅ­τι τά σώ­μα­τά μας εἶ­ναι φλό­γες, ὅ­τι ἕ­νας βρά­χος ἤ ἕ­νας μπρού­τζι­νος λέ­βη­τας… ὑ­φί­στα­το στα­θε­ρῶς ἀ­ό­ρα­τες ἀλ­λα­γές». Οἱ Kirk καί Raven λέ­γουν (σ. 197, σήμ. 1 τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα δι­α­βά­ζε­ται σάν μιά ἀ­πάν­τη­ση στό Μέ­λισ­σο): «Κά­θε φο­ρᾶ ποῦ τό δά­κτυ­λο τρί­βε­ται, ἐ­ξα­λεί­φει μιά ἀ­ό­ρα­τη πο­σό­τη­τα σι­δή­ρου· ὡ­στό­σο ὅ­ταν δέν τρί­βε­ται, τί λό­γος ὑ­πάρ­χει νά σκέ­πτε­ται κα­νείς ὅ­τι τό σί­δε­ρο συ­νε­χί­ζει ν’ ἀλ­λά­ζει;» Ὁ λό­γος εἶ­ναι ὅ­τι τρί­βε­ται ὁ ἀ­έ­ε­ρας, καί ὅ­τι ἀ­έ­ρας ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε· ἤ ὅ­τι τό σί­δε­ρο με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­ο­ρά­τως σέ σκου­ριά – μέ τήν ὀ­ξί­δω­ση, καί τοῦ­το ση­μαί­νει μέ σι­γα­νή καύ­ση· ἤ ὅ­τι τό πα­λιό σί­δε­ρο φαί­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τό καινούργιο, ἀ­κρι­βῶς ὅπως ἕ­νας γέ­ρος φαί­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κός ἀ­πό ­ἕ­να παι­δί (cf. DK, Β 88). Αὐ­τή ἦ­ταν ἡ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Ἡράκλειτου, ὅπως δεί­χνουν τά σω­ζό­με­να ἀ­ποσπά­σμα­τα.

Εἰ­ση­γοῦ­μαι ὅ­τι ἡ με­θο­δο­λο­γι­κή ἀρ­χή τῶν Kirk καί Raven «ὅ­τι κα­τά­φω­ρες ἀ­πο­μα­κρύν­σεις ἀ­πό τόν κοι­νό νοῦ πρέ­πει νά εἶ­ναι ἀ­πο­δε­κτές μό­νο ὅταν οἱ μαρ­τυ­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς ἰ­σχυ­ρές» θά μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­κα­ταστα­θεῖ ἀ­πό τή σα­φέ­στε­ρη καί ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἀρ­χή ὅ­τι κα­τά­φω­ρες ἀ­πο­μα­κρύν­σεις ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση πρέ­πει νά εἶ­ναι ἀ­πο­δε­κτές μό­νο ὅταν οἱ μαρ­τυ­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς ἰ­σχυ­ρές. Αὐ­τό, πράγ­μα­τι, εἶ­ναι μιά κα­θο­λι­κή ἀρ­χή ταῆς ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας. Χω­ρίς αὐ­τήν ἡ ἱ­στο­ρί­α θά­ταν ἀ­δύ­να­τος. Ὡστόσο βι­ά­ζε­ται συ­νε­χῶς ἀ­πό τους Kirk καί Raven: ὅταν, γιά πα­ρά­δειγ­μα, προ­σπα­θοῦν νά κα­τα­στή­σουν ὕ­πο­πτη τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Πλά­τω­νος καί τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λους, μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα πού εἶ­ναι με­ρι­κῶς κυ­κλι­κά καί με­ρι­κῶς (ὅπως ἐ­κεῖ­νο πε­ρί τοῦ κοι­νοῦ νοῦ) σέ ἀν­τί­φα­ση πρός τή­ν ἴ­δια τους τήν ἱ­στο­ρί­α. Καί ὅταν λέ­νε ὅ­τι «φαί­νε­ται πώς ἐ­λά­χι­στη σο­βα­ρή προ­σπά­θεια ἔ­γι­νε ἀ­πό τούς Ἀριστοτέλη καί Πλά­τω­να γιά νά δι­εισ­δύ­σουν στό πραγ­μα­τι­κό του νό­η­μα [δήλ. τοῦ Ἡράκλειτου]» τό­τε μπο­ρῶ μό­νο νά πῶ ὅ­τι ἡ φι­λο­σο­φί­α πού δι­α­γρά­φε­ται ἀ­πό τους Πλά­τω­να καί Ἀριστοτέλη μοῦ φαί­νε­ται μιά φι­λο­σο­φί­α πού ­ἔ­χει πραγ­μα­τι­κό νό­η­μα καί πραγ­μα­τι­κό βά­θος. Εἶ­ναι μιά φι­λο­σο­φί­α ἄ­ξια ἑ­νός με­γά­λου φι­λο­σό­φου. Ποι­ός, ἄν ὄ­χι ὁ Ἡράκλειτος, ἦ­ταν ὁ με­γά­λος στο­χα­στής πού πρῶ­τος συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι φλό­γες καί τά πράγ­μα­τα δι­α­δι­κα­σί­ες; Πρέ­πει ἄ­ρα­γε νά πι­στέ­ψου­με πράγ­μα­τι ὅ­τι ἡ με­γά­λη αὔ­τη φι­λο­σο­φί­α ἦ­ταν μιά «με­τα-Η­ρα­κλεί­τιος» ὑ­περ­βο­λή (σ. 197), καί ὅ­τι μπο­ρεῖ νά εἶ­χε εἰ­ση­γη­θεῖ στον Πλά­τω­να, «εἰ­δι­κά, ἴσως, ἀ­πό τόν Κρα­τύ­λο»; Ποι­ός, ἐ­ρω­τῶ, ἦ­ταν αὐ­τός ὁ ἄ­γνω­στος φι­λό­σο­φος – ἴ­σως ὁ μέ­γι­στος καί ὁ πιό θαρ­ρα­λέ­ος στο­χα­στής ἀ­νά­με­σα στούς Προ­σω­κρα­τι­κούς; Ποι­ός ἦ­ταν, ἄν ὄ­χι ὅ Ἠ­ρά­κλει­τος;

 

 

XI

 

Ἡ πρώ­ι­μη ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας, εἰ­δι­κά ἡ ἱ­στο­ρί­α ἀ­πό τό Θα­λῆ στόν Πλά­τω­να, εἶ­ναι μιά θαυ­μα­στή ἱ­στο­ρί­α. Σχε­δόν εἶ­ναι πο­λύ ὡ­ραί­α γιά νά εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή. Σέ κά­θε γε­νε­ά βρί­σκου­με του­λά­χι­στον μιά νέ­α φι­λο­σο­φί­α, μιά νέ­α κο­σμο­λο­γί­α κα­τα­πλη­κτι­κῆς πη­γαι­ό­τη­τας καί βά­θους. Πῶς ἦ­ταν αὐ­τό δυ­νατόν; Φυ­σι­κά δέν μπο­ρε­ΐ κα­νείς νά ἐ­ξη­γή­σει τήν πη­γαι­ό­τη­τα καί τήν ἰ­δι­ο­φυί­α. Μπο­ρεῖ ὅ­μως νά ρί­ξει ἐ­πά­νω τους κά­ποι­ο φῶς. Ποι­ό ἦ­ταν τό μυ­στι­κό τῶν ἀρ­χαί­ων; Προ­τεί­νω πώς αὐ­τό ἦ­ταν ἡ πα­ρά­δο­ση – ἡ πα­ρά­δο­ση τῆς κρι­τι­κῆς συ­ζη­τή­σε­ως.

Θά προσπαθήσω νά τοποθετήσω τό πρόβλημα ὀξύτερα. Σέ ὅλους ἤ σχεδόν σέ ὅλους τους πολιτισμούς βρίσκουμε κάτι ποῦ μοιάζει μέ θρησκευτική καί κοσμολογική διδασκαλία, καί σέ πολλές κοινωνίες βρίσκουμε σχολές. Τώρα, οἱ σχολές, εἰδικά οἱ πρωτόγονες σχολές, φαίνεται πῶς ὅλες ἔχουν μιά χαρακτηριστική δομή καί λειτουργία. Μακριά ἀπό τοῦ νά εἶναι τόποι κριτικῆς συ­ζη­τή­σε­ως τό θε­ω­ροῦν χρέ­ος τους νά με­τα­δώ­σουν ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δόγ­μα, καί νά τό δι­α­τη­ρή­σουν, κα­θα­ρό καί ἀ­ναλ­λοί­ω­το. Εἶ­ναι χρέ­ος μί­ας σχο­λῆς νά πα­ρα­δώ­σει τήν πα­ρά­δο­ση, τό δόγ­μα τοῦ ἰ­δρυ­τοῦ της, τοῦ πρώ­του της δι­δά­σκα­λου, στή νέ­α γε­νε­ά, καί γιά τό σκο­πό αὐ­τό τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρο πράγ­μα εἶ­ναι νά κρα­τη­θεῖ τό δόγ­μα ἀ­πα­ρα­βί­α­στο. Μί­α σχο­λή τοῦ εἴ­δους αὐ­τοῦ δέν πα­ρα­δέ­χε­ται πο­τέ μιά νέ­α ἰ­δέ­α. Οἱ νέ­ες ἰ­δέ­ες εἶ­ναι αἱ­ρέ­σεις, καί ὁ­δη­γοῦν σέ σχί­σμα­τα· τυ­χόν μέ­λος τῆς σχο­λῆς πού προ­σπα­θοῦ­σε ν’ ἀλ­λά­ξει τό δόγ­μα, ἐκ­δι­ώ­κε­ται κα­τό­πιν ὡς αἱ­ρε­τι­κός. Ἀλ­λά ὁ αἱ­ρε­τι­κός δι­εκ­δι­κεῖ, κα­τά κα­νό­να, ὅ­τι οἱ δι­κές του ἰ­δέ­ες εἶ­ναι τό πραγ­μα­τι­κό δόγ­μα τοῦ ἱ­δρυ­ταῆ. Ἔτσι οὔ­τε κάν ὁ ἐ­φευ­ρέ­της πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι ἔ­χει εἰ­σά­γει μιάν ἐ­φεύ­ρε­ση· πι­στεύ­ει, μᾶλ­λον, ὅ­τι ἐ­πι­στρέ­φει στήν ἀ­λη­θι­νή ὀρ­θο­δο­ξί­α ἡ ὁ­ποί­α κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ἔ­χει δι­α­στρα­φεῖ.

Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ὅ­λες οἱ ἀλ­λα­γές τοῦ δόγ­μα­τος – ἄν ὑ­πάρ­χουν – εἶ­ναι λα­θραῖ­ες. Ὅ­λες πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ὡς ἐ­πα­να­το­πο­θε­τή­σεις τῶν ἀ­λη­θῶν ρή­σε­ων τοῦ δι­δα­σκά­λου, τῶν δι­κῶν του λό­γων, τοῦ δι­κοῦ του νο­ή­μα­τος, τῶν δι­κῶν του προ­θέ­σε­ων.

Εἶ­ναι σα­φές ὅτί σέ μιά σχο­λή τοῦ εἴ­δους αὐ­το­ῦ δέν μπο­ροῦ­με νά πε­ρι­μέ­νου­με νά βροῦ­με μιά ἱ­στο­ρί­α ἰ­δε­ῶν, ἤ ἀ­κό­μη καί τό ὑ­λι­κό γιά μιά τέ­τοι­α ἱ­στο­ρί­α. Δι­ό­τι οἱ νέ­ες ἰ­δέ­ες δέν εἶ­ναι δε­κτόν ὅτι εἶ­ναι νέ­ες. Τά πάν­τα ἀ­πο­δί­δον­ται στό δι­δά­σκα­λο. Ὅ,τι μπο­ροῦ­με νά ἀ­να­κα­τα­σκευ­ά­σου­με εἶ­ναι μιά ἱ­στο­ρί­α σχι­σμά­των, καί ἴσως μιά ἱ­στο­ρί­α ὑ­πε­ρα­σπί­σε­ως ὁ­ρι­σμέ­νων δογ­μά­των ἐ­ναν­τί­ον τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν.

Δέν μπο­ρεῖ, φυ­σι­κά, νά ὑ­πάρ­ξει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε λο­γι­κή συ­ζή­τη­ση σέ μιά σχο­λή αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους. Μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξουν ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ἐ­ναν­τί­ον δια­φω- νούν­των καί αἱ­ρε­τι­κῶν, ἤ ἐ­ναν­τί­ον με­ρι­κῶν ἀν­τα­γω­νιστι­κῶν σχο­λῶν. Ἀλ­λά ὡς ἐ­πί τό πλεῖστον εἶ­ναι μέ τόν ἰ­σχυ­ρι­σμό, τό δόγ­μα καί τήν κα­τα­δί­κη μᾶλ­λον πα­ρά μέ τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τό δόγ­μα.

Τό με­γά­λο πα­ρά­δειγ­μα μιᾶς σχο­λῆς τοῦ εἴ­δους αὐ­τοῦ με­τα­ξύ τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν φι­λο­σο­φι­κῶν σχο­λῶν εἶ­ναι ἡ ἰ­τα­λι­κή σχο­λή πού ἵ­δρυ­σε ὁ Πυ­θα­γό­ρας.

Συγ­κρι­νό­μευ­η μέ τήν Ἰ­ω­νι­κή σχο­λή, ἤ μ’ ἐ­κεί­νη τῶν Ἐ­λε­α­τῶν, εἶ­χε τό χα­ρα­κτή­ρα ἑ­νός θρη­σκευ­τι­κοῦ τάγ­μα­τος μ’ ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τρό­πο ζω­ῆς κι ἕ­να μυ­στι­κό δόγ­μα. Ἡ Ἱ­στο­ρί­α ὅ­τι ἕ­να μέ­λος, ὁ Ἵπ­πα­σος ὁ Με­τα­πόν­τιος, πνί­γη­κε στή θά­λασ­σα δι­ό­τι ἀ­πο­κά­λυ­φε τό μυ­στι­κό τοῦ πα­ρα­λό­γου ὁ­ρι­σμέ­νων τε­τρα­γω­νι­κῶν ρι­ζῶν, εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή της ἀ­τμό­σφαι­ρας ποῦ πε­ρι­έ­βα­λε τήν πυ­θα­γό­ρεια σχο­λή, εἴ­τε ὑ­πάρ­χει εἴ­τε δέν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια στήν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή.

Με­τα­ξύ ὅ­μως τῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν φι­λο­σο­φι­κῶν σχο­λῶν οἱ πρῶ­τοι Πυ­θα­γό­ριοι ὑ­πῆρ­ξαν μιά ἐ­ξαί­ρε­ση. Ἀ­φή­νον­τας τους κα­τά μέ­ρος, θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτή­ρας τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῶν φι­λο­σο­φι­κῶν σχο­λῶν, εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σια­κά δι­α­φο­ρε­τι­κός ἀ­πό τό δογ­μα­τι­κό τύ­πο τῆς σχο­λῆς πού πε­ρι­γρά­φε­ται ἐ­δῶ. Αὐ­τό τό ἔ­δει­ξα μ’ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ προ­βλή­μα­τος τῆς ἀλ­λα­γῆς πού πα­ρου­σί­α­σα, εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς κρι­τι­κῆς δι­α­μά­χης, μί­ας λο­γι­κῆς συ­ζη­τή­σε­ως. Νέ­ες ἰ­δέ­ες προ­τεί­νον­ται ὡς τέ­τοι­ες, καί ἐμ­φα­νί­ζον­ται ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­νοι­χτῆς κρι­τι­κῆς. Ὑ­πάρ­χουν ἐ­λά­χι­στες, ἄν ὑ­πάρ­χουν κα­θό­λου, λα­θραῖ­ες με­τα­βο­λές. Ἀν­τί της ἀ­νω­νυ­μί­ας βρί­σκου­με μιά ἱ­στο­ρί­α ἰ­δε­ῶν καί ἐ­κεί­νων πού τίς γέν­νη­σαν.

Ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα μοναδικό φαινόμενο, καί εἶναι στενῶς συνδεδεμένο μέ τήν ἐκπληκτική ἐλευθερία καί δημιουργία τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας. Πῶς μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε τό φαινόμενο αὖτο; Αὐτό ποῦ πρέπει νά ἐξηγήσουμε εἶναι τή ρίζα, μίας παραδόσεως. Εἶναι μιά παράδοση ποῦ ἐπιτρέπει ἤ ἐνθαρρύνει κριτικές συζητήσεις μεταξύ διαφόρων σχολῶν καί, ἀκόμα ἐκπληκτικότερο, μέσα στήν ἴδια καί τήν αὐτή σχολή. Διότι πουθενά ἐκτός της Πυθαγόρειας σχολῆς, δέν βρίσκουμε μιά σχολή ἀφιερωμένη στή διατήρηση ἑνός δόγματος. Ἀντίθετα βρίσκουμε ἀλλαγές, νέες ἰδέες, τροπολογίες, καί ἀπροκάλυπτη κριτική τοΰ διδασκάλου.

(Στόν Παρ­με­νί­δη μέ­χρι πού βρί­σκου­με, σέ πρώ­ι­μη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο, ἕ­να πο­λύ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το φαι­νό­με­νο – τό φαι­νό­με­νο ἑ­νός φι­λο­σό­φου πού προ­τεί­νει δύ­ο δόγ­μα­τα, ἕ­να πού λέ­ει ὅτι εἶ­ναι ἀ­λη­θές, καί ἕ­να πού αὐ­τός ὁ ­ἴ­διος πε­ρι­γρά­φει ὡς ψευ­δές. Ὡστόσο κα­θι­στᾶ τό ψευ­δές δόγ­μα ὄ­χι ἁ­πλῶς ἀν­τι­κεί­με­νο κα­τα­δί­κης ἤ κρι­τι­κῆς· μᾶλ­λον τό πα­ρου­σιά­ζει ὡς τήν κα­λύ­τε­ρη δυ­να­τή ἔκ­θε­ση τῆς ἀ­πα­τη­λῆς σκέ­ψε­ως τῶν θνη­τῶν, καί το­ῦ ἁ­πλῶς φαι­νο­με­νι­κοῦ κό­σμου – τήν κα­λύ­τε­ρη ἔκ­θε­ση πού μπο­ρεῖ νά δώ­σει ἕ­νας θνη­τός).

Πῶς καί ποῦ ἱ­δρύ­θη­κε ἡ κρι­τι­κή αὐ­τή πα­ρά­δο­ση; Αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να πρό­βλη­μα πού ἀ­ξί­ζει σο­βα­ρή σκέ­ψη. Τοῦ­το εἶ­ναι σί­γου­ρο: ὁ Ξε­νο­φά­νης πού ἔ­φε­ρε στήν Ἐ­λέ­α τήν ἰ­ω­νι­κή πα­ρά­δο­ση εἶ­χε πλή­ρη συ­νεί­δη­ση τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι ἡ δι­κή του δι­δα­σκα­λί­α ἦ­ταν κα­θα­ρῶς εἰ­κο­το­λο­γί­α, καί ὅτι θά μπο­ροῦ­σαν νά ἔλ­θουν ἄλ­λοι πού θά γνώ­ρι­ζαν κα­λύ­τε­ρα, θά ἐ­πι­στρέ­φω στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό στό ἑ­πό­με­νο καί τε­λευ­ταῖ­ο τμῆ­μα.

Ἄν ψά­ξου­με γιά τά πρῶ­τα ση­μά­δια τῆς νέ­ας αὐ­ταῆς κρι­τι­κῆς στά­σης, τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας αὐ­τῆς τῆς σκέ­ψης, ὁ­δη­γού­με­θα πί­σω στήν κρι­τι­κή τοῦ Ἀναξίμανδρου γιά τό­ Θα­λῆ. Ἐδῶ βρί­σκε­ται ἕ­να ἐκ­πλη­κτι­κό γε­γο­νός: ὁ Ἀναξίμανδρος κρί­νει τό δά­σκα­λο καί συγ­γε­νῆ του, ἕ­ναν ἀ­πό τους Ἑ­πτά Σο­φούς, τόν ἱ­δρυ­τή τῆς Ἰωνικῆς σχο­λῆς. Σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρά­δο­ση, ἦ­ταν μό­νο πε­ρί­που δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια νε­ώ­τε­ρος ἀ­πό τό Θα­λῆ, καί θά πρέ­πει νά εἶ­χε ἀ­να­πτύ­ξει τήν κρι­τι­κή του καί τίς νέ­ες του ἰ­δέ­ες ὅταν ὁ δά­σκα­λός του βρι­σκό­ταν ἐν ζωῇ. (Φαί­νε­ται πῶς πέ­θα­ναν μέ­σα σέ λί­γα χρό­νια ὅ ἕ­νας ἔ­πει­τ’ ἀ­πό τόν ἄλ­λον). Δέν ὕ­παρ­χει δμῶς κα­νέ­να ­ἴ­χνος στίς πη­γές γιά μιά Ἱ­στο­ρί­α δι­α­φω­νί­ας, καυ­γᾶ, ἤ ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε σχί­σμα­τος.

Το­ῦ­το ση­μαί­νει, νο­μί­ζω, ὅ­τι ὁ Θα­λῆς ἦ­ταν ὁ ἱ­δρυ­τής τῆς νέ­ας πα­ρά­δο­σης τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας – βα­σι­σμέ­νης πά­νω σέ μιά νέ­α σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στό δά­σκα­λο καί τό μα­θη­τη – καί ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ τόν τρό­πο αὐ­τό δη­μι­ούρ­γη­σε ἕ­να και­νούρ­γιο τύ­πο σχο­λῆς, ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τικόν ἀ­πό τή σχο­λή τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων. Φαί­νε­ται πώς ἦ­ταν ἱ­κα­νός ν’ ἀν­τέ­χει τήν κρι­τι­κή. Καί κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο, φαί­νε­ται ὅ­τι δη­μι­ούρ­γη­σε τήν πα­ρά­δο­ση ὅ­τι ὀ­φεί­λου­με ν’ ἀν­τέ­χου­με τήν κρι­τι­κή.

Ὡστόσο θέλω νά πι­στεύ­ω ὅ­τι ἔ­κα­νε κά­τι ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ αὐ­τό. Δέν μπο­ρῶ νά φαν­τα­σθῶ μιά σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στό δά­σκα­λο καί τό μα­θη­τή στήν ὁ­ποί­α ὁ δά­σκα­λος ἁ­πλῶς ὑ­φί­στα­ται τήν κρι­τι­κή χω­ρίς καί νά τήν ἐν­θαρ­ρύ­νει πραγ­μα­τι­κά.

Δέν μο­ῦ φαί­νε­ται δυ­να­τόν ὅ­τι ἕ­νας μα­θη­τής πού ἔ­χει ἐκ­παι­δευ­θεῖ στή δογ­μα­τι­κή στά­ση θά τολ­μοῦ­σε πο­τέ νά ἐ­πι­κρί­νει τό δόγ­μα (λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅλα τό δόγ­μα ἑ­νός δι­ά­ση­μου σο­φοῦ) καί νά ἐκ­φρά­σει τήν κρι­τι­κή του. Μο­ῦ φαί­νε­ται δέ μιά εὐ­κο­λό­τε­ρη καί ἁ­πλού­στε­ρη ἐ­ξή­γη­ση τό νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι ὁ δι­δά­σκα­λος ἐν­θάρ­ρυ­νε τήν κρι­τι­κή στά­ση – ­ἴ­σως ὄ­χι ἀ­πό τήν ἀρ­χή, ἀλ­λά μό­νο ἀ­φοῦ ἐν­τυ­πω­σι­ά­σθη­κε ἀ­πό τήν ὀρ­θό­τη­τα με­ρι­κῶν ἐ­ρω­τη­μά­των πού ἔ­θε­σε, χω­ρίς κρι­τι­κή δι­ά­θε­ση, ὁ μα­θη­τής.

Ὅ­πως καί νά­ναι, ἡ εἰ­κα­σί­α ὅ­τι ὁ Θα­λής ἐ­νερ­γῶς ἐ­νε­θάρ­ρυ­νε τήν κρι­τι­κή στούς μα­θη­τές τοῦ θά­ταν μιά ἐ­ξή­γη­ση τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι ἡ κρι­τι­κή στά­ση στό δόγ­μα τοῦ δα­σκά­λου ἔ­γι­νε μέ­ρος τῆς πα­ρα­δό­σε­ως τῆς Ἰ­ω­νι­κῆς σχο­λῆς. Θέ­λω νά πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ Θα­λής ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος δά­σκα­λος ποῦ εἶ­πε στούς μα­θη­τές του: «Ἔ­τσι βλέ­πω τά πράγ­μα­τα – ἔ­τσι πι­στεύ­ω πώς εἶ­ναι τά πράγ­μα­τα. Προ­σπα­θῆ­στε ν­ά τε­λει­ο­ποι­ή­σε­τε τή δι­δα­σκα­λί­α μου». Σ’ ἐ­κεί­νους πού πι­στεύ­ουν ὅ­τι εἶ­ναι «ἀ­νι­στο­ρι­κό» τό ν’ ἀ­πο­δί­δε­ται αὐ­τή ἡ ἀν­τι­δογ­μα­τι­κή στά­ση στό Θα­λῆ, μπο­ρεῖ καί πά­λιν νά τούς θυ­μή­σει κα­νείς τό γε­γο­νός ὁτι μό­νο δύ­ο γε­νε­ές ἀρ­γό­τε­ρα βρί­σκου­με μιά πα­ρό­μοι­α στά­ση συ­νει­δη­τῶς καί σα­φῶς δι­α­τυ­πω­μέ­νη στά ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Ξε­νο­φάνους). Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ὑ­πάρ­χει τό ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός ὅτί ἡ Ἰ­ω­νι­κή σχο­λή ὑ­πῆρ­ξε ἡ πρώ­τη στήν ὁ­ποί­α οἱ μα­θη­τές ἔ­κρι­ναν τούς δι­δα­σκά­λους τους, ἀ­πό τή μιά γε­νε­ά στήν ἄλ­λη. Ἐ­λά­χι­στη ἀμ­φι­βο­λί­α μπο­ρεῖ νά ὕ­παρ­ξει ὅτι ἡ ἑλ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση τῆς φι­λο­σο­φι­κῆς κρι­τι­κῆς ἔ­χει τήν κύ­ρια πη­γή της στήν Ἰ­ω­νί­α.

Ἦ­ταν μιά ἀ­κα­ρια­ία και­νο­το­μί­α. Σή­μαι­νε μιά ρωγ­μή στή δογ­μα­τι­κή πα­ρά­δο­ση ¨η ὁ­ποί­α ἐ­πι­τρέ­πει μό­νο ἕ­να δόγ­μα στή σχο­λή, καί τήν εἰ­σα­γω­γή στή θέ­ση τῆς μί­ας πα­ρα­δό­σε­ως πού ἐ­πι­τρέ­πει ἕ­ναν πλου­ρα­λι­σμό δογ­μά­των τά ὁ­ποῖ­α ὅλα προ­σπα­θοῦν νά πλη­σιά­σουν τήν ἀ­λή­θεια μέ­σω τῆς κρι­τι­κῆς συ­ζη­τή­σε­ως.

Κα­τ’ αὐ­τό τόν τρό­πο ὁ­δη­γεῖ, σχε­δόν ἀ­ναγ­κα­στι­κά, στή συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅτι οἱ προ­σπά­θει­ές μας νά κα­τα­λά­βου­με καί νά βροῦμε τήν ἀ­λή­θεια δέν εἶ­ναι τε­λει­ω­τι­κές, ἀλ­λά ἀ­νοι­κτές στή βελ­τί­ω­ση· ὅτι ἡ γνώ­ση μας, τό δόγ­μα μας, εῖ­ναι κα­τ’ εἰ­κα­σί­αν συ­νί­στα­ται ἀ­πό εἰ­κα­σί­ες ἀ­πό ὑ­πό­θε­σεις μᾶλ­λον πα­ρά ἀ­πό τε­λι­κές καί σί­γου­ρες ἀ­λή­θει­ες· καί ὅτι ἡ κρι­τι­κή καί ἡ ἐ­λεύ­θε­ρη συ­ζή­τη­ση εἶ­ναι τά μό­να μέ­σα μας γιά νά φθά­σου­με πλη­σι­έ­στε­ρα στήν ἀ­λή­θεια. Κα­τ’ αὐ­τό τόν τρό­πο ὁ­δη­γεῖ στήν πα­ρά­δο­ση τῶν θαρ­ρα­λέ­ων ὑ­πο­θέ­σε­ων καί τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης κρι­τι­κῆς, στήν πα­ρά­δο­ση πού δη­μι­ούρ­γη­σε τή λο­γι­κή ἤ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή στά­ση, καί μα­ζί μ’ αὐ­τό στό Δυ­τι­κό πο­λι­τι­σμό μας, τό μό­νο πο­λι­τι­σμό πού βα­σί­ζε­ται πά­νω στήν ἐ­πι­στή­μη (μο­λο­νό­τι φυ­σι­κά ὄ­χι μό­νο ἐ­πά­νω στήν ἐ­πι­στή­μη).

Στήν ἐλ­λο­γι­κή αὐ­τή πα­ρά­δο­ση δέν ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­ται οἱ θαρ­ρα­λέ­ες με­τα­βο­λές. Ἀντίθετα, ἡ και­νο­το­μί­α ἐν­θαρ­ρύ­νε­ται, καί θε­ω­ρεῖ­ται ἐ­πι­τυ­χί­α, βελ­τί­ω­ση, ἄν βα­σί­ζε­ται πά­νω στό ἀ­πο­τέ­λε­σμα μί­ας κρι­τι­κῆς συ­ζητή­σε­ως τῶν προ­κα­τό­χων της. Αὐ­τό κα­θαυ­τό τό θάρ­ρος μί­ας και­νο­το­μί­ας θαυ­μά­ζε­ται· δι­ό­τι, μπο­ρεῖ ­να ἐ­λε­χθεῖ μέ τήν αὐ­στη­ρό­τη­τα τῆς κρι­τι­κῆς ἐ­ξε­τά­σε­ως. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος πού οἱ με­τα­βο­λές τοῦ δόγ­μα­τος, κά­θε ἄλ­λο πα­ρά γί­νον­ται λα­θραί­α: πα­ρα­δί­δον­ται μα­ζί μέ τά πα­λαι­ό­τε­ρα δόγ­μα­τα καί τά ὀ­νό­μα­τα τῶν ἀ­να­και­νι­στῶν. Καί τό ὑ­λι­κό γιά μιά ἱ­στο­ρί­α τῶν ἰ­δε­ῶν, γί­νε­ται μέ­ρος τῆς σχο­λῆς τῆς πα­ρα­δό­σε­ως.

 Ἀ­π’ ὅ­σο γνω­ρί­ζω, ἡ κρι­τι­κή ἤ ἐλ­λο­γι­κή πα­ρά­δο­ση ἐ­πι­νο­ή­θη­κε ἅ­παξ καί μό­νον. Χά­θη­κε με­τά ἀ­πό δύ­ο ἤ τρεῖς αἰ­ῶ­νες. Καί αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται ἴσως, στήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ου δόγ­μα­τος τῆς ἐ­πι­στή­μης, μιᾶς βε­βαί­ας καί εὐ­α­πό­δει­κτης γνώ­σε­ως (μιά ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς Ἐ­λε­α­τι­κῆς καί Ἡρακλείτιας δι­α­κρί­σε­ως με­τα­ξύ βε­βαί­ας ἀ­λή­θειας καί ἁ­πλῆς εἰ­κα­σί­ας). Ἀνακαλύφθηκε ἐκ νέ­ου καί ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­θη­κε συ­νει­δη­τά στήν Ἀναγέννηση, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­πό τό Γα­λι­λαῖ­ο.

 

 

XII

 

Ἔρ­χο­μαι τώ­ρα στήν τε­λευ­ταί­α καί πιό κεν­τρι­κή δι­α­φω­νί­α μου. Εἶ­ναι τού­τη. Ἡ ἐλ­λο­γι­κή πα­ρά­δο­ση, ἡ πα­ρά­δο­ση τῆς κρι­τι­κῆς συ­ζη­τή­σε­ως, ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τό μό­νο ἐ­φι­κτό τρό­πο ἐ­πε­κτά­σε­ως τῆς γνώ­σε­ώς μας – εἰ­κο­το­λο­γι­κῆς ἤ ὑ­πο­θε­τι­κῆς γνώ­σε­ως, φυ­σι­κά. Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας ἄλ­λος τρό­πος. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας ἄλ­λος τρό­πος ποῦ ν’ ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τήν πα­ρα­τή­ρη­ση ἤ τό πεί­ρα­μα. Στήν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ἐ­πι­στή­μης οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις καί τά πει­ρά­μα­τα παί­ζουν μό­νο τό ρό­λο τῶν κρι­τι­κῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των. Καί παί­ζουν αὐ­τό τό ρό­λο δί­πλα μέ ἄλ­λα, μή-σχο­λα­στι­κά, ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα. Εἶ­ναι ἕ­νας ρό­λος ση­μαν­τι­κός· ἀλ­λά ἡ ση­μα­σί­α τῶν πα­ρα­τη­ρή­σε­ων καί τῶν πει­ρα­μά­των ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἐν­τε­λῶς ἀ­πό τό ἐ­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σον μπο­ροῦν νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιά νά κρί­νουν θε­ω­ρί­ες.

Σύμ­φω­να μέ τή θε­ω­ρί­α τῆς γνώ­σε­ως πού σκια­γραφεῖ­ται ἐ­δῶ, ὑ­πάρ­χουν κυ­ρί­ως μό­νον δύ­ο τρό­ποι μέ τούς ὁ­ποί­ους κά­ποι­ες θε­ω­ρί­ες μπο­ροῦν νά­ναι ἀ­νώ­τερες ἀ­πό ἄλ­λες: μπο­ροῦν νά ἐ­ξη­γή­σουν πε­ρισ­σό­τε­ρα· καί μπο­ροῦν νά δο­κι­μα­σθο­ῦν κα­λύ­τε­ρα – δη­λα­δή, μπο­ροῦν νά συ­ζη­τη­θοῦν πλη­ρέ­στε­ρα καί πε­ρισ­σό­τε­ρον κρι­τι­κά, στό φῶς ὅ­λων ὅ­σων γνω­ρί­ζου­με, ὅ­λων τῶν ἀν­τιρ­ρή­σε­ων πού μπο­ροῦ­με νά σκε­φθοῦ­με, καί ἐ­πί­σης, κυ­ρί­ως, στό φῶς τῶν ὑ­πό πα­ρα­τή­ρη­σιν ἤ πει­ρα­μα­τι­κῶν δο­κι­μῶν πού σχε­δι­ά­σθη­καν μέ σκο­πό νά κρι­θεῖ ἡ θε­ω­ρί­α.

Ὑ­πάρ­χει μό­νον ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἐλ­λο­γι­κό­τη­τας στίς ἀ­πό­πει­ρές μας νά γνω­ρί­σου­με τόν κό­σμο: εἶ­ναι ἡ κρι­τι­κή ἐ­ξέ­τα­ση τῶν θε­ω­ρι­ῶν μας. Αὐ­τές οἱ θε­ω­ρί­ες κα­θαυ­τές εἶ­ναι εἰ­κο­το­λο­γί­ες. Δέν γνω­ρί­ζου­με, μό­νον εἰ­κά­ζου­με. Ἄν μέ ρω­τή­σε­τε, «Πῶς γνω­ρί­ζε­τε;» ἡ ἀ­πάν­τη­σή μου θά­ταν, «δέν γνω­ρί­ζω· προ­τεί­νω μό­νον μιά εἰ­κα­σί­α. Ἄν ἐν­δι­α­φε­ρό­σα­στε γιά τό πρό­βλη­μά μου, θά­μαι πο­λύ εὐ­τυ­χής ἄν κρί­νε­τε τήν εἰ­κα­σί­α μου, καί ἄν μοῦ προ­σφέ­ρε­τε ἀν­τί-προ­τά­σεις, ἐ­γώ μέ τή σει­ρά μου θά προ­σπα­θή­σω νά τίς κρί­νω».

Τοῦ­το, πι­στεύ­ω, εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θής θε­ω­ρί­α τῆς γνώ­σε­ως (τήν ὁ­ποί­α ἐ­πι­θυ­μῶ νά ὑ­πο­βάλ­λω στήν κρι­τι­κή σας): ἡ ἀ­λη­θής πε­ρι­γρα­φή μιᾶς πρα­κτι­κῆς πού ἐμ­φα­νί­στη­κε στήν Ἰ­ωνί­α καί ἡ ὁ­ποί­α ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στή σύγ­χρο­νη ἐ­πι­στή­μη (μο­λο­νό­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λοί ἐ­πι­στή­μο­νες οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νά πι­στεύ­ουν στό μύ­θο ἐ­πα­γω­γής τοῦ Βά­κω­νος): τή θε­ω­ρί­α ὅ­τι ἡ γνώ­ση προ­χω­ρά­ει μέ­σω εἰ­κα­σι­ῶν καί δι­α­ψεύ­σε­ων.

Δύ­ο ἀ­πό τούς με­γα­λύ­τε­ρους ἀν­θρώ­πους πού εἶ­δαν σα­φῶς ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­ξε δι­ό­λου κά­τι τέ­τοι­ο ὅ­πως ἡ ἐ­πα­γω­γι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, καί οἱ ὁ­ποῖ­οι σα­φῶς κα­τά­λα­βαν τί θε­ω­ρῶ ὡς ἀ­λη­θι­νή θε­ω­ρί­α τῆς γνώ­σε­ως, ἦ­ταν ὁ Γα­λι­λαῖ­ος καί ὁ Ἀϊνστάιν. Ὡστόσο οἱ ἀρ­χαῖοι τό γνώ­ρι­ζαν ἐ­πί­σης. Ὅσο κι ἄν φαί­νε­ται ἀ­πί­στευ­το, βρί­σκου­με μιά σα­φῆ ἀ­να­γνώ­ρι­ση καί δι­α­τύ­πω­ση τῆς θε­ω­ρί­ας αὐ­τῆς τῆς ἐλ­λο­γι­κῆς γνώ­σε­ως σχε­δόν ἀ­μέσως με­τά τήν ἀ­παρ­χή ταῆς κρι­τι­κῆς συ­ζη­τή­σε­ως. Τά πα­λαι­ό­τε­ρα σω­ζό­με­να ἀ­πο­σπά­σμα­τα πού ­ἔ­χου­με στό χῶ­ρο αὐ­τό εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να το­ῦ Ξε­νο­φά­νη. Θά πα­ρου­σιά­σω ἐ­δῶ πέν­τε ἀ­π’ αὐ­τά σέ μιά σει­ρά πού δεί­χνει ὅ­τι ἦ­ταν τό θάρ­ρος τῆς ἐ­πι­θέ­σε­ώς του καί ἡ σο­βα­ρό­τη­τα τῶν προ­βλη­μά­των του πού τόν ­ἔ­κα­ναν νά συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τό γε­γο­νός ὅ­τι ὅ­λη ἡ γνώ­ση μας ἦ­ταν εἰ­κα­σί­α. Ὡστόσο, μπο­ροῦ­με πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ψά­χνον­τας γι’ αὐ­τή τή γνώ­ση «ποι­ό εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο», νά τή βρί­σκου­με μέ τόν και­ρό. Ἰδού τά πέν­τε ἀ­πο­σπά­σμα­τα (DK, Β 16 καί 15, 18, 35, καί 34) ἀ­πό τά γρα­πτά του Ξε­νο­φά­νη.

 

Αἰ­θί­ο­πες τέ < θε­ούς σφε­τέ­ρους> σι­μούς μέ­λα­νας τέ θρῆ­ι­κές τε γλαυ­κούς καί πυρ­ρούς < φά­σι πέ­λε­σθαι >[4]

 

ἀλ­λ’ εἰ χεῖρας ἔ­χον βό­ες < ἵπποι τ’ > ἡέ λέ­ον­τες

ἤ γρᾶψαι χεί­ρε­σι καί ἔρ­γα τε­λε­ῖν ἅ­περ ἄν­δρες,

ἵπ­ποι μέν θ’ ­ἴπ­ποι­σι βό­ες δέ τέ βου­σίν ὁ­μοί­ας

καί < κέ> θε­ῶν ἰ­δέ­ας ἔ­γρα­φον καί σώ­μα­τ’ ἐ­ποί­ουν

τοι­α­ϋ­θ’ οἷ­όν πέρ καὐ­τοί δέ­μας εἶ­χον < ἕ­κα­στοι >.[5]

 

                                              *

οὗ­τοι ἀ­π’ ἀρ­χῆς πάν­τα θε­οί θνη­τοῖσ’ ὑ­πέ­δει­ξαν,

ἀλ­λά χρό­νω­ι ζη­το­ῦν­τες ἐφευ­ρί­σκου­οιν ἀ­μει­νον[6]

 

 

*τα­ῦ­τα δε­δο­ξά­σθω μέν ἐ­οι­κό­τα τοῖς ἐ­τύ­μοισοι…[7]

 

                                                      *

καί τό μέν οὖν σα­φές οὐ­τις ἀ­νήρ ἴδεν οὐ­δέ τις ἔ­σται

           εἰ­δῶς ἀμ­φί θε­ῶν τέ καί ἅσ­σα λέ­γω πε­ρί πάν­των

           εἰ γάρ καί τά μά­λι­στα τύ­χοι τε­τε­λε­σμέ­νον εἰ­πών,

           αὐ­τός ὅμως οὐκ οἶ­δε· δό­κος δ’ ἐ­πί πᾶ­σι τέ­τυ­κται.[8]

 

Γιά ὑ­ά δεί­ξω ὅτί ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ἦ­ταν μό­νος μπο­ρῶ ἐ­πί­σης νά ἐ­πα­να­λά­βω ἐ­δῶ δύ­ο ἀ­πό τίς ρή­σεις τοῦ Ἡράκλειτου DK, Β 78 καί 80 [Σ.τ.Μ.: δι­ορ­θω­τέ­ον: Πρό­κει­ται γιά τό ἀπ. Β 18]) τίς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χω ἀ­να­φέ­ρει καί πρίν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κό πλαί­σιο. Καί οἱ δύ­ο ἐκ­φρά­ζουν τόν εἰ­κο­το­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἀν­θρώ­πι­υ­ης γνώ­σεως, καί ἡ δεύ­τε­ρη ἀν­α­φέ­ρε­ται στή­ν τόλ­μη της, στήν ἀ­νάγ­κη νά προσ­δο­κᾶ μέ θάρ­ρος αὐ­το πού δέν γνω­ρί­ζου­με.

 

ἦ­θος γάρ ἀν­θρώ­πει­ον μέν οὐκ ἔ­χει γνώ­μας,

θε­ῖον δέ ἔ­χει.[9]

                                                        *

ἐ­άν μή ἔλ­πη­ται, ἀ­νέλ­πι­στον οὐκ ἐ­ξευ­ρή­σει,

ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τον ἐ­όν καί ἄ­πο­ρον.[10]

 

                                                        *

Ἡ τε­λευ­ταί­α μου πα­ρα­πομ­πή εἶ­ναι μιά πο­λύ γνω­στή ἀ­πό τό Δη­μό­κρι­το (DK, Β 117):

 

ἐ­τεῆ­ι δέ οὐ­δέν ἴδμεν ἐν βυ­θῶ­ι γάρ ἡ ἀ­λή­θεια.[11]

Ἔ­τσι προ­δι­α­γρά­φε­ται ἡ κρι­τι­κή στά­ση τῶν Πρό­σωκρα­τι­κῶν, καί προ­ε­τοι­μά­ζε­ται γιά τόν ἠ­θι­κό ἐλ­λο­γι­κισμό τοῦ Σω­κρά­τη: γιά τήν πί­στη του ὅτί ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας μέ­σω τῆς κρι­τι­κῆς συ­ζη­τή­σε­ως ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος ζω­ῆς – τό κάλ­λι­στο πού γνώ­ρι­ζε.

 


[1] Τίτλος θεατρικοῦ ἔργου ταῦ G. B. Shaw. Πρώτη παράσταση 1992

[2] Ἐρασιτέχνης= Ἐραστής τῆς τέχυης. Το ἴδιο καί στο amateur τοῦ πρωτοτύπου. [Σ.τ.Μ.].

[3] Πράγ­μα­τι, ὁ G.S. Kirk ἀ­πάν­τη­ο­ε στόν Popper μέ τό κεί­με­νό του Popper on science and the Presocratics. Τό κεί­με­νο πού δη­μο­σι­εύ­ου­με, ἡ ἀ­πάν­τη­ση Kirk καί ἡ μα­κρά ἀν­τα­πάν­τη­ση τοῦ Popper, βρί­σκον­ται στό­ ἔρ­γο­ τοῦϋ τε­λευ­ταί­ου Conjectures and Refutations, London, Routledge & Kegan Paul. Τά δύ­ο πρῶ­τα κεί­με­να ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­θη­καν στό Studies in Presocratic Philosophy, vol. 1. The Beginnings of Philosophy, ed: D.J. Furley R E. Allen, London, Routledge & Kegan Paul. [Σ.τ.Μ.].

[4] Οἱ Αἰ­θί­ο­πες λέ­γουν ὅτι οἱ θε­οί τους εἶ­ναι με ­πλα­κου­τσω­τή μύ­τη καί μαῦ­ροι, ἐ­νῶ οἱ Θρᾶ­κες λέ­γουν ὅτι οἱ δι­κοί τους ἔ­χουν γα­λα­νά μά­τια καί κόκ­κι­να μαλ­λιά.

[5] Ὡστόσο ἄν τά βό­δια ἤ τ’ ἄ­λο­γα ἤ τά λι­ον­τά­ρια εἶ­χαν χέ­ρια καί μπο­ροῦ­σαν νά σχε­διά­σουν καί μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν γλυ­πτι­κή ὅ­πως οἱ ἄν­θρω­ποι, τό­τε τ’ ἄ­λο­γα θά σχε­δί­α­ζαν τούς θε­ούς τους, ὡς ἄ­λο­γα, καί τά βό­δια ὡς βό­δια, καί ὁ κα­θέ­νας θά ἔ­δι­νε τό σχῆ­μα στά σώ­μα­τα τῶν θε­ῶν κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν, τό κά­θε εἶ­δος, τοῦ δι­κοῦ του.

[6] Οἱ θε­οί δέν ἀ­πε­κά­λυ­ψαν, ἀ­πό τήν ἀρ­χή, τά πάν­τα σέ μᾶ­ς· ἀλ­λά μέ τήν πά­ρο­δο το­ῦ χρό­νου, μέ­σω τῆς ἀ­να­ζη­τή­σε­ως, οἱ ἄν­θρω­ποι βρί­σκουν ὅ,τι εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο…

[7] Αὐτά τά πράγ­μα­τα, εἰ­κά­ζο­μεν, ὡς τήν ἀ­λή­θεια.

[8] Ἀλλά ὅσό γιά τήν πραγ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια, κα­νείς δέν τή γνώ­ρι­σε, οὔ­τε θά τή γνω­ρί­σει· οὔ­τε τούς θε­ούς, οὔ­τε ἀ­κό­μη ὅλα ἐ­κεῖ­να γιά τά ὁ­ποῖ­α ὁ­μι­λῶ. Κι ἄν ἀ­κό­μη κα­τά τύ­χη ἐ­πρό­κει­το νά προ­φέ­ρει τήν ­ἔ­σχα­τη ἀ­λή­θεια, ὁ­ ­ἴ­διος δέν θά τό γνώ­ρι­ζε: δι­ό­τι τά πάν­τα δέν εἶ­ναι πα­ρά ἕ­να πλέγ­μα εἰ­κα­σι­ῶν.

[9] Δέν εἶ­ναι στή φύ­ση ἤ στό χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἀν­θρώ­που νά κα­τέ­χει τήν ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση, ἐ­νῶ εἶ­ναι στή φύ­ση το­ῦ θεί­ου.

[10] Ἐκεῖνος πού δέν πε­ρι­μέ­νει τό ἀ­προσ­δό­κη­το δέν θά τό ἀ­να­κα­λύ­ψει: θά μεί­νει γι’ αὐ­τον ἀ­σύλ­λη­πτο, καί ἀ­πλη­σί­α­στο.

[11] Ἀλλά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τί­πο­τα δέν γνω­ρί­ζου­με ­ἔ­χον­τας τό δεῖ· δι­ό­τι ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι βα­θιά κρυμ­μέ­νη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s