Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ


Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

 

Σεμινάριο της 6ης Φεβρουάριου 1985*

 

Κ. Καστοριάδης

Γιατί η ιστορία – η ιστοριογραφία Καστοριάδης– γεννάται από τους Έλληνες και όχι από άλλους λαούς; Μπορούμε να απαντήσουμε συνοπτικά, λέγοντας ότι από τη στιγμή κατά την οποία αμφισβητείται η παράδοση ως ανώτατη αρχή η οποία κρίνει το αληθές και το ψευδές, αρχίζει τόσο η πολιτική και φιλοσοφική δραστηριότητα, όσο και η ιστορική έρευνα, και ότι όλα αυτά απορρέουν από την ίδια κίνηση. Διότι αν η εικόνα του κόσμου την οποία δίνουν οι μύθοι της φυλής και οι ποιητές είναι ψεύτικη, αν οι νόμοι δεν είναι καλοί απλώς και μόνο επειδή προϋπήρχαν, τότε πρέπει να αναζητηθεί κάτι άλλο. Και αν το παρελθόν των Αθηνών είναι διαφορετικό απ’ ό, τι λέγεται, γιατί να μην προσπαθήσουμε να μάθουμε επίσης τι συμβαίνει με τους άλλους λαούς: Δεν είναι τυχαίο το ότι η ιστορία αρχίζει με τον Ηρόδοτο ταυτοχρόνως ως ιστορία και ως γεωγραφία-εθνογραφία, και το ότι η έρευνα για τη διαμάχη ανάμεσα σε Έλληνες και Πέρσες, ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, είναι μια έρευνα όχι μόνο για το παρελθόν, αλλά επίσης, σε επίπεδο χώρου ή συγχρονικό επίπεδο, μια προσπάθεια περιγραφής των εθίμων και των θεσμών των άλλων λαών: Αιγυπτίων, Περσών κ.λπ. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αυτό γίνεται με τέτοια αμεροληψία, που μπορεί μεν κανείς να προσπαθήσει να τη φτάσει. αλλά όχι και να την ξεπεράσει. Ο Ηρόδοτος βάζει τους ορκισμένους εχθρούς των Ελλήνων πάνω από τους ίδιους από περισσότερες της μίας απόψεις, κυρίως όμως όσον αφορά τη θρησκεία, επισημαίνοντας, για παράδειγμα, ότι. αντίθετα με τους Έλληνες, οι Πέρσες δεν προσέδωσαν ποτέ ανθρώπινη μορφή στους θεούς τους.[1] Η άρνηση του ανθρωπομορφισμού, η οποία περιορίζεται στην Ελλάδα σε μερικούς σοφούς, ήταν ο κανόνας στους εχθρούς τους. Η γένεση της ιστορίας συνιστά επομένως ταυτόχρονη έρευνα στο δικό μας παρελθόν καθώς και στους θεσμούς (με την ευρύτερη έννοια) των άλλων. Διαβάζουμε με έκπληξη ενίοτε πως η ιστορία και η φιλοσοφία της ιστορίας δεν μπορούσαν να γεννηθούν παρά μόνο μέσα από την εβραϊκή ή χριστιανοεβραϊκή σύλληψη μιας γραμμικής ιστορίας, διότι είναι γεγονός πως οι Εβραίοι δεν έχουν ιστορία, αλλά χρονικά και παραδόσεις, και ότι σε έναν κόσμο που επί δώδεκα αιώνες ήθελε να εμφανίζεται ως χριστιανικός, στον βυζαντινό κόσμο, ο οποίος μιλούσε μάλιστα την ίδια γλώσσα με τον Θουκυδίδη, η ιστορία είναι απλώς ένα ελάχιστα αξιόπιστο χρονικό, όπου το θαύμα είναι πανταχού παρόν.

Συνέχεια

ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ


ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

 

Αμαλία Κ. Ηλιάδη

ΤΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Πηγή: http://www.e-telescope.gr/el/mystery-and-strange/307-ancient-greek-mysteries

  image011

Η λέξη Μυστήριο στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε το απόρρητο, το μυστικό, το άρρητο μέρος μιας τελετής ή λατρείας οι οποίες δεν γίνονταν φανερές σε άτομα που δεν είχαν μυηθεί. Όπως φαίνεται και ετυμολογικά η λέξη παράγεται από το ρήμα “Μυείν” δηλαδή κλείνω και αναφέρεται κυρίως στα μάτια και στα χείλη. Εκείνοι που μυούνται στα μυστήρια του υπερβατικού, απαγορεύεται να τα ανακοινώσουν σε άλλους μη μυημένους, πρέπει να κλείνουν το στόμα τους.

image002

Τα αρχαία Μυστήρια ήταν ίσως η ανώτερη πνευματική κληρονομιά στην  αρχαία Ελλάδα. Ήταν κυρίως κρυφές λατρείες, όπου έπρεπε πρώτα κανείς να μυηθεί, κοινώς να εισαχθεί. Ο οπαδός αυτής της λατρείας ονομαζόταν Μύστης και το πρόσωπο που τον εισήγαγε σ’ αυτή Μυσταγωγός. Κάθε μυστηριακή κοινότητα είχε τα κοινά γεύματα, τους κοινούς χορούς και τις ιεροτελεστίες, όπου άνθρωποι που έσμιγαν στον ίδιο χορό, που συμμετείχαν στα ίδια δρώμενα ένιωθαν για πάντα ενωμένοι. Στην εσωτερική έννοιά τους παρουσίαζαν τις αιώνιες αλήθειες είτε ήταν φυσικές, είτε ήταν πνευματικές που διατηρήθηκαν στο πέρασμα χιλιάδων ετών.

Συνέχεια

Η τριήρης


Η τριήρης

 

Πρόκειται για πολεμικό κωπήλατο πλοίο με τρεις σειρές κουπιών σε κάθε πλευρά. Αποτέλεσε το αριστούργημα της αρχαιοελληνικής ναυπηγικής τέχνης και το ένδοξο όπλο των Περσικών πολέμων. Πρόκειται για επαναστατική εξέλιξη της διήρους (πιθανότατα από τον Κορίνθιο ναυπηγό Αμεινοκλή) με την προσθήκη μιας επιπλέον σειράς κωπηλατών στον κενό χώρο δίπλα στην κουπαστή σε ψηλότερο επίπεδο από τους άλλους κωπηλάτες. Για την εξασφάλιση της απαιτούμενης ροπής επινοήθηκε ο ευφυής εξωλέμβιος τράπηκας. Οι τρεις σειρές κωπηλατών εξασφάλιζαν στο σκάφος τριπλάσια κινητήρια ισχύ από την πεντηκόντορο χωρίς ουσιαστική αύξηση του μήκους του. Αυτό ήταν ένα σημαντικό πλεονέκτημα στις καταδιώξεις και τους εμβολισμούς των αντιπάλων. Η πλοήγηση επιτυγχανόταν με τα δύο μεγάλα κουπιά της πρύμνης. Επικουρικά διέθετε ένα μεγάλο τετράγωνο ιστίο στο μέσον της και ένα μικρότερο στην πρύμνη της με πλήθος τροχαλιών για τον ευχερή χειρισμό τους. Το πλήρωμά της συνήθως αποτελούνταν από 170 κωπηλάτες, 10 ναύτες, 14 (έως 80 σε ειδικές περιπτώσεις) οπλίτες, 5 αξιωματούχους και τον κυβερνήτη. Το μήκος της έφθανε τα 40 μέτρα, το πλάτος της τα 5,20 μέτρα και το βύθισμά της τα 1,10 μέτρα. Η ταχύτητά της έφθανε τα 12 ναυτικά μίλια ανά ώρα. Συνήθως έφερε πλήρες κατάστρωμα κυρίως για την προστασία των κωπηλατών αλλά και την ευχερή μεταφορά των οπλιτών. Το συγκεκριμένο ομοίωμα αποτελεί αντίγραφο της ανακατασκευασμένης τριήρους με το όνομα «Ολυμπιάς» από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό σε σχέδια των Βρετανών Κόουτς και Μόρισον.

   

 

 

  Συνέχεια

ΠΙΣΩ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ !


ΠΙΣΩ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ !

Proswkratikoi

Λήψη του αρχείου

σε συμπιεσμένη μορφή


  Karl Popper

 I220px-Karl_Popper

Τό «πί­σω στό Μα­θου­σά­λα»[1] ἦ­ταν ἕ­να προ­ο­δευ­τι­κό πρό­γραμ­μα, συγ­κρι­νό­μεν­ο μέ τό «Πί­σω στό Θα­λῆ» ἤ τό «Πί­σω στον Ἀ­να­ξί­μαν­δρο»: ὅ,τι μᾶς πρό­σφε­ρε ὁ Shaw ἦ­ταν μιά βελ­τι­ω­μέ­νη προσ­δο­κί­α ζω­ῆς — κά­τι πού κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στόν ἀ­έ­ρα, ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ὅ­ταν τό­γρα­φε. Δέν ἔ­χω τί­πο­τα νά σᾶς προ­σφέ­ρω, τί­πο­τα, φο­βοῦ­μαι, πού νά κυ­κλο­φο­ρεῖ σή­με­ρα στόν ἀ­έ­ρα· δι­ό­τι αὐ­τό στό ὁ­ποῖ­ο θέ­λω νά ἐ­πι­στρέ­φου­με εἶ­ναι ἡ ἁ­πλή καί εἰ­λι­κρι­νής ἐ­κλο­γί­κευ­ση τῶν Προ­σω­κρα­τι­κῶν. Ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τή ἡ τό­σο πο­λύ συ­ζη­τη­μέ­νη «ἐ­κλο­γί­κευ­ση» τῶν Προ­σω­κρα­τι­κῶν; Ἡ ἁ­πλό­τη­τα καί ἡ τολ­μη­ρό­τη­τα τῶν ἐ­ρω­τη­μά­των τους εἶ­ναι μέ­ρος της, ἀλ­λά ἡ θέ­ση μου εἶ­ναι ὅ­τι τό ἀ­πο­φα­σι­στι­κό ση­μεῖ­ο εἶ­ναι ἡ κρι­τι­κή στά­ση ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως θά προ­σπα­θή­σω νά δεί­ξω, ἀρ­χι­κά ἀ­να­πτύ­χθη­κε στήν Ἰ­ω­νι­κή Σχο­λή.Τά ἐ­ρω­τή­μα­τα στά ὁ­ποῖ­α οἱ Προ­σω­κρα­τι­κοί προ­σπά­θη­σαν ν’ ἀ­παν­τή­σουν, ἦ­ταν πρω­τί­στως έ­ρω­τή­ματα κοσμολογικά, ἀλλά ἦταν ἐπίσης καί ἐρωτήματα θεωρίας τῆς γνώσεως. ’Ἔχω τήν πεποίθηση πώς ἡ φιλοσοφία πρέπει νά ἐπιστρέφει στήν κοσμολογία καί στήν ἁπλή γνωσεοθεωρία. Ὑπάρχει ἕνα, τουλάχιστον, φιλοσοφικό πρόβλημα πού ἐνδιαφέρει κάθε σκεπτόμενο ἄνθρωπο: τό πρόβλημα τῆς κατανόησης τοῦ κόσμου μέσα στόν ὁποῖο ζοῦμε: καί, ὡς ἐκ τούτου, τοῦ ἑαυτοῦ μας (ὁ ὁποῖος εἶναι μέρος αὐτοῦ τοῦ κόσμου) καί τῆς γνώσης μᾶς γι’ αὐτόν. Πιστεύω πώς ὁλόκληρη ἡ ἐπιστήμη εἶναι κοσμολογία καί, γιά μένα, τό ἐνδιαφέρον τῆς φιλοσοφίας, ὄχι λιγότερο ἀπ’ ὅτι τῆς ἐπιστήμης, βρίσκεται ἀποκλειστικά στή θαρραλέα της προσπάθεια νά προσθέσει στή γνώση μας γιά τόν κόσμο. Γιά παράδειγμα, ὁ Wittgenstein μ’ ἐνδιαφέρει, ὄχι γιά τή γλωσσολογική του φιλοσοφία ἀλλά διότι τό Tractatus του ἦταν μιά κοσμολογική πραγματεία (μολονότι ἀδούλευτη), καί διότι ἡ γνωσεοθεωρία του ἦταν στενά δεμένη μέ τήν κοσμολογία του.

Συνέχεια