Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Περί δούλων*

ΆνναΤζιροπούλουΕυσταθίου

Διευθύντρια Σπουδών της «Ελληνικής Αγωγής»

«Ἔφαγόν τε, ἔπιόν τ ε και αἰδοίοισιν ἔδωκα»

(=Έφαγα, ήπια, έδωσα και στους αιδοίους).

                                                                             Οδ. Ο, 373.

    Σχολιάζει ο αρχαίος σχολιαστής: «αἰδοίους τούς οἰκέτας (= υπηρέτας) λέγει, διά τό ἀξίους εἶναι αἰδοῦς» αιδοίος» γενικώς είναι ο σεβαστός, ο άξιος προστασίας).

 

Ο στίχος αυτός φανερώνει την ελληνική αντίληψι περί δούλων. Είναι γνωστό βεβαίως ότι οι αρχαίες κοινωνίες υπήρξαν δουλοκτητικές. Ο νικημένος εχθρός εγίνετο δούλος του νικητού και παρέμενε εις την υπηρεσίαν του, εκτός εάν οι συγγενείς του τον απελευθέρωναν καταβάλλοντες λύτρα.

 

    «Στρατόπεδα συγκεντρώσεως» και «φυλακές» δεν υπήρχαν. Ο δορυάλωτος εχθρός δεν ήτο δυνατόν να αφεθή ελεύθερος, αφού) κατά την αναμέτρησι με τον αντίπαλο (σύμφωνα πάντοτε με τα ελληνικά ιδεώδη) δεν ενίκησε αλλά ούτε έπεσε μαχόμενος («ἤ τάν ἤ ἐπί τᾶς»). Παρεδόθη, ανεδείχθη ήσσων, ἥττων (κατώτερος, ολιγώτερος), δηλαδή ἡττήθη.

Στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξις «δουλέμπορος» δεν υπάρχει. Δουλεμπορικά πλοία και δουλεμπορικά πρακτορεία είναι πολύ μεταγενέστερα.

    Γι’ αυτό στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξις «δουλέμπορος» δεν υπάρχει. Δουλεμπορικά πλοία και δουλεμπορικά πρακτορεία είναι πολύ μεταγενέστερα, νεώτερα κατασκευάσματα, ενώ υποτίθεται ότι ο θεσμός της δουλείας έχει πλέον εκλείψει. Οί καθηγηταί HANSON και HEATH, στο βιβλίο τους «Ποιος σκότωσε τον Όμηρο» (έκδ. ΚΑΚΤΟΣ) σημειώνουν ενδεικτικά οτι ό Αριστοτέλης θα έλεγε «ότι οι Αμερικανοί έθεσαν εκτός νόμου τη δουλεία μόνο και μόνο για να μεταχειρίζονται εκατομμύρια ελευθέρων ανθρώπων χειρότερα από δούλους» (σελ. 173). Ο Πλάτων στους ΝΟΜΟΥΣ συνιστά αφ ενός να μην ύποδουλώνωνται Έλληνες, αφ ετέρου να γίνεται καλή μεταχείρισις των δούλων. Και πράγματι, στην Ελλάδα συνέβαινε αυτό ακριβώς. «Δούλοι» και «κύριοι» ζούσαν αρμονικά, συνδεόμενοι με στοργή, φροντίδα, συμπάθεια, οικειότητα, όπως γίνεται ολοφάνερο, και πάλι μέσα από τους στίχους του Ομήρου. Όταν λ.χ. ό Τηλέμαχος γυρίζει από το ταξίδι του στην Σπάρτη, οι «δούλες» τρέχουν και τον φιλούν με αγάπη στην κεφαλή και στους ώμους («κύνεον ἀγαπαζόμεναι κεφαλήν τε και ὤμους».) Ό Τηλέμαχος προσφωνεί τον δούλο χοιροβοσκό «ἄττα» (=πατερούλη, παππούλη), η Πηνελόπη προσφωνεί με σεβασμό την ταμία (=οικονόμο) Ευρυνόμη «Μαία» (=σεβαστή μητέρα), οι δε δούλοι απευθύνονται προς τους κυρίους τους καλώντας τους με το όνομα τους. Ο Ετεωνεύς π.χ. ο δούλος του Μενελάου: «ώ Μενέλαε» (δ. 26). Ή δούλη του Έκτορος στον Έκτορα: «Έκτορ»(Ζ,382)κ.ο.κ.

 

    Γι’ αυτό και ο ιστορικός Κορδάτος παραδέχεται: «Οι δούλοι δεν είναι σκλάβοι με την πραγματική σημασία τής λέξης. Είναι παραγυιοί και ψυχογυιοί του αρχηγού της οικογενείας. Το ίδιο και οι σκλάβες, είναι ψυχοκόρες και παραδουλεύτρες, γιατί δε ν έχουν ακόμα ωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι, ώστε από την εργασία τους να βγαίνη χρήσιμη υπεραξία. Η εργασία γίνεται από κοινού από όλα τα μέλη του γένους. Ακόμα και οι βασιλείς και οι άνακτες δουλεύουν. Ο Οδυσσεύς φτιάνει μόνος του το κρεββάτι του. Ο Τηλέμαχος καταπιάνεται με δουλειές του χεριού. Η Ναυσικά πλένει τα ρούχα της μαζί με τις δούλες στο ποτάμι. Το ίδιο γίνεται και στα αμπέλια και στα χωράφια. Κι’ εκεί πηγαίνουν όλοι μαζί και δουλεύουν. Δεν υπάρχουν αφέντες και εργάτες… »

 

    Στην αρχαίαν Ελλάδα οι δούλοι εκτελούσαν χρέη θυρωρού, μαγείρου, παιδαγωγού, αγροκαλλιεργητού, βοσκού. Οι θεραπαινίδες ησχολούντο με τα οικιακά. Υπήρχαν επίσης οι δημόσιοι δούλοι οι όποιοι εκτελούσαν χρέη οδοκαθαριστού, αστυνομικού, κλητήρος της Βουλής και του Δικαστηρίου, αλλά και χρέη δημίου, επειδή ουδείς ελεύθερος πολίτης εδέχετο να γίνη δήμιος ή, έστω, να αστυνόμευση. Οι σκληρότερα εργαζόμενοι δημόσιοι δούλοι ήσαν οι απασχολούμενοι στους μύλους και στα μεταλλεία του Λαυρίου. Συνήθως έστελναν εκεί τους ανέντιμους και κάκου χαρακτήρας δούλους, ως τιμωρία. (Πρβλ. τα μεταγενέστερα «καταναγκαστικά έργα».)

    Οι Έλληνες, φορείς υψηλού πολιτισμού και παιδείας, συμπεριεφέρθησαν πάντοτε εις τους δούλους με τρόπο ανθρωπιστικό:

«Κἄν δοῦλος ᾗ τις, οὐδέν ἧττον ἄνθρωπος οὗτος ἐστίν…» (Φιλήμων)

«Κἀν δοῦλος ᾗ τις, σάρκα τήν αὐτήν ἔχει· φύσει γάρ οὐδείς δοῦλος ἐγεννήθη ποτέ, ἡ δ’ αὖ τύχη τό σῶμα κατεδουλώσατο.»

    Ο κακομεταχειριζόμενος δούλος είχε την δυνατότητα να καταφυγή ως ικέτης στους βωμούς των ιερών ναών, κατά προτίμησιν στον βωμό των Ερινυών ή του Θησέως, οπότε ο κύριος του υπεχρεούτο να τον μεταπώληση. Ο νόμος επροστάτευε τον δούλο όπως ακριβώς και τον ελεύθερο άνθρωπο εναντίον των βιαιοπραγιών. Παραχωρούσε μάλιστα στον δούλο και ένα «συνήγορο» για κάθε άμφισβήτησι σχετικώς με την περίπτωσι απελευθερώσεως του. «Ἀθηναῖοι δέ καί τῆς τῶν δούλων προνοοῦντες τύχης, ἐνομοθέτησαν καί ὑπέρ δούλων γραφάς ὕβρεως εἶναι».

 

    Ο Ξενοφών παρατηρεί ότι «οἱ Ἀθηναῖοι ἐποίησαν ἰσηγορίαν τοῖς δούλοις» προς τους ελευθέρους. Και ό Δημοσθένης κατά Μειδίου») τονίζει:

«47 Ἐάν τίς ὑβρίζῃ εἰς τινα, ἤ παῖδα ἤ γυναῖκα ἤ ἄνδρα, τῶν ἐλευθέρων ἤ τῶν δούλων, ἤ παράνομόν τι ποιήσῃ εἰς τούτων τινά, γραφέσθω πρός τούς θεσμοθέτας, ὁ βουλόμενος Ἀθηναίων…

48 Ἀκούετε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναοι, τοῦ νόμου τῆς φιλανθρωπίας, ὅς οὐδέ τούς δούλους ὑβρίζεσθαι ἀξιοῖ· τί οὖν πρός θεῶν; εἴ τις εἰς τούς βαρβάρους ἐνεγκών τόν νόμον τοῦτον, παρ’ ὧν τά ἀνδράποδα εἰς τούς Ἕλληνας κομίζεται, ἐπαινῶν ὑμᾶς καί διεξιών περί τῆς πόλεως εἴποι πρός αὐτούς ὅτι 49 εἰσίν Ἕλληνες τίνες ἄνθρωποι οὕτως ἥμεροι καί φιλάνθρωποι τούς τρόπους ὥστε (πολλά ὑφ ὑμῶν ἠδικημένοι, καί φύσει τῆς πρός ὑμᾶς ἔχθρας αὐτοῖς ὑπαρχούσης πατρικῆς) ὅμως οὐδέ τούτους ὑβρίζειν ἀξιοῦσιν, ἀλλά νόμον δημοσίᾳ τόν ταῦτα κωλύσοντα τέθεινται, καί πολλούς ἤδη παραβάντας τόν νόμον τοῦτον, ἐζημιώκασιν θανάτῳ».

    Ο Ευριπίδης δεν αμελεί να το υπενθύμιση ποιητικά:

«Νόμος τοῖς τ’ ἐλευθέροις ἴσος καί τοῖς δούλοις» (Εκάβη 291).

 

    Ο Αριστοτέλης υποδεικνύει (Οίκονομ. 1344) : «…δεῖ πρῶτον δούλους παρασκευάζεσθαι σπουδαίους. Δούλων δέ εἴδη δύο, ἐπίτροπος καί ἐργάτης. Ὁμιλία δέ πρός δούλους, ὡς μήτε ὑβρίζειν ἐᾶν μήτε ἀνιέναι. Καί τοῖς μεν ἐλευθεριωτέροις τιμῆς μεταδιδόναι, τοῖς δ’ ἐργάταις τροφῆς πλῆθος…» και καταλήγει:

 

«Χρή δέ καί τέλος ὡρίσθαι πᾶσι. Δίκαιον γάρ καί συμφέρον, την ἐλευθερίαν κεῖσθαι ἆθλον». [τέλος: Η λ. τέλος, εκτός από πέρας, όριον, τέκμαρ, λοίσθημα, σημαίνει και σκοπός, προσφορά, αξία. Έτυμολογεϊται εκ του τλάω-ῷ]. Οι χρηματικές οικονομίες ενός δούλου άνηκαν εις τον κύριόν του αλλά εκείνος, συνήθως, του επέτρεπε να τις διαθέτη όπως ήθελε.

 

«Οταν ό Τηλέμαχος γυρίζει απτο ταξίδι του στήνΣπάρτη, οι «δούλες» τρέχουν καιτον φιλούν με αγάπη στην κεφαλή καιστους ώμους («κύνεον ἀγαπαζόμεναι κεφαλήν τ ε και ὤμους».)

    Η περίπτωσις αυτή επεξηγεί το πώς μερικοί δούλοι με προσόντα έφθασαν να κατακτήσουν αξιοζήλευτες θέσεις στην κοινωνία της εποχής τους. Η Επιγραφή της Γόρτυνος (Κρήτη) αναφέρει ότι ο δούλος ημπορούσε να έχη ζώα δικά του και διάφορα περιουσιακά στοιχεία, έστω και περιωρισμένα. Ο χοιροβοσκός Εύμαιος, απευθυνόμενος στον «κύριό του» τον Τηλέμαχο λέει… «δῖος ὑφορβός… Τηλέμαχον ἔπεα πτερόεντα προσηύδα: ὦ φίλε, ἐγώ μέν ἄπειμι, φυλάξων σόν καί ἐμόν βίοτον». (ρ. 593) = Πάω να φυλάξω το δικό σου και το δικό μου βίος.

 

Επί πλέον, όπως γράφει και ο Γ. Μιστριώτης (Έλλην. Γραμμ.Α18),

«Οι Έλληνες ήσαν φιλάνθρωποι προς τους δούλους και δεν απέκλειαν τούτους της παιδεύ-σεως …δούλοι εξήρθησαν μέχρι της φιλοσοφίας…Μένιππος, Επίκτητος κ.α. Ο Μένιππος έγραψε «Περί των διαπρεψάντων εν παιδεία δούλων».

    Οι Ελληνικοί νόμοι απηγόρευαν επίσης την κατά αυτοδικίαν παρακράτησιν δούλου. Σε περίπτωσι αμφιβολίας για το αν κάποιος είναι ελεύθερος ή δούλος, τεκμαίρεται ότι είναι ελεύθερος. Προβλέπονται επίσης ποινές για τους βιαστάς δούλων (βλ. Επιγραφή της Γόρτυνος, Έκδ. Έλ. Σκέψη). Ο Ιπποκράτης εις τον Όρκον του τονίζει: «…ἐκτός ὤν πάσης ἀδικίας…ἐπί σωμάτων …ἐλευθέρων τε καί δούλων…»

Η Επιγραφή τηςΓόρτυνος (Κρήτη) αναφέρει ότι οδούλος ημπορούσε να χη ζώα δικά του και διάφορα περιουσιακά στοιχεία, έστω και περιωρισμένα.

    Η αρχαία οικογένεια υπεδέχετο και έκανε δεκτούς τους νέους δούλους με μία θρησκευτική τελετή. Τους έβαζαν να καθίσουν εις την εστίαν της οικίας (πρβλ. τις ονομασίες «οἰκέτης», «οἰκεύς», «μάμμος» (=παππούς), «σηκίς», «ἑρκίτης», «παῖς», «παιδίσκη») και η δέσποινα του οίκου άπλωνε επί της κεφαλής τους σύκα, καρύδια και μέλι. Συγχρόνως τους εδίδετο και όνομα. Ο δούλος εις το εξής αποτελούσε μέλος της οικογενείας. Συμμετείχε στις προσευχές, στις θρησκευτικές εορτές και εθάπτετο εις τον οικογενειακόν τάφον. Διαβάζουμε στους «Παπύρους επιλογής» (Έκδ. LOEB): «…ὅπως τό τοῦ -δούλου – σῶμα τύχη τῆς δεούσης περιστολῆς καί καταθέσεως… » Ο Γ. Βουλόδημος (Περί Ιδ. Βίου Αρχ. Ελλ.-Οδησσός 1875) γράφει: « Η τοιαύτη ελευθερία και άνεσις των δούλων, ως υπό του Αριστοτέλους καλείται, ην συνέπεια της ηπιωτέρας αττικής νομοθεσίας, ήτις παρείχε τω δούλω πλείονα προστασίαν και ευρύτερον στάδιον ενεργείας ή αλλαχού, ώστε σχεδόν και τα χαρακτηριστικά του ελευθέρου ανδρός, ή παρρησία και ισηγορία απεδίδοντο αυτοίς.

«Κἄν δοῦλος ᾗ τις, οὐδέν ἧττον ἄνθρωπος οὗτος ἐστιν…» (Φιλήμων)

Τοιούτον ην το έθος του δέχεσθαι τους νεωνήτους δούλους δι’ αστείας καταχύσεως μίγματος εκ διαφόρων εδεσμάτων και τρωγαλίων, ατινα εκαλούντο καταχύσματα, και άτινα όντα εν χρήσει και κατ άλλας ιερωτέρας τελετάς της οικογενείας, οίον κατά την υποδοχήν νύμφης, ήσαν η ζώσα έκφρασις της ευγενούς φιλανθρωπίας ήτις εθεώρει τον δούλον ουχί μόνον ως οικέτην, αλλά και ως σύντροφον και ομοτράπεζον. Έτι δε και εν ταις θρησκευτικαίς τελεταίς, και ο δούλος μετείχε των θυσιών και εορτών του οίκου. Πάντες οι εν ταις θυσίαις παριστάμενοι ερραντίζοντο και εκαθαίροντο διύδατος, λαμβανομένου εκ του βωμούτούτο ήσαν οι χέρνιβες… διο και παρ Αισχύλω καλούνται οι δούλοι χερνίβων κοινωνοί. Εν εορταίς δε οι δούλοι ουχί μόνον ελάμβαναν ανακούφισιν της καταστάσεως αυτών, αλλά και ισοτιμίας μετά των δεσποτών απήλαυον…συμπεριελαμβάνοντο και αυτοί εν τη γενική αναπαύσει και ευθυμία. Πολλαχού δε υπήρχον εορταί, καθ’ ας εχορηγείτο τοις δούλοις ελευθερία και ραστώνη…Τοιαύτα ήσαν τα εν Κρήτη Έρμαια, εν οις ευωχουμένων των οικετών οι δεσπόται υπηρετούν προς τας διακονίας- τοιούτο τι συνέβαινε και εν Τροιζήνι κατά τον μήνα Γεραίστιον, οτε εγίνετο πανήγυρις πολλών ήμερων, ως εν μια οι δούλοι μετά των πολιτών κοινή ηστραγάλιζον, και οι κύριοι τους δούλους ειστίωντοιαύτα ήσαν και τα παρά τοις Θεσσαλοίς Πελώρια, εορτή προς τον Δία τον Πέλωρον, εις ανάμνησιν της ευωχίας και εορτής της λαβούσης χωράν επί τη αγαθή αγγελία της εκ σεισμού διαρρήξεως των Τεμπών και της ανακύψεως των μεγάλων θεσσαλικών πεδιάδων…»

 

(Άρα, αρχαιότατος ο προς τους δούλους σεβασμός, η οικειότης και η συμπάθεια). Και συνεχίζει:

 

«Διό οι Θεσσαλοί, ως απομίμημα της τότε γενομένης εορτής, θύοντες Διί Πελώρω και τράπεζας κοσμούντες, ούτως φιλάνθρωπον συνετέλουν την πανήγυριν, ώστε παρελάμβανον και τους ξένους άπαντας και τους δεσμώτας έλυον, και τους οικέτας κατακλίναντες, ειστίων μετά πάσης παρρησίας και διηκόνουν αυτοίς οι δεσπόται» Και καταλήγει:

 

«Η κατάστασις των παρΈλλησι δούλων ην ήττον καταπιεστική και μάλλον άνετος ή των παρά Ρωμαίοις…

 

    Θανατική ποινή, και επί δούλων, ώφειλεν εφαρμόζεσθαι μόνον δια δικαστικής αποφάσεως, και ενταύθα το ελληνικόν έθος και δίκαιον διέφερε του παρά Ρωμαίοις, παρ’ οις ο κύριος κατά το δοκούν επέβαλλε τω δούλω την θανατικήν ποινήν. Ούτως αναγινώσκομεν παρ Αντιφώντι ότι «οὐδέ οἱ τούς δεσπότας ἀποκτείναντες, ἐάν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ληφθῶσιν, οὐδ’ οὗτοι θνήσκουσιν ὑπ’ αὐτῶν τῶν προσηκόντων, ἀλλά παραδιδόασιν αὐτούς τῇ ἀρχῇ κατά νόμους πατρίους, καί ἡ ψῆφος ἴσον δύναται τῷ δουλον ἀποκτείναντι καί τῷ ἐλεύθερον».

 

Ο νμοςεπροστάτευετον δολο όπως ακριβώς και τόν ελεύθερο άνθρωπο εναντίον των βιαιοπραγιών. Παραχωρούσε μάλιστα στον δούλο και ένα «συνήγορο» για κάθε αμφισβήτησι σχετικώς με την περίπτωσι απελευθερώσεως του.

 

    Ο δεσποτισμός των Ρωμαίων προς τους δούλους ήγγιζε την σκληρότητα των Ασιατών ηγεμόνων. Και είναι γνωστό ότι ωρισμένοι Ρωμαίοι δεν εδίσταζαν να ρίψουν δούλους σε «κιστέρνες» με ανθρωπόφαγα ψάρια, για να παρακολουθήσουν διασκεδάζοντας ποιος δούλος θα καταβροχθισθή γρηγορώτερα. Είναι δε απίστευτο (αλλόμως αληθινό) ότι εάν κάποια Ρωμαία δέσποινα επλάγιαζε με τον δούλο της, δεν παρεπέμπετο «επί μοιχεία», επειδή ο δούλος δεν εθεωρείτο άνθρωπος αλλά απλώς res (= πράγμα, αντικείμενον). Γενικώς, στην αρχαία Ρώμη η ζωή των δούλων ήταν χειρότερη και από των κατοικίδιων ζώων. Ο ειδικός επί του θέματος μελετητής Τζόες Σμίθ (UTOPIA τ. 113), μεταξύ των άλλων γράφει ότι στην Ρώμη, «Οι δούλοι εθεωρούντο πράγματα, «RES». Oι δούλοι ήσαν αχθοφόρο ζώα, κατάλληλα για κάθε χρήσι. Οι πηγές ανεφοδιασμού σε δούλους ήσαν πολλές, με κοινό χαρακτηριστικό την βία και την καταπίεσι.

 

    Χωρίς ενδοιασμούς οι Ρωμαίοι της αρχαϊκής περιόδου, στην εποχή της βασιλείας, στις αρχές της Δημοκρατίας, οργάνωναν μεγάλες επιθέσεις εναντίον των γειτόνων τους. Έπιαναν χιλιάδες αιχμαλώτους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά… Από την Αφρική, την Ισπανία, την Ελλάδα, διοχετεύθηκαν στην Ιταλία εκατοντάδες χιλιάδες δούλοι. Στον Ακράγαντα της Σικελίας αιχμαλωτίσθηκαν 250.000 άτομα. Στην Πάνορμο, σημερινό Παλέρμο, 14.000 άτομα… Άλλες πηγές «ανεφοδιασμού» σε δούλους δεν υπάγονταν σε κανένα νόμο, όπως ήταν η πειρατεία. Οι πειράται, αυτοί οι λησταί των θαλασσών, καταπολεμήθηκαν από τους Αθηναίους, τους Ροδίους, και αργότερα από τους Πτολεμαίους. Οι Ρωμαίοι όμως, πού ήσαν στεριανοί, αγνοούσαν την σημασία της θάλασσας, και εγκατέλειψαν την Μεσόγειο στα χέρια των πειρατών. Άλλη πηγή ήταν επίσης το φοβερό ρωμαϊκό έθιμο, πού έδινε στον πατέρα το δικαίωμα ζωής και θανάτου στα παιδιά του. Έτσι πολλά νεογέννητα έμεναν έκθετα, και κατέληγαν δούλοι αυτών πού τα περιμάζευαν. Καμμιά φορά μάλιστα, για να εξοφληθή κάποιο πιεστικό χρέος ο πατέρας πουλούσε το παιδί του, καταδικάζοντας το να γίνη δούλος...VERNA (εκ του ver = Fέαρ, άνοιξις, δηλ. νέος γόνος) ονομαζόταν ο δούλος εκ γενετής.

Εάν κάποια Ρωμαία δέσποινα επλάγιαζε με τον δούλος της, δεν παρεπέμπετο «επί μοιχεία», επειδή ο δούλος δεν εθεωρετο άνθρωπος.

Όταν, τον 1ον αιώνα, είχε γίνει δύσκολη η προμήθεια δούλων, μεγάλωναν τους μικρούς VERNA όπως τα πουλάρια…Τους διοχέτευαν από ξηράς και θαλάσσης, στις επαρχίες και προς την Ρώμη για να πουληθούν ανάλογα με τους νόμους της προσφοράς και της ζητήσεως. Μετά από εξαντλητικά ταξίδια, κατά τα όποια υπέκυπταν, το ανθρώπινο αυτό υλικό μεταβαλλόταν σε εμπόρευμα, όπως ακριβώς τα εισαγόμενα μπαχαρικά, μεταξωτά, φρούτα, λαχανικά… Κατά κανόνα το δουλεμπόριο ήταν ελεύθερο. Ουσιαστικά, όμως, υπαγόταν σε δύο είδη φορολογίας: To PORTORIUM, δασμό εισαγωγικό και εξαγωγικό, και το VECTIGAL, τέλος πωλήσεως. Στην Ρώμη, η αγορά των δούλων βρισκόταν στην γωνία του Φόρουμ. Εκεί εξέθεταν τους δούλους σε εξέδρες ή σε κλουβιά, σαν τα κοτόπουλα. Ο μεσίτης με ευγλωττία διαλαλούσε ότι ο δούλος πού προσπαθούσε να πούληση, θα ικανοποιούσε απολύτως τον κύριο του: «βλέπετε πόσο λευκό είναι το δέρμα του. Είναι ωραίος . Είναι ένας πολύτιμος υπηρέτης. Καταλαβαίνει αμέσως με ένα βλέμμα… ξέρει αρκετά καλά και ελληνικά».

Ο δούλος αποτελούσε μέλος της οικογενείας. Συμμετεχε στις προσευχές, στις θρησκευτικές εορτές και εθάπτετο εις τον οικογενειακόν τάφον.

    Η τόσο μεγάλη σκληρότης των Ρωμαίων προς τους δούλους έγινε αίτια πολλών εξεγέρσεων με κυριώτερη αυτή του Έλληνος δούλου Σπάρτακου ο οποίος συνεκρότησε και εξώπλισε στρατό δούλων. Η έξέγερσις του Σπάρτακου συνεκλόνισε τα θεμέλια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και λίγο έλειψε να την κατάλυση. Ενώ οι Αθηναίοι δούλοι, όταν κατά την Μάχη του Μαραθώνος η Αθηναϊκή δημοκρατία τους εμπιστεύθηκε και τους έδωσε όπλα, οι δούλοι αυτοί έπολέμησαν με μεγάλη αυτοθυσία δίπλα στους ελεύθερους Αθηναίους πολίτες: «ἐμαχέσαντο γάρ καί δοῦλοι τότε… ἦν δέ ἄρα καί δήμου δίκαιον βούλευμα, εἰ δή καί Ἀθηναῖοι μετέδοσαν δούλοις δημοσίᾳ ταφῆναι καί τά ὀνόματα ἐγγραφῆναι στήλῃ – δηλοῖ δέ ἀγαθούς σφᾶς ἐν τῷ πολέμῳ γενέσθαι…». Και προ της Ναυμαχίας της Σαλαμίνος, οι Αθηναίοι εφρόντισαν δια την εξασφάλισι και σωτηρία, τόσο των οικογενειών τους, όσο και των δούλων: «…παῖδας δέ καί γυναῖκας καί ἀνδράποδα, σῴζειν ἕκαστον ὡς ἄν δύνηται» (Πλούτ. Θεμιστ. 10).

 

    Οι βάρβαροι δυνάσται της Ανατολής και της Αιγύπτου είχαν και αυτοί δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των δούλων τους. Ενδεικτικά περί της θηριωδίας τους είναι τα όσα καταθέτει ο ιστορικός Roberto Bosi: «Όταν ο Γούλεϋ, στα έτη 1927, 1928, άρχισε τις ανασκαφές της Ουρ, στον Ευφράτη, η ανθρωπότης αντίκρυσε έκπληκτη μια εξαιρετική συλλογή θησαυρών. (Όμως): Οι ανακαλύψεις του Γούλεϋ είχαν και την μακάβρια πλευρά τους: πλάι στους σκελετούς των βασιλέων και των βασιλισσών, υπήρχαν και πολυάριθμοι άλλοι σκελετοί. Σ’ έναν τάφο ανευρέθη ολόκληρη η βασιλική φρουρά: σειρές από σκελετούς με χάλκινη περικεφαλαία και την λόγχη στο χέρι. Πλάι σε μία βασίλισσα κοίτονταν εννέα σκελετοί γυναικών. Δύο άμαξες με τους σκελετούς των αμαξηλατών, ήσαν στην είσοδο ενός τάφου, με ζεμένους τους σκελετούς των βοδιών πού τις έσερναν.

 

    Η βασίλισσα Σουβάδ, μέσα στον τάφο της, ήταν τριγυρισμένη από όλες τις κυρίες των τιμών. Σε μία γωνιά του τάφου ήταν ο σκελετός ενός αρπιστού, με το μουσικό όργανο στα χέρια του. Επάνω οπό το φέρετρο της βασιλίσσης κοίτονταν δυο σκελετοί ανδρών, πού πιθανόν θανατώθηκαν την τελευταία στιγμή. Τους βασιλείς ακολουθούσαν στον θάνατο όλοι όσοι τους υπηρετούσαν στην ζωή, για να συνεχίσουν να τους υπηρετούν και στον κάτω κόσμο».

 

Προς σύγκρισιν:

    Ο χοιροβοσκός Εύμαιος νοσταλγεί τον απόντα «κύριο» του, τον Οδυσσέα (ξ,62): ἐνδυκέως μέ ἐφίλει…» Δηλ. …μεσ απ’ την ψυχή του με αγαπούσε…και εάν εγύριζε θα μου έδινε «οἶκον τε, κλῆρόν τε, πολυμνήστην τε γυναῖκα» Και τώρα πού χάθηκε (ξ, 137) , έδωσε λύπες στους φίλους του και πιο πολύ σ εμένα («ἐμοί δέ μάλιστα»).

 

    Όπου κι αν πάω δεν θα βρω τόση φροντίδα, ακόμη κι αν γυρίσω στο πατρικό μου σπίτι, στον πατέρα μου και στην μάνα μου («εἴ κεν πατρός καί μητέρος αὖτις ἵκωμαι οἶκον, ὅθι πρῶτον γενόμην…»). Κατόπιν περιγράφει (ο, 360 κ. εξ.) με πόση στοργή τον έμεγάλωσε μαζί με τα δικά της παιδιά, ως «ψυχογυιό», η μητέρα του Οδυσσέως: «αὐτή μέ θρέφεν, ἅμα Κτιμένη, θυγατέρα», πού ήταν το στερνοπαίδι της… «φίλει δέ με κηρόθι μᾶλλον» (=μαγαπούσε με την καρδιά της, πολύ). Η αφήγησις του χοιροβοσκού διακόπτεται από την ξαφνική εμφάνισι του Τηλεμάχου, που με λαχτάρα και ανησυχία τον περίμεναν να γυρίση από το επικίνδυνο (λόγω επιβουλής των μνηστήρων) ταξίδι του στην Πύλο και Σπάρτη. Και σπεύδει ο Εύμαιος να τον καλωσορίση (π, 10 κ. εξ.):

 

«ὁ δέ, ἀντίος ἦλθεν,… κύσσε δέ μιν (=τον εφίλησε) κεφαλήν καί ἄμφω φάεα (=μάτια) καλά, χεῖράς τε ἀμφοτέρας· θαλερόν δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ…»

 

Έκλαψε σαν πατέρας που υποδέχεται το μοναχοπαίδι του όταν γυρνά από την ξενιτιά, μετά από πολλά χρόνια…περιγράφει ο Όμηρος. «Πάντα κύσεν περιφύς» Και τον φίλησε.. .και τον αγκάλιαζε… Ήλθες Τηλέμαχε, γλυκό μου φως… «Ἦλθες Τηλέμαχε, γλυκερόν φάος»… Β

Οι Αθηναίοι δούλοι,όταν κατά την Μάχη του Μαραθώνος η Αθηναϊκδημοκρατία τους εμπιστεύτηκε και τους έδωσε όπλα, οι δούλοι αυτοί επολέμησαν με μεγάλη αυτοθυσία δίπλα στους ελεύτερους Αθηναίους πολίτες.

   *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ«, τεύχος Νοεμβρίου 2002

ΠΕΡΙ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 

Θ. Λαμπρόπουλου

 

  Η αρχαία ελληνική οικονομία ουδέποτε βασίστηκε στη δουλεία 

 

  Eίναι γνωστό, ότι η ιστορική αναζήτηση κατά τη διάρκεια του «περάσματός» της στον πολύ κόσμο υφίσταται έναν σωρό παραμορφώσεις σε σημείο, ώστε στην κατάληξή της να έχει πλέον περιβληθεί με μία σκληρή, σχεδόν αδιαπέραστη, κρούστα από ιδεοληψίες, ρομαντισμό, ανακρίβειες, ωραιοποιήσεις, φαντασιώσεις, πλάνες, απαράδεκτες γενικεύσεις και μυθεύματα.

 

Ένα από τα μυθεύματα, που μάλιστα θεωρείται και το πλέον «αυταπόδεικτο» από τους αδαείς, είναι το ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός βασίστηκε στη δουλεία και συνακόλουθα ότι ο πολιτισμός αυτός δεν θα είχε υπάρξει, αν δεν υπήρχαν οι δούλοι της αρχαίας Ελλάδας. Σε οποιαδήποτε προσπάθεια νηφάλιας και επιστημονικής εξέτασης του φαινομένου της δουλείας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η συντριπτική πλειοψηφία αυτού του χωρίς ιστορική αυτογνωσία λαού θα κατευθύνει τον δείκτη της προς τον Παρθενώνα και θα ρωτήσει αποστομωτικά: «Κι “αυτό” ποιός το έφτιαξε; Οι δούλοι δεν το έφτιαξαν;».

 

Η έντεχνη παγίωση τέτοιου είδους μυθευμάτων σε μαζικό επίπεδο, εξυπηρετεί πολλές σκοπιμότητες. Κατ’ αρχήν επιδιώκεται να εμπεδωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο η άποψη ότι χωρίς δουλεία δεν μπορεί να υπάρξει πολιτισμός. Έτσι η δουλεία καθαγιάζεται ως δήθεν αναγκαίο κακό. Με αυτή την έννοια, κάποιοι πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να παίξουν οικειοθελώς τον ρόλο των σκλάβων, ώστε να απολαύσουν κι αυτοί κάποια από τα οφέλη του «πολιτισμού».

 

Επιπλέον, αν ο ελληνικός πολιτισμός στηρίχτηκε στη δουλεία, τότε ο χριστιανισμός αποκτά νόημα και ιστορική αποστολή, αφού θριάμβευσε επί ενός «εκμεταλλευτή», «μαλθακού» και «παρακμασμένου» λαού (μάλιστα δεν είναι τυχαίο, ότι οι ηθικολογικού τύπου κατηγορίες κατά του ελληνικού πολιτισμού επεκτείνονται και σε άλλα ζητήματα μέχρι την τελική κωδικοποίησή τους στο τρίπτυχο «Ελλάδα = δουλεία + ομοφυλοφιλία + παιδεραστία»).

 

Το ότι ο χριστιανισμός μέσω του αποστόλου του Παύλου -αλλά και άλλων- καθαγίασε τη δουλεία προσπερνάται. Από την άλλη, σύμπασα η πολιτική αριστερά αυτής της χώρας θα αναπαράγει με τη σειρά της το ίδιο ακριβώς τρίπτυχο κι ας καυχάται ότι θρησκευτικώς είναι τοποθετημένη στον αντίποδα του χριστιανισμού. Από τη χαιρέκακη θριαμβολογία του φιλήσυχου χριστιανορωμηού νοικυραίου, που νιώθει να δικαιώνεται ηθικά η θρησκεία του, μέχρι το ειρωνικό, απέναντι στον «υπερεκτιμημένο» ελληνικό πολιτισμό, μειδίαμα του αναλφάβητου μαρξιστορωμηού, που νιώθει να «δικαιώνεται» η θεωρία του Ιστορικού Υλισμού, η απόσταση είναι μηδαμινή. Και οι δύο επινοούν τα «τεκμήρια» υπεροχής τους επάνω στην υποβάθμιση του προγενέστερου  (ως γνωστόν, πρόγονος δεν μπορεί να θεωρείται ο «ξεπερασμένος» αρχαίος, αλλά οι «προπάτορες» της Βίβλου ή οι «άγιοι» του πάλαι ποτέ γραφειοκρατικού καπιταλισμού). Και οι δύο υποκινούνται από ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι σε κάτι που ξεφεύγει εμφανώς από τα αντιληπτικά τους πλαίσια.

 

Ίσως μάλιστα ενδόμυχα να τους γοητεύουν κατά έναν ενστικτώδη τρόπο τα ελληνικά μνημεία, όπως άλλωστε και δισεκατομμύρια άλλους ανθρώπους σε όλες τις εποχές. Αλλά ντρέπονται να το ομολογήσουν, φαντασιούμενοι ίσως το υποτιθέμενο μαστίγιο του επιστάτη, που δημιουργούσε αυλακιές από αίμα στις πλάτες των χιλιάδων δυστυχισμένων σκλάβων, καθώς ανηφόριζαν κάτω από τον καυτό ήλιο στην Ακρόπολη, φορτωμένοι όγκους μαρμάρου…

 

 

   Σχετικά με το τί πραγματικά πρεσβεύει ο χριστιανισμός για τη δουλεία, το πληροφορούμαστε μέσω του κυριότερου θεωρητικού του, τού λεγόμενου «αποστόλου των εθνών» Σαούλ:

 

 

Οι δούλοι να υπακούετε στους κατά σάρκα κυρίους μετά φόβου και τρόμου με την απλότητα της καρδιάς σας, σαν να υπακούετε στον Χριστό, όχι για τα μάτια, σαν να θέλετε να αρέσετε στους ανθρώπους, αλλά ως δούλοι, κάνοντας το θέλημα του Θεού με την ψυχή σας.» (Εφ. 6/5,6).

 

Όσοι είναι δούλοι κάτω από το ζυγό, τους δεσπότες τους να θεωρούν άξιους κάθε τιμής για να μην βλασφημείται η διδασκαλία και το όνομα του Θεού. Αυτοί δε που έχουν πιστούς (σ.σ. δηλ. χριστιανούς) δεσπότες να μην τους καταφρονούν, διότι είναι αδελφοί, αλλά περισσότερο να δουλεύουν, διότι είναι πιστοί και αγαπητοί αυτοί που αντιλαμβάνονται την ευεργεσία.» (Τιμ. Α 6/1,2).

 

Οι δούλοι να υποτάσσονται στους δεσπότες τους, να είναι ευάρεστοι, να μην αντιλέγουν, να μην τους εγκαταλείπουν, αλλά πίστη να δείχνουν αγαθή για να κοσμούν έτσι την διδασκαλία του σωτήρος ημών Θεού.» (Τίτ. 2/9,10).

 

Οι δούλοι της οικίας να υποτάσσονται με κάθε φόβο στους δεσπότες τους, όχι μόνο στους καλούς κι επιεικείς, αλλά και στους διεστραμμένους.» (Πέτρ. Α 2/18).
(Από εδώ: http://sfrang.blogspot.de/2008/03/blog-post_306.html)

 

 

 

 Πολιτισμοί ελεύθερων και «πολιτισμοί» δούλων

 

 

Οι πολιτισμοί βασίζονταν ανέκαθεν στην απρόσκοπτη πνευματική ανάπτυξη για όσο το δυνατόν μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού και στην ελεύθερη εκδήλωση της δημιουργικότητας. Οι πολιτισμοί δημιουργούνται μόνο από ελεύθερους ανθρώπους. Πολιτισμός βασισμένος στη δουλεία, δηλαδή «πολιτισμός» δούλων, δεν υπήρξε ποτέ. Εξαρτημένη εργασία με τη μορφή της δουλείας υπήρχε σχεδόν παντού στον αρχαίο κόσμο, αλλά πρέπει να παρατηρηθεί, ότι πολίτες και πολιτισμός δημιουργήθηκαν μόνο στην Ελλάδα. Αυτό χρειάζεται κάποιες διευκρινήσεις.

 

Η εικόνα που έχει ένας νεοέλληνας (αφού αυτός είναι που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω), ότι ακόμα και το φτωχότερο σπίτι στην αρχαία Ελλάδα είχε δούλους, είναι αφελέστατη εκτός από ανιστόρητη. Οι δούλοι ανεξάρτητα από την συμβατική νομική τους υπόσταση είναι άνθρωποι, που πρέπει να τραφούν, να ντυθούν, να έχουν υγειονομική περίθαλψη κ.λπ., ό,τι δηλ. και ένα μέλος μιας οικογένειας. Επιπλέον στην Ελλάδα είχαν και το δικαίωμα της τεκνοποίησης, πράγμα που υποχρέωνε τον ιδιοκτήτη να φροντίζει και τα παιδιά τους (τα οποία στην Ελλάδα δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία κανενός).(1)

 

Οι δούλοι αποτελούσαν τεράστια οικονομική επιβάρυνση για ένα νοικοκυριό ή μία επιχείρηση, και γι’ αυτό μόνο μερικά μεγάλα αγροτικά «τζάκια» διέθεταν δούλους. Επίσης κάποιες μεγάλες οικονομικές μονάδες: το εργοστάσιο όπλων του μέτοικου Λυσία στην Αθήνα απασχολούσε εκατόν είκοσι τεχνίτες, ελεύθερους και δούλους, οι οποίοι έκαναν τις ίδιες εργασίες με τους ελεύθερους. Υπήρχε επίσης η κατηγορία των δημόσιων δούλων, οι οποίοι μπορεί να ήσαν από εργάτες στα ορυχεία αργύρου του Λαυρίου, εργαζόμενοι από κοινού με τους ελεύθερους μεταλλωρύχους, μέχρι αστυνομικοί στο κλεινόν άστυ. Υπήρχαν επίσης οι δούλοι οι επονομαζόμενοι «χωρίς οικούντες», οι οποίοι κατοικούσαν χωριστά από τον ιδιοκτήτη τους, του κατέβαλαν κάποιο είδος ενοικίου και είχαν αρκετή ανεξαρτησία. Επίσης ήταν επιτρεπτό και σύνηθες οι δούλοι να αναπτύσσουν δική τους οικονομική δραστηριότητα(1).

 

Οι δούλοι στην αρχαία Ελλάδα δεν αποτελούσαν τάξη με την οικονομική έννοια. Δεν είχαν δηλ. οριοθετημένο ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, όπως π.χ. σήμερα ο βιομηχανικός εργάτης, ο μισθωτός υπάλληλος, ο επιχειρηματίας κ.λπ. Οι δούλοι χρησιμοποιούνταν συμπληρωματικά (φυσικά μόνο όταν υπήρχαν) ως προς την εργασία των ελευθέρων. Έκαναν περίπου ό,τι οι μέτοικοι και οι πολίτες. Η διαφορά εντοπίζεται στο ότι ο ελεύθερος εργαζόταν για λογαριασμό του, ενώ ο δούλος για λογαριασμό κάποιου άλλου.     Μπορεί να τους συναντήσει κανείς σε όλη την κλίμακα της παραγωγικής διαδικασίας, από χειρώνακτες τεχνίτες, γραφείς, μέχρι και σε νευραλγικές θέσεις ως οικονομικούς υπαλλήλους της πόλης ή τραπεζίτες όπως ο πλουσιώτερος άνθρωπος της αρχαίας Αθήνας, ο δούλος-τραπεζίτης Πασίων (για τις τράπεζες οι πολίτες δεν έτρεφαν εκτίμηση)(1).

 

Λόγω του ότι ήσαν διεσπαρμένοι σε όλο το επαγγελματικό και ταξικό φάσμα καθώς και λόγω του περιωρισμένου αριθμού τους σπάνια αντιμετωπίζονταν ως κάτι αναλώσιμο, όπως συνηθιζόταν αλλού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγείται και η κατά κανόνα ανθρωπινότερη μεταχείριση, που  ανέκαθεν  είχαν  στην  Ελλάδα(8).

 

Η αρχαία ελληνική οικονομία βασίστηκε στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της στην εργασία του ανεξάρτητου παραγωγού, αγρότη η τεχνίτη. Οι δούλοι είχαν σημαντική συμμετοχή στη δημιουργία του οικονομικού πλεονάσματος μιας μεγάλης πόλης, όπως η Αθήνα, αλλά ο ανεξάρτητος δημιουργός και παραγωγός αποτελεί τον αφανή ήρωα του ελληνικού πολιτισμού εν γένει(1).

 

 Εξ αιτίας των περιορισμένων δυνατοτήτων της χρήσης δούλων οι έλληνες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν από νωρίς τόσο τις πολιτικές όσο και τις τεχνολογικές απαντήσεις στο πρόβλημα της παραγωγικότητας. Μια κοινωνία υποχρεωμένη να δράσει με αυτόν τον τρόπο οδηγείται αργά η γρήγορα σε μια ερευνητική κατεύθυνση.(7) 

 

 Επίσης η τεχνολογική σκέψη, όπως καλλιεργήθηκε από τους έλληνες, αποτελεί αποτέλεσμα της προσπάθειας να ξεπεραστεί το πρόβλημα των περιορισμένων σωματικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης έχει συλλάβει το πρόβλημα στις πλήρεις διαστάσεις του, όταν θεωρεί τη δουλική εργασία λύση-υποκατάστατο απέναντι στην τεχνολογική υπανάπτυξη(2). Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι ο ελληνικός πολιτισμός αναπτύχθηκε όχι χάρη, αλλά παρά την ύπαρξη δουλείας.

 

Αντίθετα κοινωνίες βασισμένες εξ ολοκλήρου στην δουλεία δεν εκδημοκρατίστηκαν ποτέ, ούτε φυσικά ευεργετήθηκαν από τα πολιτισμικά επακόλουθα της κοινωνικής αυτοκυβέρνησης. Δεν ανέπτυξαν πολιτισμική δημιουργία, αλλά παρέμειναν να πιθηκίζουν (βλ. ρωμαίους) τα εξωτερικά γνωρίσματα του ελληνικού πολιτισμού. Οι ρωμαίοι, παρά την επί αιώνες στενή συνοίκησή τους με τον ελληνικό πολιτισμό, παρέμειναν πολιτισμικώς ετερόφωτοι και σε ημιβάρβαρη κατάσταση, ακριβώς λόγω της εξάρτησής τους από τη δουλεία. Η ύπαρξη εκατομμυρίων δούλων στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία οδήγησε σε ερευνητικό εφησυχασμό και σε τεχνολογική στασιμότητα (π.χ. οι σπουδαίες τεχνολογικές εφευρέσεις τής ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, όπως η ατμοδύναμη, παρέμειναν στα αζήτητα ως ιδιορυθμίες κάποιων μοναχικών επιστημόνων). Λόγω της εξάρτησης των ρωμαίων από τη δουλεία δεν συναντούμε ούτε μια φορά αμφισβήτηση της δουλείας στη Ρώμη, αντίστοιχη με αυτή που υπήρξε επανειλημμένα στην Ελλάδα (7).

 

Το αίσθημα κατωτερότητάς τους ως πολιτισμικών νεόπλουτων απέναντι στην Ελλάδα κατέτρεχε τους ρωμαίους καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής της αυτοκρατορίας τους. Ατάλαντοι αντιγραφείς, δεν έχτισαν θέατρα, ή στάδια, αλλά Κολοσσαία και Ιπποδρόμους. Για την ακρίβεια τα έχτισαν οι εκατοντάδες χιλιάδες δούλοι τους, οι οποίοι στη συνέχεια εκτελούνταν μαζικά μέσα σε αυτά. Επιπλέον η εξάρτησή τους από τη δουλεία τούς οδήγησε εν τέλει στο να υιοθετήσουν  ως επίσημη θρησκεία τους -και να μας κληροδοτήσουν- μία θρησκεία δούλων, τον χριστιανισμό.

 

 

Το ότι η αρχαία ελληνική οικονομία δεν βασιζόταν στη δουλεία αλλά στον ελεύθερο αγρότη και τεχνίτη έχει επισημανθεί σαφώς και από τον Καρλ Μαρξ: «Το μικρό νοικοκυριό του αγρότη και η ανεξάρτητη επιχείρηση του χειροτέχνη, που και τα δύο αποτελούν εν μέρει την βάση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής και εν μέρει, ύστερα από τη διάλυσή του, εμφανίζονται δίπλα στην κεφαλαιοκρατική επιχείρηση, αποτελούν ταυτόχρονα την οικονομική βάση των κοινωνιών της κλασικής αρχαιότητας στα καλύτερά της χρόνια, αφού πρώτα η κλασική αρχαιότητα διέλυσε την αρχική ανατολίτικη  κοινοκτημοσύνη, και προτού η δουλεία επικρατήσει στα σοβαρά στην παραγωγή.»(3)

 

 

Τα παραπάνω ο Μαρξ τα επεκτείνει από τον χώρο της οικονομίας στον χώρο της κοινωνίας και της πολιτικής. Έτσι αλλού γράφει, ότι η βάση όχι μόνο της αρχαίας ελληνικής οικονομίας αλλά και της αρχαίας ελληνικής πολιτικής κοινότητας (από τις αγροτικές απαρχές της ήδη) είναι η εργασία του ανεξάρτητου παραγωγού: «Η προϋπόθεση για τη διατήρηση της κοινότητας είναι η εξασφάλιση της ισότητας μεταξύ των ελεύθερων αυτοσυντηρουμένων χωρικών και της ατομικής εργασίας τους ως συνθήκης για τη διατήρηση της ιδιοκτησίας τους.»(4) Βέβαια οι διάφοροι νεοέλληνες αγνοούν τα παραπάνω αποσπάσματα του εισηγητή της θεωρίας του Ιστορικού Υλισμού.  

 

 

Παράδειγμα κατασκευής δημόσιου έργου: η κατασκευή των μνημείων της Ακρόπολης

 

 

Τα μνημεία της Ακρόπολης αποτελούν ένα καλό παράδειγμα για το πως διεκπεραιωνόταν ένα δημόσιο έργο στην αρχαία Ελλάδα. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν σχεδόν πλήρως αυτοματοποιημένη. Το μάρμαρο που εξορυσσόταν από μεγάλο βάθος, ανελκύετο με γερανούς μέχρι το στόμιο του λατομείου, όπου φορτωνόταν απ’ ευθείας σε έλκηθρα και μετά σε άμαξες. Από εκεί μεταφερόταν στην Αθήνα με μία διαδρομή διάρκειας έξι ωρών. Στην Ακρόπολη ανέβαινε από μία μεγάλη ράμπα εκατό μέτρων.

 

 

Χιλιάδες εξειδικευμένων εργατών (μηχανικών, λατόμων, λιθοξόων, τορνευτών, ξυλουργών, σιδεράδων κ.λπ.) εργάστηκαν, προκειμένου να κατασκευασθούν τα μνημεία της Ακρόπολης. Δεν υπήρχε καμμιά διάκριση στις αμοιβές μεταξύ ελευθέρων και δούλων με αποτέλεσμα το υψηλό κόστος κατασκευής, το οποίο όμως συνδυάστηκε με την επιμέλεια και τη λεπτότητα των εργασιών. Στο σχέδιο εικονίζονται οικοδόμοι να τοποθετούν στη θέση τους μεγάλους παραλληλεπίπεδους δόμους. (Α.Κ. Ορλάνδου, «Ιστορία Ελληνικού Έθνους», «Εκδοτική Αθηνών».)

 

 

Η εξερεύνηση των κοιτασμάτων είχε γίνει συστηματικά με μεθόδους γεωλογικής διασκόρπισης (ακόμα και σήμερα μετά δυσκολίας ειδικοί μεταλλειολόγοι και γεωλόγοι μπορούν να προσδιορίσουν, που υπάρχουν κοιτάσματα και ποιάς ποιότητας)(5). Έκπληξη εξακολουθεί να προκαλεί και η ποσότητα του εξορυχθέντος μαρμάρου, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Η εργασία γινόταν παράλληλα και κατά τμήματα. Υπήρχαν εργοτάξια όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στο Χαλάνδρι και στην Πεντέλη. Στην Ακρόπολη λειτουργούσαν ταυτόχρονα οκτώ γερανοί ύψους 27 μέτρων, που μπορούσαν να ανελκύσουν βάρος 10 τόννων στο ύψος του κτηρίου σε 15 λεπτά. Σε κάθε γερανό υπήρχαν δέκα χειριστές, που χρησιμοποιούσαν ένα σύστημα με τροχαλίες και πολύσπαστα (πρόκειται για αρχές μηχανικής, που απλώς θα συστηματοποιούσε ο Αρχιμήδης διακόσια χρόνια αργότερα)(5). Όπως λέει ο Μανώλης Κορρές (καθηγητής του Ε.Μ.Π. με πολυετή προσφορά στα έργα αποκατάστασης της Ακρόπολης), «στην Αθήνα υπήρχαν οι ευνοϊκές πολιτικές συνθήκες, για να υλοποιηθεί ένα όραμα».    Εργάστηκαν χιλιάδες ειδικευμένοι, ελεύθεροι και δούλοι: λατόμοι, λιθοξόοι, υλοτόμοι, κτίστες, βυρσοδέψες, σχοινοποιοί, κεραμοποιοί, μηχανικοί, κηροπλάστες, ξυλουργοί, σιδεράδες, πριονιστές, συναρμοστές, τορνευτές και φυσικά οι αρχιτέκτονες και οι καλλιτέχνες, γλύπτες και ζωγράφοι.

 

Οι λεπτομερείς πίνακες μισθοδοσίας που έχουν διασωθεί για τον Παρθενώνα και το Ερεχθείο παρέχουν αναλυτική πληροφόρηση κατά ειδικότητα εργαζομένου, όνομα, δήμο, έργο που επιτέλεσε και την αμοιβή του. Από εκεί προκύπτει, ότι περίπου το 30% των εργαζομένων ήσαν ελεύθεροι Αθηναίοι πολίτες και μέτοικοι, 30% από τις Κυκλάδες (κυρίως καλλιτέχνες) και 30% δούλοι της Αθήνας (κυρίως Θράκες και Φρύγες) επί μισθώ. Προκύπτει επίσης, ότι οι αμοιβές ήσαν ίδιες για όλους, ελεύθερους και δούλους. Όλοι αμείβονταν με ημερομίσθιο μία δραχμή εκτός από τους αρχιτέκτονες, που έπαιρναν δύο δραχμές.

 

Οι αθηναίοι προσέφεραν προσωπική εργασία για την οικοδόμηση του ιερού της πολιούχου θεάς τους. Είναι τουλάχιστον συγκινητικό να διαβάζει κανείς από τον οικονομικό απολογισμό για τα ανάγλυφα π.χ. του Ερεχθείου, δυόμισυ χιλιάδες χρόνια μετά: «στον Φυρόμαχο από την Κηφισιά για τον νέο δίπλα στον θώρακα 60 δραχμές / στον Πραξία, κάτοικο Μελίτης, για το άλογο και τον άνδρα που φαίνεται πίσω του 120 δραχμές / στον Αντιφάνη από τους Κεραμείς για το άρμα, τον νέο και τα δύο ζεμένα άλογα 240 δραχμές…»(6). Η για τις ραβδώσεις των κιόνων: «Τον τρίτο κίονα από τον βωμό της Διώνης, Αμεινιάδης, που κατοικεί στην Κοίλη: 18 δραχμές, Αισχίνης: 18 δραχμές, Λυσανίας: 18 δραχμές, Σωμένης (δούλος του Αμεινιάδη): 18 δραχμές, Τιμοκράτης: 18 δραχμές / Τον επόμενο κίονα, Σιμίας, που κατοικεί στον δήμο Αλωπεκής: 13 δραχμές, Κέρδων: 12 δραχμές και 5 οβολούς, Σίνδρων (δούλος του Σιμία) 12 δραχμές και 5 οβολούς…»(1)

 

 

Ο Παρθενών ήταν έτοιμος σε οκτώ μόλις χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα γινόταν έκθεση και απολογισμός ταμείου κατ’ έτος. Υπήρχε ειδικά επιφορτισμένη επιτροπή, το λογιστήριο έκανε κάθε χρόνο ισολογισμό, και επί οκτώ χρόνια υπήρξε συνεχής απορρόφηση των κονδυλίων. Δεν αναφέρεται η παραμικρή κατάχρηση.

 

 

 

 

Σημειώσεις

 

 

 

(1) M. M Austin, P. Vidal-Naquet, «Οικονομία και Κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα», εκδόσεις Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1998.

 

(2) Αριστοτέλης, «Πολιτικά», Ι, 1253 b 33-1254 a 1.

 

(3) Καρλ Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος 1ος, σελ. 350 (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2006).

 

(4) Καρλ Μαρξ, «Προκαπιταλιστικοί οικονομικοί σχηματισμοί», εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1983.

 

(5) Μανώλης Κορρές, «Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα», εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1994.

 

(6)Aγγλικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, «Κοινωνική Ιστορία της αρχαίας Αθήνας», εκδόσεις Κουτσουμπός 1985.

 

(7) Π.χ. αμφισβήτηση της δουλείας από σοφιστές όπως οι Αντιφών, Λυκόφρων, Αλκιδάμας κ.α. Από την άλλη ο Αριστοτέλης δεν δικαιολόγησε τον θεσμό της δουλείας, όπως αβασάνιστα ισχυρίζονται πολλοί, αλλά, μιλώντας για φύσει δούλους, προσδιώρισε τα χαρακτηρολογικά γνωρίσματά τους, όπως: το φρονείν μικρόν, το κολακεύειν, το χυδαίον, το ακόλαστον, το άνανδρον και η κερδοσκοπία. Ο Αριστοτέλης πίστευε, ότι πολλοί δούλοι άξιζαν την ελευθερία και πολλοί ελεύθεροι τη δουλεία (βλ. Α. Κ. Μπαγιόνας, «Ελευθερία και Δουλεία στον Αριστοτέλη», εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2003).

 

(8) Στα Ομηρικά έπη ο δούλος («οικέτης») αποτελούσε ισότιμο μέλος της οικογένειας του κυρίου και ως τέτοιος εθεωρείτο ιερό πρόσωπο (π.χ. ο Εύμαιος του Οδυσσέα).

 

 

 

 

(Άρθρο που πρωτοδημοσιεύτηκε στον «ΔΑΥΛΟ», τεύχος Φεβρουαρίου 2008, με τον άστοχο τίτλο «Τί ήταν οι δημιουργοί των αρχαίων μνημείων;«. Και επίσης ατο freeinquiry.gr από όπου το «κατέβασαν» αντιδεοντολογικά, μαζί με όλα τα άλλα δικά μου, όταν διεκόπη η συνεργασία μας.  Εδώ με μερικές τροποποιήσεις)

 

 

 

ΠΗΓΗ: http://hypnovatis.blogspot.gr/2012/09/blog-post_9649.html

 

 

 Επίσης δείτε:

http://www.ekivolos.gr/Oi%20douloi%20sthn%20Arxaia%20Ellada.pdf

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s